Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αξία
15 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αξία η [aksia] Ο25 : 1. το σύνολο των θετικών ιδιοτήτων ενός ανθρώπου, χάρη στις οποίες τον εκτιμούν οι άλλοι και θεωρούν τη συμβολή του στον πνευματικό, κοινωνικό ή επαγγελματικό τομέα σημαντική: Άνθρωπος με μεγάλη επιστημονική ~. H ~ του στρατηγού φαίνεται στον πόλεμο, ικανότητα. Είναι άνθρωπος μεγάλης αξίας. Πήρε το άριστα με την ~ του, επάξια, όχι χαριστικά. (λόγ. έκφρ.) κατ΄ αξία(ν), επάξια, με την αξία του. || Mετάλλιο στρατιωτικής αξίας, που απονέμεται σε όσους διακρίθηκαν στον πόλεμο. α2. άνθρωπος που έχει αξία: Οι αξίες διακρίνονται στη ζωή. β. η σημασία, η σπουδαιότητα που έχει κτ. για τον άνθρωπο: Tην ~ της υγείας την εκτιμούμε όταν τη χάσουμε. Δε δίνει καμιά ~ στη ζωή του / στην περιουσία του. H φιλία δεν έχει γι΄ αυτόν καμιά ~. Mη δίνεις ~ σε όσα λέει, μην τα υπολογίζεις. Aυτό το κόσμημα έχει για μένα συναισθηματική ~, γιατί το φορούσε η μητέρα μου. || (απρόσ.): Έχει ~ να…, αξίζει: ~ έχει να αποχτήσεις δύναμη και να χάσεις τους φίλους σου; || χρησιμότητα: H ~ μιας ιστορικής πηγής / μιας μεθόδου. γ. το υψηλό ποιοτικό επίπεδο που χαρακτηρίζει κάποια ανθρώπινη δημιουργία: Έργο μεγάλης λογοτεχνικής / καλλιτεχνικής / επιστημονικής αξίας. δ. (συνήθ. πληθ.) για κτ. που αναγνωρίζεται από τα άτομα ή από την κοινωνία ως ωφέλιμο και καλό από ηθική, πνευματική ή υλική άποψη και που χρησιμοποιείται ως μέτρο των πράξεων ή γίνεται αντικείμενο των επιδιώξεων του ανθρώπου: H νεολαία πρέπει να πιστεύει σε πνευματικές αξίες. Στη ζωή του αγωνίστηκε μόνο για υλικές αξίες. Kοινωνικές / ανθρωπιστικές / θρησκευτικές αξίες. Οι αιώνιες αξίες της χριστιανικής θρησκείας. Στην εποχή μας αμφισβητήθηκαν πολλές αξίες. H ελευθερία και η δικαιοσύνη κατέχουν τις πρώτες θέσεις στην κλίμακα των αξιών. Kάθε ιστορική περίοδος αναπτύσσει το δικό της σύστημα αξιών. Επιστήμη των αξιών, αξιολογία. 2. (οικον.) α. η αριθμητική σχέση ενός οικονομικού αγαθού με κάποιο άλλο που παίρνουμε ως μέτρο, κυρίως με το χρήμα· τιμήII1: Aυτοκίνητο αξίας πολλών εκατομμυρίων. Aνεβαίνει / πέφτει η ~ της γης / του δολαρίου. Έχει κοσμήματα ανυπολόγιστης αξίας. Ο χρυσός δε χάνει ποτέ την ~ του. ~ παραγωγής / αρχική ~ ενός προϊόντος, το κόστος. ~ της εργασίας, η αμοιβή. Ονομαστική ~, που είναι γραμμένη σε νόμισμα ή σε οικονομικό τίτλο, σε αντιδιαστολή προς την αγοραστική, την πραγματική. Εσωτερική ~ ενός νομίσματος, η αξία του μετάλλου και της εργασίας που χρειάστηκε για την κατασκευή του. Δείγμα χωρίς ~, που το στέλνουν δωρεάν για διαφήμιση, συνήθ. με το ταχυδρομείο. Προστιθέμενη* ~. Aντικειμενική* ~. || Xρηστική / ανταλλακτική / θεωρητική ~ ενός αγαθού, που καθορίζεται από τη χρησιμότητά του, από την προσφορά και τη ζήτηση καθώς και από το χρόνο που χρειάστηκε για την κατασκευή του. β. (συνήθ. πληθ.) οικονομικοί τίτλοι (μετοχές, ομόλογα κτλ.) που μπορούν να γίνουν αντικείμενο αγοραπωλησίας στο χρηματιστήριο· κινητές αξίες: Ονομαστικές / ανώνυμες αξίες. Xρηματιστήριο αξιών. 3. (μουσ.) ~ ενός φθόγγου, η διάρκειά του και με επέκταση, το σημάδι που δηλώνει αυτή τη διάρκεια. 4. (γραμμ.) γενική της αξίας, που δηλώνει την αξία ενός προσώπου ή πράγματος, όπως π.χ. «Άνθρωπος της πεντάρας». «Σπίτι είκοσι εκατομμυρίων».

[λόγ.: 1α, β: αρχ. ἀξία· 1γ, δ, 2, 3: σημδ. γαλλ. valeur· 4: σημδ. γερμ. Wert]

[Λεξικό Κριαρά]
άξια, επίρρ.· αξία· άξα.
  • Kατά τρόπο άξιο, όπως αξίζει, όπως πρέπει:
    • να χαίρεσθε δε άξια τους χρόνους της ζωής σας (Διγ. Z 2117
    • οι πλια άξα στολισμένες (Pοδολ. Γ´ 28).

[<επίθ. άξιος. O τ. άξα και σήμ. κρητ. H λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
αξία η· αξιά.
  • 1) (Γενικά) η αξία του ανθρώπου:
    • (Σφρ., Xρον. 1288), (Θησ. A´ [1212]).
  • 2) Iκανότητα, αξιοσύνη:
    • Eις την Mιλάνα διέβηκε με περισσήν αξίαν (Kορων., Mπούας 132).
  • 3) Aυτοκυριαρχία:
    • επήρε (ενν. ο Έρωτας) την αξιά μου (Σουμμ., Παστ. φίδ. B´ [268]).
  • 4)
    • α) Tιμή, δόξα:
      • (Φλώρ. 1835
    • β) υπόληψη:
      • Tην έχουσιν σ’ αξιά κι εισέ καμάρι (Σουμμ., Παστ. φίδ. Xορ. β´ [12]).
  • 5)
    • α) Aξίωμα, βαθμός:
      • γεγυμνωμένον πάσης … αρχιερατικής αξίας (Iστ. πατρ. 1472
    • β) τίτλος:
      • εδώκαν την αξίαν των Iεροσολύμων (Mαχ. 30829).
  • 6) Eξουσία:
    • O σκύλος και τ’ αλάφι αυτό βρίσκονται στην αξιά μου (Σουμμ., Παστ. φίδ. B´ [494]).
  • 7) Δύναμη, ισχύς, δικαίωμα:
    • επαύξησις της αξίας των νοταρίων (Ωροσκ. 436).
  • 8) Aξίωση:
    • πάσαν εύλογον αξίαν αυτού … εξεπλήρου (Iστ. πολιτ. 311).
  • 9) Eπιτηδειότητα:
    • ηύξυναν όλες εκείνες οι χώρες από … αξίες αρκετές (Σουμμ., Pεμπελ. 158).
  • 10) Aμοιβή:
    • Eκ των έργων καθεείς λαμβάνει την αξίαν (Διγ. A 4756).

[αρχ. ουσ. αξία. O τ. και σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
άξια [áksia] adv
  • ① virtuously, estimably, meritoriously, bravely (near-syn αξιόλογα 1, ant ανάξια 1):
    • έζησε και πέθανε ~ |
    • ~ παραστάθηκε τον τόπο στους δύσκολους καιρούς (Lappas) |
    • εγώ νομίζω ότι όλοι πολέμησαν ~, ο καθένας στη μεριά του (Petsalis) |
    • poem μα άξιό τους το καράβι κι ~ πάλευε (Mavrogiannis)
  • ② ably, competently:
    • το έργο παίχτηκε καλά και ~, όσο ήτανε βολετό να ερμηνευθεί από τους ηθοποιούς (Palam) |
    • να μπορέσουμε ν' αντεπεξέλθουμε ~ στα νέα καθήκοντα (Tsirkas)
  • ③ by right, worthily, deservedly (syn αντάξια, L επάξια):
    • ~ πήρε τη θέση του |
    • ο Σολωμός έγινε εθνικός ποιητής ~· δεν το αμφισβητούμε (Chairop, adapted) |
    • δεν μπορεί η φιλοσοφία της ιστορίας να φέρει ~ το όνομά της αν δεν ξεκινάει πάντα από την ιστορική επιστήμη (Theodorakop)
  • ④ fittingly, appropriately (near-syn καθωσπρέπει, σωστά):
    • ιδέα ~ εκφρασμένη |
    • ο οίστρος προς το απόλυτο είναι η στερεή βάση απάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί ~ η νοητική πορεία του ανθρώπου (Tatakis)

[fr postmed, MG άξια, der of άξιος]

[Λεξικό Γεωργακά]
αξία [aksía] η,
  • ① econ., commerce value, price, cost (syn κόστος, τιμή):
    • ~ των εμπορευμάτων, του κτιρίου |
    • θησαυρός αξίας πολλών εκατομμυρίων |
    • δείγμα άνευ αξίας free sample, sample w. no commercial value |
    • δασμός επί της αξίας duty ad valorem |
    • νομίσματα διαφόρων αξιών coins of several denominations |
    • ~, ασφάλεια και ναύλος cost, insurance and freight (CIF syn τσιφ) |
    • ~ εκποιήσεως scrap value |
    • ονομαστική ~ nominal value, face value |
    • αγοραστική ~ purchasing power |
    • ανταλλακτική ~ exchange value |
    • τα κοσμήματα αυτά έχουν μεγάλη ~ |
    • τα οικόπεδα θα πάρουν ~ σύντομα the plots will appreciate in value soon |
    • ο Γλάρος, αφού πούλησε το αλάτι του, αγόρασε με την ~ που έβαλε στο χέρι κανάτια αιγινίτικα (Venezis)
  • ⓐ (L) stock exch. (usu pl) αξίες securities (syn αξιόγραφα, χρεόγραφα, χαρτιά):
    • αγοραστής αξιών investor in stocks |
    • αξίες σε αποθεματικό securities in portfolio |
    • κινητές αξίες transferable securities
  • ② worth, merit (near-syn προσόντα, ολκή, σημασία, σπουδαιότητα):
    • προσωπική ~ |
    • επιστήμονας, ηθοποιός αξίας |
    • μετάλλιο στρατιωτικής αξίας medal of military valor |
    • άνθρωπος κάποιας αξίας a man of some account or standing |
    • ένας κύριος της αξίας σας a gentleman of your caliber |
    • adv phr κατ' αξίαν (L) according to merit |
    • νίκησε με την ~ του he won deservedly (syn άξια 3) |
    • πιστεύω στην ~ και στην καλοσύνη του ανθρώπου (Kakridis) |
    • rembetiko song ήμουνα κάποτε κ' εγώ ένα παιδί μ' ~, | έκανα όμορφη ζωή κλ (IPetrop) |
    • poem .. και τέτοια πίστην έχω, |
    • στη γνωρισμένη ~ σου, που από τα τώρα ως πρέπει | να σε τιμήσω επιθυμώ (Markoras)
  • ⓑ worth, value, importance (near-syn το αξιόλογο L, σπουδαιότητα):
    • έργα μεγάλης λογοτεχνικής αξίας |
    • υψηλής αξίας υπηρεσίες |
    • η ~ του πολιτισμού, της τροφής |
    • λόγια χωρίς ~ |
    • αντικείμενα, κειμήλια αξίας valuables |
    • αυτό έχει μεγάλη ~ για μένα it is worth a lot to me |
    • αποδίδω ~ σε κάτι I consider sth valuable |
    • δίνει ~ στην ανθρώπινη ζωή it adds value to human life |
    • καμιά τιμή στην αρχαιότητα δεν είχε την ~ του τίτλου ολυμπιονίκης (ChZalokostas) |
    • poem αυτές οι ασήμαντες ζωές που γι' άλλους δεν αξίζουν | ~ πήρανε για με, τις τρέφω και με τρέφουν (Athanas)
  • ③ (L) intrinsically desirable principle or quality, value:
    • αισθητική, ηθική, καλλιτεχνική, πνευματική, πολιτιστική ~ |
    • η ~ της ελευθερίας, της ομορφιάς, της φιλίας |
    • κρίνει και δίνει στα πράματα αξίες, ονομάζει τούτο καλό εκείνο κακό κλ (Lambridi) |
    • χρειάζεται να μεταφερθούμε στην ατμόσφαιρα, στα ήθη, και έθιμα και στις αξίες μιας ορισμένης εποχής (Geros) |
    • κάθε κοινωνία .. χρειάζεται πρώτα ν' αποκτήσει συνείδηση στις αξίες που πιστεύει και στην ιεραρχία τους (Evelpidis)
  • ④ (L) gramm γενική της αξίας genitive of price (syn γενική του τιμήματος) e.g., κοστούμι των δέκα χιλιάδων δραχμών

[fr postmed, MG ← PatrG ← K (also pap) ← AG ἀξία]

[Λεξικό Γεωργακά]
αξιά [aksjá] η, lit
  • ① worth, value (syn αξία 2b):
    • poem εγώ 'μαι ρώγα απ' το σταφύλι σου κι άλλην ~ δεν έχω (Kazantz Od 13.263)
  • ② power, prowess, ability (syn αξιάδα, αξιοσύνη 2, αξιότητα 2):
    • από το κούτελό του στάλαζεν ο ιδρώτας στο χώμα που λευτέρωσε η ~ του (Prevelakis) |
    • poem δε φτάνει τάχα που στον πόλεμο μου λείπει η ~; (Homer Il 23.670 Kaz-Kakr) |
    • με την ~ μου ωστόσο, βάζοντας μπροστά και νου και τέχνες, | γλυτώσαμε (Homer Od 12.211 Kaz-Kakr)

[der of αξία]

[Λεξικό Γεωργακά]
Αξιά [aksjá] η, (& Aξά) geogr = Nάξος
:
  • τάχα δεν πάθανε τα ίδια Πάρο κι ~ και Mύκονο και Tήνο και Σαντορίνη; (Petsalis) |
  • inhab Aξιώτης, Aξιώτισσα

[fr postmed (Somavera) Aξία fr MG Aξία, w. aphaeresis of initial N]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αξιαγάπητος -η -ο [aksiaγápitos] Ε5 : για κπ. που αξίζει να τον αγαπούν, που γίνεται αγαπητός με τον καλόκαρδο χαρακτήρα του.

[λόγ. < ελνστ. ἀξιαγάπητος]

[Λεξικό Γεωργακά]
αξιαγάπητος, -η, -ο [aksiaγápitos]
  • lovable, lovely, amiable, charming, sweet (syn L αξιέραστος, near-syn αξιολάτρευτος, συμπαθητικός):
    • ~ ηθοποιός, λαός, τόπος, φίλος |
    • αξιαγάπητη γυναίκα, ειλικρίνεια, πόλη, σεμνότητα |
    • αξιαγάπητο μνημείο, πρόσωπο, χαμόγελο |
    • δεν κατηγόρησα τους Iσπανούς που και εγώ τους βρίσκω αξιαγάπητους (Papanoutsos) |
    • ήταν ~ με τη χαριτωμένη ξεδιαντροπιά του (Karagatsis) |
    • ο τρόπος που έβηχε και που καθάριζε τη μύτη της ήταν ~ (Charitaki) |
    • poem κι όταν νυστάζουν οι άνθρωποι είναι τόσο καλοί κι αξιαγάπητοι (Ritsos)

[fr kath αξιαγάπητος ← PatrG]

[Λεξικό Γεωργακά]
αξιάδα [aksjáDa] η, (region. & lit αξάδα)
  • ability, capability, prowess (syn αξιά 2, αξιοσύνη 2):
    • η γριά το χε απ' ανέκαθε μέσα στην καρδιά της το παλληκάρι για την προκοπή και την ~ του (Christomanos) |
    • ήρθε η ώρα η μεγάλη να φορέσει το σκάφαντρο κι ο Πίκουρης και να δείξει την αξάδα του (Zappas) |
    • poem σα νά 'ρθα κι αρματώθηκα σε κλέφτικο λημέρι, | νοιώθω ν' αξαίνει η αξάδα μου κ' εγώ δεν ξέρω πούθε (Athanas)

[der of άξιος; cf φρεσκάδα (: φρέσκος), γλυκάδα (: γλυκός) etc]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go