Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αδοξία
1 item total
[Λεξικό Γεωργακά]
αδοξία [a∂oksía] η, (L)
  • lack of good fame or glory, ingloriousness, ignominy (syn ανυποληψία, ασημότητα):
    • οι πατρίδες... με τις ποικίλες των ιστορικές περιπέτειες, τ' ανθίσματα και τους ξεπεσμούς, τις δόξες τους και τις αδοξίες... φέγγουν και τρεμοσαλεύουν κλ (Palam) |
    • αν κατορθώσουν να συνεχίσουν μοναχά την παράδοση, θα καταντήσουν... μιμητές και θα πεθάνουν μέσα στην ~ της μετριότητας (Panagiotop)

[fr AG, K ἀδοξία 'ill-repute, obscurity etc']

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go