Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αρχηγός
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχηγός ο [arxiγós] Ο17 θηλ. αρχηγός [arxiγós] Ο34 & (προφ.) αρχηγίνα [arxijína] Ο26 : αυτός που διευθύνει, που διοικεί ένα ιεραρχημένο σύνολο ή έναν τομέα· (πρβ. επικεφαλής, ηγέτης): Έχει ικανότητες / ταλέντο αρχηγού. Θέλει πάντα να είναι ~. Είναι γεννημένος (για) ~. α. (για στρατιωτικά ή με παρόμοιο τρόπο οργανωμένα σώματα): ~ Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας / Στρατού / Nαυτικού / Aεροπορίας. ~ των Ενόπλων Δυνάμεων / της Ελληνικής Aστυνομίας / των Προσκόπων. β. αυτός που πρωτοστατεί σε κάποια δραστηριότητα: ~ της απεργίας / της διαδήλωσης / των επεισοδίων. γ. αυτός που επιλέγεται ως επικεφαλής σε μια συγκροτημένη ομάδα: ~ κόμματος / παράταξης / ποδοσφαιρικής ομάδας / σπείρας / συμμορίας. || Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο ~ του ελληνικού κράτους. Στην επίσημη τελετή παραβρέθηκαν πολλοί αρχηγοί κρατών. δ. αυτός που ηγείται μιας κίνησης· ηγέτης: Θρησκευτικός / πνευματικός ~. || ~ (της) οικογένειας: α. (νομ., παλαιότ.) το πρόσωπο που έχει την ευθύνη για την οικογένεια. β. το πρόσωπο που ηγείται της οικογένειας: Ο άντρας δεν είναι πια ο ~ της οικογένειας. αρχηγίσκος ο YΠΟKΟΡ (μειωτ.) για ασήμαντο ή ανίκανο αρχηγό.

[λόγ. < αρχ. ἀρχηγός· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους· αρχηγ(ός) -ίνα· λόγ. αρχηγ(ός) -ίσκος]

[Λεξικό Κριαρά]
αρχηγός ο.
  • 1)
    • α) Hγεμόνας, κυβερνήτης:
      • όταν σε στήσουν αρχηγόν και λάβεις εξουσίαν (Σπαν. A 282
    • β) ο επικεφαλής:
      • τίνα να βάλομεν αρχηγόν …; (Διήγ. Bελ. χ 105).
  • 2) Aυτός που εξουσιάζει, αφέντης, άρχοντας:
    • Έρως, αυθέντα βασιλεύ, … των αναισθήτων αρχηγέ (Λίβ. (Lamb.) N 318).
  • 3) (Mε αφηρημένες έννοιες, όπως σοφία, μίσος) αυτός που έχει κ. σε μεγάλο βαθμό:
    • Πώς δ’ ο του μίσους αρχηγός κηρύξω την αγάπην; (Mανασσ., Ποίημ. ηθ. 96).

[αρχ. ουσ. αρχηγός. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αρχηγός [arçiγós] ο, (L)
  • ① leader, commander, chief, head (near-syn ηγέτης):
    • ~εκκλησίας, εξεγέρσεως, συμμορίας, συνωμοσίας |
    • ~ λαού, χορωδίας |
    • ~ της παρέας |
    • ~ του δημοτικισμού |
    • θρησκευτικός, πολιτικός ~ |
    • ~ποδοσφαιρικής ομάδας captain of a soccer team |
    • ~ προσκοπικής ομάδας troop leader, scoutmaster |
    • ~ οικογενείας (L) head of the family (syn οικογενειάρχης) |
    • ~ φυλής headman of a tribe, chief (syn φύλαρχος) |
    • ~ κατ' όνομα figurehead leader |
    • ~ κόμματος party leader |
    • ~ κυβερνήσεως head of government, prime minister (syn πρωθυπουργός, syn phr πρόεδρος κυβερνήσεως) |
    • ~ κράτους head of state (syn ανώτατος άρχων, e.g. πρόεδρος της δημοκρατίας |
    • L phr αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάσθω in the presence of the leader all claims to authority must cease |
    • οι αρχηγοί των όπλων άρχισαν να φθάνουν στο Πεντάγωνο |
    • για τη νίκη ένα στοιχείο είναι απαραίτητο, ο ~ (Kazantz) |
    • ο Bενιζέλος θα γίνει η έκφρασις, ο ~ του αστικού κόσμου (Petsalis) |
    • τι ~ θα γίνεις, αφού ξεχνάς την περικεφαλαία σου στα ξένα σπίτια; (KPolitis)
  • ② ram or goat that leads the flock, bellwether (syn κεσέμι, μπροστάρης, προλάτης, σούρτης):
    • εμπρός βαδίζει ένα μεγαλόσωμο πρόβατο, το κεσέμι, που τ' αναγνωρίζουν όλα ως αρχηγό (ChZalokostas)

[fr postmed, MG αρχηγός ← PatrG, K (also pap), AG ἀρχηγός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go