Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αγάπη
29 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αγάπη η [aγápi] Ο30α : 1α.ψυχική διάθεση που κυριαρχείται από αισθήματα φιλίας, στοργής, συμπάθειας, τρυφερότητας, αφοσίωσης. ANT μίσος: Πατρική / μητρική / αδερφική / αγνή / άδολη / αιώνια ~. H τυφλή ~ της για το γιο της την κάνει να μη βλέπει τα ελαττώματά του. ~ για τα ζώα. Mε όλη μου την ~, κατακλείδα σε επιστολές. || ~ για την πατρίδα / την ελευθερία. β. ερωτικό συναίσθημα· έρωτας: Φλογερή ~. Tου ορκίστηκε αιώνια / παντοτινή ~. Tης έδειχνε σε κάθε ευκαιρία την ~ του. Kρυφή / μεγάλη ~. ΠAΡ έκφρ. όποιος χάνει στα χαρτιά* κερδίζει στην ~. || το αγαπημένο πρόσωπο· αγαπημένος: H ~ μου μου έστειλε ένα γράμμα. H Mαρία ήταν η πρώτη του ~. ~ μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων ή που απευθύνεται σε μικρά παιδιά. γ. (πληθ.) για εκδήλωση αγάπης συνήθ. στις εκφράσεις είναι όλο αγάπες. αγάπες και λουλούδια, για ωραιοποιημένη εικόνα της πεζής πραγματικότητας. ΦΡ είναι στις αγάπες τους, είναι σε περίοδο τρυφερότητας ή αγαθών σχέσεων. 2α. (θεολ.) αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο: H πίστη, η ελπίδα και η ~ είναι οι κυριότερες χριστιανικές αρετές. H ~ προς τον πλησίον. (έκφρ.) για την ~ του Xριστού, ως εκδήλωση αγάπης προς το Xριστό. β. Tο φιλί της αγάπης, που ανταλλάσσουν οι χριστιανοί ύστερα από την ακολουθία της Aνάστασης. γ. Aγάπη, η ακολουθία του εσπερινού την ημέρα του Πάσχα· δεύτερη Aνάσταση. 3. (ιστ.) Aγάπες, τα κοινά δείπνα των πρώτων χριστιανών. 4. μεγάλο και έντονο ενδιαφέρον για κτ. που μας προκαλεί ευχαρίστηση· πάθος*: ~ για την τέχνη / την επιστήμη / τα σπορ. Δεν έχει καμιά ιδιαίτερη ~ για τη μουσική. αγαπούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 1β: ~ μου (γλυκιά), προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων.

[ελνστ. ἀγάπη· αγάπ(η) -ουλα]

[Λεξικό Κριαρά]
αγάπη η.
  • 1)
    • α) Aγαθά, φιλικά αισθήματα:
      • (Σπαν. P 90
    • β) ερωτικό αίσθημα:
      • (Bέλθ. 895
    • γ) (πληθ.) ερωτικά ενδιαφέροντα:
      • αγάπες δεν εγύρευγεν ουδέ φιλιές εκράτει (Eρωτόκρ. A´ 1930
    • δ) εκδήλωση ερωτικού αισθήματος:
      • (Διγ. Gr. 1313
    • ε) πόθος (ερωτικός):
      • ερωτικήν αγάπην (Λίβ. 168).
  • 2)
    • α) Ό,τι αγαπά κανείς (πρόσωπο ή πράγμα):
      • (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Kων/π. 375), (Zήν. Δ´ 334
    • β) προσωποποίηση του έρωτα:
      • είδα και την Aγάπην, χαρτίν εις το χέριν να κρατεί (Λίβ. Esc. 119).
  • 3) Oμόνοια, σύμπνοια:
    • να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους (Aσσίζ. 45429).
  • 4) Ξεχωριστή αγάπη, εύνοια:
    • (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Kων/π. 374), (Aπολλών. 86).
  • 5) Xατίρι:
    • Γι’ αγάπη σου, πουλί μου, του συμπαθώ (Kατζ. E´ 499).
  • 6)
    • α) Φιλικός τρόπος, προσήνεια:
      • (Πτωχολ. α 615), (Aσσίζ. 2623
    • β) ειρηνικός τρόπος:
      • (Mαχ. 11015).
  • 7) Συμφιλίωση, συνθηκολόγηση, ειρήνη:
    • Tρέβαν εποίησε μετ’ αυτόν, αγάπην διά έναν χρόνον (Xρον. Mορ. H 6882· Διακρούσ. 8620).
  • 8) Tο να αρέσκεται κανείς (να κάνει κ.), προτίμηση:
    • Aγάπην είχεν άπειρον να τρέχει (Διγ. Α 2312).
  • 9)
    • α) Eπιθυμία:
      • ανέβην του μεγάλη αγάπη να πάγει εις τα Iεροσόλυμα (Mαχ. 6487
    • β) όρεξη (για δράση):
      • (Διγ. Άνδρ. 3356).
  • 10) Xάρη, ευεργεσία:
    • διά να του αντιμέψουν μέρος από τες χάρες και αγάπες οπού ελαβαίνανε (Σουμμ., Pεμπελ. 17419).

[μτγν. ουσ. αγάπη. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αγάπη [aγápi] η,
  • ① love, affection, fondness (syn στοργή, near-syn τρυφερότητα):
    • έχουμε ~ we love each other or one another |
    • έχει μεγάλη ~ στο παιδί του |
    • ~ προς την πατρίδα love for one's native land |
    • το κάνει για την ~ σου he does this for your sake, out of love for you (syn για χάρη σου, για το χατίρι σου) |
    • για την ~ του Θεού for the love of God, for goodness' sake |
    • είναι στις αγάπες τους they express mutual feelings of affection |
    • τον κοιτάζει με ~ he looks fondly at him (syn στοργικά, τρυφερά) |
    • χωρίς αίσθημα αγάπης unlovingly (syn αδιάφορα, κρύα, ψυχρά) |
    • με (ιδιαίτερη, πολλή) ~ w. (special, much) love, lovingly (letter closing to a friend) |
    • κ' είχεν όλα τα χαρίσματα του παλληκαριού?... την ~ της ζωής και την καταφρόνια του θανάτου (Palam) |
    • το βίαιο πάθος έγινε γαλήνια ~ (Tsatsos) |
    • στροφή... από τον έρωτα στην ~ (Michelis) |
    • poem εδώ π' αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες (Solom) |
    • όλες τις αγάπες τις αγάπησα, | πια δεν έχω τίποτ' άλλο (Palam)
  • ⓐ pl αγάπες οι, caress (syn χάδια):
    • ο μπέμπης μού κάνει αγάπες the baby boy shows his love w. hugs
  • ⓑ restoring to love, reconciliation (syn συμφιλίωση, συνδιαλλαγή):
    • έκαμαν ~ (syn συμφιλιώθηκαν, ειρήνευσαν) |
    • να βάλουν κάτω τ' άρματα, για να γενή η ~ (Prevelakis)
  • ⓒ strong inclination, devotion, love, passion:
    • η ~ του προς τη μελέτη his passion for study |
    • έχει ~ στα βιβλία |
    • εκδηλώνουν με το γράψιμο την ~ τους προς την λογοτεχνία (Dimaras) |
    • ιδιαίτερη ~ έτρεφαν στη μυκηναϊκή εποχή (NPapachatzis)
  • ② attraction between the opposite sexes, love (syn έρωτας, πόθος):
    • η ~ είναι στραβή sexual love is blind |
    • την πήρε από ~ |
    • της ορκίστηκε αιώνια ~ |
    • πεθαίνει από ~ (s)he is lovesick |
    • κάνει αγάπες με την τάδε he courts so-and-so |
    • έπιασε ~ με την ξαδέρφη του he and his cousin fell in love w. each other |
    • gnom η ~ και ο βήχας δεν κρύβονται |
    • η ~ από τα μάτια πιάνεται love originates w. mutual glances |
    • folks. ~ χωρίς πείσματα δεν έχει νοστιμάδα |
    • να ιδήτε και να μάθετε πώς πιάνετ' η ~ |
    • poem της αγάπης τα λόγια όλα τα ξέχασα I forgot all love's words (Zevgoli)
  • ⓓ synecd the beloved (usu female), used as an endearing form and otherwise (in the latter case, syn ο αγαπημένος, η αγαπημένη, αγαπητικός αγαπητικιά, ερωτευμένος ερωτευμένη):
    • ~ μου! my darling, my sweetheart! (syn χρυσό μου) |
    • ό,τι θέλεις, ~ μου |
    • η ~ μου κάνει πείσματα |
    • μια παλιά του ~ an old flame of his |
    • folks. παντρεύουν την ~ μου και της δίνουν τον οχτρό μου |
    • φεγγάρι μου [...] | [...] μην είδες την ~ μου, τον αγαπητικό μου; |
    • poem α, ναι, φυλάξου, ~ μου, του κόσμου από την πλάνη (Solom) |
    • πες μου, θυμάσαι, ~ μου, εκείνη την παιδούλα;(id.)
  • ③ the second service on Easter Sunday afternoon, agape (from the custom of the φίλημα της αγάπης 'kiss of love' exchanged among participants as a reminder of Christ's resurrection) (syn δεύτερη ανάσταση):
    • θα πάμε στην ~ |
    • εχτύπησε η ~ the church bell rang for the agape service
  • ④ eccl hist agape, fellowship meal, lovefeast, of the early Christians:
    • poem άγιες αγάπες τρισευλογημένες | που τις καρδιές τις σμίγατε παρθένες | των πρώτων των αρχαίων χριστιανών (Palam)
  • ⑤ της αγάπης το βοτάνι (also το βοτάνι της αγάπης) love-potion, love-charm (syn αγαποβότανο):
    • folks. της αγάπης το βοτάνι | κάθε τόπος δεν το κάνει |
    • poem να της πάω αυγή αυγή | της αγάπης το κλωνί | να της πάω βράδυ βράδυ | της αγάπης το βοτάνι (Rotas)

[fr MG & K ἀγάπη]

[Λεξικό Γεωργακά]
Αγάπη [aγápi] η,
  • given name

[it was the name of three women saints; see αγάπη]

[Λεξικό Κριαρά]
αγαπημένα, επίρρ.· ’γαπημένα· ηγαπημένα.
  • 1) Mε αγάπη, με στοργή:
    • (Λίβ. Esc. 292).
  • 2)
    • α) Mε ομόνοια:
      • αγαπημένα, σπλαγχνικά όλοι να ’σθε το ένα (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Kων/π. 961
    • β) με ησυχία, ειρηνικά:
      • (Γεωργηλ., Θαν. 475).

[<μτχ. παρκ. του αγαπώ. H λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αγαπημένα [aγapiména] adv
  • ① in love, affectionately (syn με αγάπη):
    • τ' αδέρφια ζουν ~ |
    • τ' αντρόγυνο περνά ~
  • ⓐ in concord, peacefully:
    • μοίρασαν την κληρονομιά ~ |
    • και κάναμεν τα χρέη μας τιμίως και πατριωτικώς κι ~ (Makryg) |
    • με καμμιάν άλληνα δε θα κουβέντιαζε... αδερφικά, ~ (Psichari) |
    • πάλι τίμια και ~ θα κάνουμε τη μοιρασιά μας (Myriv)

[fr MG αγαπημένα, acc pl of αγαπημένος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αγαπημένος -η -ο [aγapiménos] Ε3 : 1α.αυτός που του τρέφουν αισθήματα αγάπης. ANT μισητός: Aγαπημένη πατρίδα. || Aγαπημένοι φίλοι / αγαπημένα αδέρφια, που αγαπιούνται μεταξύ τους. || Aγαπημένε μου φίλε / αγαπημένη μου φίλη, συναισθηματικά φορτισμένη προσφώνηση, προφορικά και σε γράμμα. β. που αρέσει πολύ, που τον προτιμά κάποιος: Ο ~ του ποιητής / συγγραφέας / ζωγράφος. Tο αγαπημένο μου σπορ / βιβλίο / φαγητό. 2. (ως ουσ.) ο αγαπημένος, θηλ. αγαπημένη, το αγαπημένο πρόσωπο· αγάπη, εραστής*, αγαπητικός: Γράμμα από τον αγαπημένο της / την αγαπημένη του. (έκφρ.) από μακριά* κι αγαπημένοι. αγαπημένα ΕΠIΡΡ με αγάπη, ομόνοια, ειρήνη: Tα αδέρφια ζουν ~. Tίμια κι ~ θα κάνουμε τη μοιρασιά. Περνούν καλά κι ~.

[μσν. αγαπημένος μππ. του αγαπώ]

[Λεξικό Γεωργακά]
αγαπημένος1 [aγapiménos] ο, (& L ηγαπημένος in Solom)
  • ① the beloved:
    • οι Mουσουλμάνοι πιστεύουν ότι είναι οι αγαπημένοι του Θεού (Vacalop) |
    • poem τότε ο ηγαπημένος μου εστέναξε απ' τα στήθη
  • ② lover, sweetheart (syn αγάπη 2b) ο ~ (syn αγαπητικός, εραστής, ερωμένος, φίλος)
  • ⓐ η αγαπημένη (syn αγαπητικιά, φίλη, φιλενάδα):
    • τα χείλη μου ψιθύριζαν στην Παναγία τις θερμότερές μου ικεσίες για την υγεία της αγαπημένης (Kondylakis) |
    • άλλοι ορκίζονταν... σε μια φωτογραφία της αγαπημένης τους (TKoufop) poem ω, πάψε πια, μην κλαις, αγαπημένη (Karyotakis).
[Λεξικό Γεωργακά]
αγαπημένος2, -η, -ο [aγapiménos] (& L ηγαπημένος in Solom)
  • beloved, dear:
    • αδέρφια αγαπημένα |
    • φιλενάδες αγαπημένες |
    • αγαπημένε μου φίλε (letter salutation) |
    • αγαπημένε! darling, sweetheart (syn αγάπη μου) |
    • το αγαπημένο παιδί της οικογενείας the fair-haired child of the family |
    • αγαπημένη πατρίδα beloved country |
    • αυτός είναι το αγαπημένο μου πρόσωπο από όλη την ομάδα |
    • ήταν φίλος και ~ του Kαποδίστρια (Makryg) |
    • σωστά τον είπαν οι Xάριτες τον άνθρωπο τούτον αγαπημένο των θεών (Palam) |
    • ο Bιργίλιος, ο ~ ποιητής του Δάντη (Theodorakop) |
    • χειρονομίες που τον κάνουν τον αγαπημένο του λαού του (Tsatsos) |
    • folks. πού είσαι, Bασίλη μ' αδερφέ και Γούρα αγαπημένε |
    • poem δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε (Solom) |
    • αφίνει τες συντρόφισσες τ' αγαπημένο αγόρι (Markoras) |
    • χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό (Drosinis) |
    • το αγαπημένο μυστικό ας μένη στα όνειρά σου (Damvergis)
  • ⓐ favorite (overlapping w. 1a) (syn αγαπητός b):
    • η αγαπημένη εποχή the favorite season |
    • η αγαπημένη μου όπερα my favorite opera |
    • το κυνήγι είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση hunting is my favorite pursuit |
    • το θέμα του γυρισμού, θέμα αγαπημένο για ένα ναυτικό λαό (Papanikolaou)

[fr MG αγαπημένος, bes which also ηγ- fr religious lang ← AG, K, MG ἀγαπῶ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αγαπησιάρης -α -ικο [aγapisxáris] Ε9 : 1.που χαρακτηρίζεται από ερωτική διάθεση ή προκαλεί αυτή τη διάθεση στους άλλους· ερωτιάρης. 2. που εύκολα αγαπιέται· συμπαθητικός, αξιαγάπητος: Aγαπησιάρικο παιδί.

[μσν. αγαπησιάρης < αρχ. ἀγάπησ(ις) `αφοσίωση΄ -ιάρης]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go