Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ασπίδα
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Κριαρά]
ασπίδα η,
βλ. ασπίς (I).
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ασπίδα 1 η [aspíδa] Ο26 : 1α.αρχαίο αμυντικό όπλο, με σχήμα συνήθ. στρογγυλό ή ωοειδές και ελαφρά κυρτό, κατασκευασμένο από δέρμα, μέταλλο ή άλλο υλικό, με έναν ιμάντα στην εσωτερική πλευρά του, μέσα από τον οποίο περνούσε ο πολεμιστής τον αριστερό του βραχίονα, και με μία λαβή την οποία κρατούσε με την αριστερή του παλάμη με τέτοιον τρόπο, ώστε να προστατεύεται το σώμα του κατά τη διάρκεια της μάχης. || παρόμοιο προστατευτικό μέσο που κρατούν οι δυνάμεις καταστολής. β. κατασκευή που προστατεύει από κπ. κίνδυνο: Ο συγκολλητής προφυ λάσσει τα μάτια του από τους σπινθήρες με την ~. 2. (μτφ.) σύνολο προστατευτικών μέτρων, προστασία: Ο λαός αισθάνεται ασφαλής κάτω από την ~ της αμυντικής συμμαχίας. Aγωνίζεται με την ~ της πίστης.

[λόγ.: 1α: αρχ. ἀσπίς, αιτ. -ίδα· 1β: σημδ. γαλλ. bouclier· 2: σημδ. αγγλ. shield]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ασπίδα 2 η : είδος δηλητηριώδους φιδιού.

[λόγ. < αρχ. ἀσπίς, αιτ. -ίδα]

[Λεξικό Γεωργακά]
ασπίδα1 [aspí∂a] η, (L)
  • ① milit shield (syn σκουτάρι):
    • το φεγγάρι ανεβαίνει ψηλά, ολοστρόγγυλο και μεταλλικό, όμοιο με αρχαία ~(ChZalokostas) |
    • ήσαν κάπου πενήντα άντρες με δόρατα .. κι ασπίδες (Karagatsis) |
    • ο αρχικός τρούλος της Aγιάς Σοφιάς δεν ήταν τρούλος αλλά ~ επί λοφίων (Michelis)
  • ⓐ fig protector, guard, shield (near-syn προστάτης):
    • γονατισμένοι μπροστά στην παλληκαριά των λίγων φαντάρων, που είχαν καταντήσει η ~της Eλλάδας (ChZalokostas) |
    • poem είναι η δική σου ~| η αγάπη του λαού (Markoras)
  • ② protective barrier, screen, shield (near-syn κάλυμμα, προπέτασμα):
    • το τοιχάκι είναι η ~που εμποδίζει τα κακά πνέματα να μπούνε στο σπίτι (Kazantz) |
    • δίπλα του .. βρισκόταν κάποιος που του έκανε ~ (Ouranis) |
    • η διορατικότητά του .. αποτελεί μια ~ και για τον ίδιο τον εαυτό του (Chatzinis) |
    • τράβηξε την εφημερίδα .. και την έβαλε πάλι ~ μπροστά του (Koumantareas) |
    • poem το καλοκαίρι αντίνηλιο και ασπίδες το χειμώνα | στέκουνε ολόρθα τα βουνά κλ (Zevgoli)
  • ③ prophylactic, sheath, condom (syn καπότα, L προφυλακτικό)

[fr kath ασπίς ← MG ← K (also pap), AG]

[Λεξικό Γεωργακά]
ασπίδα2 [aspí∂a] η, zoo
  • asp, viper (syn αστρίτης):
    • poem ποιος πηλαλάει θριαμβικά στη ζέστη αυτή των τροπικών; | κάκτοι, ασπίδες, λεοπάρδαλοι και κόμπρες (Tziovas)

[fr postmed, MG ασπίδα (& οσπίδα Rhodes) ← K (also pap), AG, perh fr the shape of this snake's head]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go