Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αθήρωμα
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αθήρωμα το [aθíroma] Ο49 : (ιατρ.) η πλάκα που σχηματίζεται στον εσωτερικό χιτώνα των αιμοφόρων αγγείων από τη συσσώρευση, την εναπόθεση χοληστερίνης και άλλων λιπιδίων, και που προκαλεί στένωσή τους και δυσχεραίνει τη ροή του αίματος.

[λόγ. < νλατ. atheroma (στη νέα σημ.) < λατ. atheroma < ελνστ. ἀθήρωμα `εξόγκωμα με υλικό σαν χυλό΄]

[Λεξικό Γεωργακά]
αθήρωμα [aθíroma] το, med
  • atheroma:
    • εναπόθεση λίπους στο εσωτερικό της αρτηρίας δημιουργεί ένα ~ και επακολουθεί στένωση και σκλήρυνση της αρτηρίας

[fr AG ἀθήρωμα 'tumor full of gruel-like matter']

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αθηρωματικός -ή -ό [aθiromatikós] Ε1 : (ιατρ.) 1α. που έχει αθήρωμα ή που πάσχει από αθηρωμάτωση: Aθηρωματική αρτηρία. || (ως ουσ.) ο αθηρωματικός, αυτός που πάσχει από αθηρωμάτωση. β. που οφείλεται, προκαλείται από αθήρωμα: Aθηρωματική νόσος / πάθηση. 2. αθηρωματική κύστη, που σχηματίζεται από τη συγκέντρωση λιπαρού υλικού (σμήγματος) εξαιτίας της απόφραξης εκφορητικού πόρου.

[λόγ. αθηρωματ- (αθήρωμα) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αθηρωμάτωση η [aθiromátosi] Ο33 : (ιατρ.) η παθολογική εναπόθεση λιπαρών ουσιών στον εσωτερικό χιτώνα των αιμοφόρων αγγείων και η πάθηση την οποία προκαλεί.

[λόγ. < νλατ. atheromatosis < atheromat- < ελνστ. ἀθηρωματ- (δες αθήρωμα) -osis = -ωσις > -ωση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go