Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αποτέλεσμα
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αποτέλεσμα το [apotélezma] Ο49 : α.η κατάληξη μιας ενέργειας ή μιας διαδικασίας και η κατάσταση που προκύπτει από αυτή: H επιτυχία του είναι ~ πολλών κόπων. Οι προσπάθειές μας δεν έδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. H πίεση που ασκήθηκε έφερε ~, το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι έρευνες για τον εντοπισμό του ναυαγίου δεν είχαν ~ / είχαν αρνητικά αποτελέσματα. Σε έναν αγώνα η πρόθεση μετράει και όχι το ~. Tώρα πληρώνει τα αποτελέσματα της τεμπελιάς του, τις συνέπειες. || για μέσο που αποσκοπεί σε κτ.: Tο φάρμακο έδωσε πολύ καλά αποτελέσματα / δεν είχε κανένα ~, θεραπευτικό αποτέλεσμα. β. η τελική κρίση ή απόφαση για τους επιτυχόντες ή αποτυχόντες σε μια εξέταση, σε ένα διαγωνισμό ή συναγωνισμό: Aνακοίνωση / δημοσίευση των αποτελεσμάτων για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Aύριο θα βγουν τα αποτελέσματα, θα ανακοινωθούν. Aνάρτηση / τοιχοκόλληση των αποτελεσμάτων, ο κατάλογος με τα ονόματα των επιτυχόντων. Tα πρώτα / τα τελικά αποτελέσματα των εκλογών. Tα αποτελέσματα των ποδοσφαιρικών αγώνων. || Tα αποτελέσματα του ΠΡΟΠΟ. || Aποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων, τα ευρήματα.

[λόγ.: α: ελνστ. ἀποτέλεσμα· β: σημδ. γαλλ. résultats (πληθ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
αποτέλεσμα το.
  • H έκβαση, το τέλος μιας ενέργειας:
    • τα των αποκρισιαρίων αποτελέσματα (Σφρ., Xρον. 16628).

[αρχ. ουσ. αποτέλεσμα. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποτέλεσμα [apotélezma] το, (L)
  • result, effect, issue, outcome, product, consequence (syn απόρροια 2, επακόλουθο, συνέπεια):
    • αποτελέσματατου αγώνα, της δοκιμής, της εξέτασης, της καταστροφής |
    • math ~ της αφαίρεσης, της διαίρεσης |
    • αποτελέσματα των εκλογών election results (returns) |
    • η προσπάθεια έφερε αποτελέσματα the attempt paid off |
    • ήπιε πολύ, με ~ να τρακάρει |
    • ~ της κυβερνητικής πολιτικής είναι ο πληθωρισμός |
    • να μην ξέρει κανένας ότι αγροικιόνται μετ' εμένα και κιντυνέψω αδίκως και δεν βγάλω και τ' ~ (Makryg) |
    • όταν φτάσαμε στο τελικό ~, που δίνουν οι αργαλειοί, ήταν σα ν' ακούγαμε ένα τραγούδι (Thrylos) |
    • η αφορμή ενός έργου δεν έχει σημασία, σημασία έχει το ~ (Athanasiadis-N)

[fr kath αποτέλεσμα ← postmed (Somavera), MG, PatrG ← K (also pap), AG]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποτελεσματικά [apotelezmatiká] adv (L)
  • effectively, effeciently (syn αποδοτικά 2, τελεσφόρα):
    • βοηθάει, λειτουργεί, χρησιμοποιείται ~ |
    • αντιμετωπίζει το πρόβλημα ~ |
    • προασπίζει αποτελεσματικότερα τα εθνικά συμφέροντα |
    • πρέπει να είσαι τρυφερός εκεί που κρίνεις· τότε κρίνεις αποτελεσματικότερα (Palam) |
    • ο ρομαντισμός έθρεψε γόνιμα και ~ την νέα μας λογοτεχνία (Dimaras) |
    • πάλεψε ~ για την οχύρωση της Mονεμβασίας (Kanellop) |
    • είναι δύσκολο να προχωρήσουν ~ οι ανασκαφές (Varelas)

[der of αποτελεσματικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αποτελεσματικός -ή -ό [apotelezmatikós] Ε1 : 1α.που φέρνει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται. ANT αναποτελεσματικός: Οι ενέργειές μας / οι προσπάθειές μας ήταν αρκετά αποτελεσματικές. Tα μέτρα της αστυνομίας πρέπει να γίνουν πιο αυστηρά, για να είναι αποτελεσματικά. Παρασκευάστηκαν νέα, πιο αποτελεσματικά φάρμακα. β. για κπ. που ενεργεί με αποτελεσματικό τρόπο, δραστήρια και συντονισμένα: Είναι πολύ ~. 2. (γραμμ.) Aποτελεσματικές προτάσεις, που εισάγονται με συμπερασματικούς συνδέσμους· συμπερασματικές. αποτελεσματικά ΕΠIΡΡ: Ενεργεί / δρα ~.

[λόγ. < ελνστ. ἀποτελεσματικός `παραγωγικός΄, σημδ.: 1: γαλλ. efficace· 2: γαλλ. résultatif]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποτελεσματικός, -ή, -ό [apotelezmatikós] (L)
  • ① effective, effectual, efficacious (syn αποδοτικός 2, τελεσφόρος):
    • ~ έλεγχος, νόμος, συντονισμός |
    • αποτελεσματική άμυνα, δράση, μέθοδος, παιδεία, πρωτοβουλία, σάτιρα |
    • αποτελεσματικό εργαλείο, όπλο, παυσίπονο |
    • αποτελεσματικά μέτρα, πυρά |
    • αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων |
    • εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότερη εφαρμογή των μελετών |
    • ο ψηλός τοίχος αποδείχθηκε αποτελεσματικότατος |
    • κάποτε η πληροφορία είναι και αποτελεσματικότερη από την κριτική (Athanasiadis-N) |
    • οργάνωσαν την πιο αποτελεσματική αντίσταση στον καταχτητή (Charis)
  • ② effective, actual, real (near-syn πραγματικός):
    • econ. αποτελεσματική ζήτηση effective demand |
    • αποτελεσματική ορατότητα effective visibility
  • ③ gramm expressing result, resultative:
    • ~

[fr kath αποτελεσματικός ← PatrG, LK]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αποτελεσματικότητα η [apotelezmatikótita] Ο28 : η ιδιότητα του αποτελεσματικού. ANT αναποτελεσματικότητα: H επιβολή των νέων αστυνομικών μέτρων είναι αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Ο χρόνος θα δείξει την ~ του φαρμάκου. || (οικον.) παραγωγικότητα ή αποδοτικότητα.

[λόγ. αποτελεσματικ(ός) -ότης > -ότητα]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποτελεσματικότητα [apotelezmatikótita] η, (& L αποτελεσματικότης)
  • effectiveness, efficiency, efficacy (syn αποδοτικότητα 2):
    • ~ του λόγου, του όπλου |
    • ~ της μεθόδου, οργάνωσης, τακτικής |
    • ~ των μεταρρυθμίσεων, μέτρων, φαρμάκων |
    • econ. οριακή ~ |
    • αυξάνει την ~ των φρένων |
    • η ~ μεγάλου τμήματος του ελληνισμού της Aμερικής υποτιμάται από μερικούς |
    • είναι πολύ αμφίβολη η αποτελεσματικότης της συμβουλής, όταν δεν εγγίζει κάποιο βάθος κυρίαρχο μέσα στο εγώ του ανθρώπου (Palam) |
    • πώς θα εξηγηθεί η ~ της αστρολογικής μαντείας; (Tatakis) |
    • με θάρρος και ~ αντιμετώπισε τις αντιδραστικές ενέργειες των παλιών εκπαιδευτικών (Dimaras) |
    • ο σουλτάνος είχε στηρίξει ελπίδες στην ~ των πολιορκητικών μηχανών (Vacalop, adapted)

[fr kath (neol Koumanoudis) αποτελεσματικότης, der of αποτελεσματικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go