Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αοριστία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αοριστία η [aoristía] Ο25 : κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την απουσία σαφών, ορατών και ξεκαθαρισμένων στόχων: H ~ της πολιτικής κατάστασης. || ασάφεια στη διατύπωση, αοριστολογία: H ~ του νόμου άφηνε πολλά περιθώρια για παρερμηνείες. Προσπάθησε να με πείσει μ΄ ένα σωρό αοριστίες.

[λόγ. < αρχ. ἀοριστία]

[Λεξικό Γεωργακά]
αοριστία [aoristía] η, (L)
  • ① indefiniteness, indeterminateness, doubtfulness, vagueness (syn αβεβαιότητα, το αόριστο):
    • το έθνος πρέπει να λυτρωθεί από την ~ του νου (Theotokas) |
    • η ~ των θέσεων, του νοήματος |
    • δεν της αρέσει η ~ της αναμονής |
    • τους τρομάζει η ~ των αισθημάτων (Spandonidis) |
    • εμείς δεν μπορούμε να γίνομε ρομαντικοί, γιατί δεν έχομε την ~ της φύσης ούτε πάλι είμαστε σε ανυπέρβλητη απόσταση από το κλασικό (Theodorakop) |
    • ο τύπος αυτός διαγράφεται με ~ (Sachinis) |
    • το παράδειγμα των Γάλλων επαναστατών μετέβαλε τη μυστικοπαθή ~ των εθνικών ονείρων σε πατριωτική δραστηριότητα (Vranousis) |
    • οι εικόνες αυτές είναι απαλλαγμένες από ~ και γενικότητα (Andronikos) |
    • ένας βαθμός αοριστίας είναι αναγκαίος στη σύλληψη των ποιητών (Palam) |
    • ο W. Pater καθιέρωσε την αξία της αοριστίας, είναι ο εισηγητής της ποίησης των συγκινήσεων (Spandonidis) |
    • το Γρυπάρη τον βρίσκουμε σε ποιήματά του καθαρόν ποιητή της μουσικής αοριστίας (id.) |
    • η λυρική έκφραση γίνεται υποβλητική με την ~ και τους υπαινιγμούς της (Papanoutsos) |
    • αν οι ερασιτέχνες ιστορικοί προσφέρουν κάτι νέο, το περιβάλλουν με τόση ~, ώστε να δυσκολεύουν την εύρεσή του (Vacalop) |
    • ο ουράνιος παράδεισος παραμένει ακόμη μια ~ μυθολογημένη κατά τις φαντασίες και τις επιθυμίες των διαφόρων θρησκειών (Karantonis)
  • ② indefinite, unclear or vague expression, vagueness, ambiguity (syn αοριστολογία 2, ασάφεια, ant σαφήνεια):
    • σκόπιμη ~ στη φράση |
    • ο K. Xατζόπουλος στο "Φθινόπωρο" διαλύει τον πεζό λόγο του μέσα σε μια λυρική ρευστότητα και μια θεληματική ~ (Sachinis) |
    • την περίμενα την ~ των απαντήσεων (Papatsonis) |
    • οι διαλεγόμενοι μεταχειρίζονται την ~ και την ασάφεια της γλώσσας (Papanoutsos) |
    • οι γονιοί της απαντούσαν στα ερωτηματικά της κόρης τους με αοριστίες |
    • της αποκρίθηκε με αοριστίες μ' ένα δισταχτικό ναι ή όχι (Charis)

[fr kath αοριστία ← K, PatrG ← AG (Aristotle)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go