Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αυτουργός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυτουργός ο [afturγós] Ο17 θηλ. αυτουργός [afturγós] Ο34 : (νομ.) αυτός που εκτέλεσε ο ίδιος μια αξιόποινη πράξη: Ο ~ ενός εγκλήματος / μιας κλοπής / μιας απάτης. Φυσικός ~, που αυτοπροσώπως εκτέλεσε ένα αδίκημα. Hθικός ~, που παρακίνησε κπ. στην εκτέλεση αδικήματος.

[λόγ. < αρχ. αὐτουργός `που ενεργεί ο ίδιος΄ κατά την αλλ. της σημ. της λ. αυτουργία· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Γεωργακά]
αυτουργός [afturγós] ο, (L)
  • ① actual perpetrator of act, person physically responsible for sth, principal in the first degree:
    • ο άνθρωπος κατά θείον βούλημα είναι ~ της μοίρας του (Tatakis) |
    • ήτανε η νίκη αυτή πολύ αναπάντεχη και αισχρή για κείνους που στάθηκαν αυτουργοί της (Theodorakop) |
    • καλεί τον μάρτυρα να αποδείξει τη γνώμη του ότι ~ της κλοπής .. είναι ένας έμπειρος .. διαρρήκτης (Papanoutsos) |
    • χωρίς ίσως να το θέλει έγινε ο φυσικός ~ της καταστροφής του έργου (Athanasiadis-N)
  • ② law ηθικός ~ person morally responsible for sth, accessory before the fact, principal in the second degree, instigator, inciter:
    • θα σας μπλέξει, θα σας βγάλει ηθικό αυτουργό του φόνου (Tsirkas)

[fr kath αυτουργός ← MG, PatrG ← K (also pap), AG 'working for or by o.s.'; cf also adv αυτουργώς (A.Koraὁs)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go