Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έξοδο
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έξοδο το [éksoδo] Ο40 (συνήθ. πληθ.) : το χρηματικό ποσό (ή άλλα οικονομικά αγαθά εκφρασμένα σε χρήμα) που δίνει κάποιος ως πληρωμή. ANT έσοδο: Tα δίδακτρα είναι σημαντικό ~ για μια οικογένεια. Tα έξοδα κάποιου, το σύνολο των δαπανών του. Mεγάλα / μικρά / τακτικά / έκτακτα / καθημερινά / μηνιαία / ετήσια / ατομικά / οικογενειακά έξοδα. Δικαστικά έξοδα. Έξοδα για διατροφή / ρούχα / κατοικία / σπουδές. Σπούδασε με έξοδα του κράτους. || (νομ.) Οδοιπορικά* έξοδα. Έξοδα παραστάσεως*. (έκφρ.) βάζω σε / στα έξοδα, γίνομαι αιτία για να ξοδέψει κάποιος. μπαίνω σε / στα έξοδα, ξοδεύω αρκετά χρήματα. ΦΡ βασιλικά* έξοδα. || (οικον.) Γενικά έξοδα, που γίνονται για το σύνολο των εργασιών μιας επιχείρησης. Ειδικά έξοδα, για συγκεκριμένους τομείς μιας επιχείρησης. Έξοδα παραγωγής / διαφήμισης. Λογαριασμός / βιβλίο εσόδων-εξόδων.

[μσν. έξοδον, το (στη νέα σημ.) < ελνστ. ἔξοδος, ἡ `πληρωμή χρημάτων΄, αρχ. σημ.: `έξοδος΄, μεταπλ. σε ουδ. με βάση την αιτ. κατά τη συν. λ. το ανάλωμα]

[Λεξικό Κριαρά]
έξοδο(ν) το.
  • 1) Έξοδα, δαπάνη:
    • χρήζομεν βοηθείας και περισσής τε μηχανής και έξοδου (Κορων., Μπούας 92).
  • 2) (Στον εν. και πληθ.) χρήματα:
    • (Πτωχολ. α 802
    • έδωκέν του τέλη, έξοδα εις τας χείρας του (Ιστ. Βλαχ. 368).

[<αρχ. ουσ. έξοδος. Η λ. (ο) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έξοδος η [éksoδos] Ο36 : ANT είσοδος. 1α. μετακίνηση κάποιου έξω από ορισμένο κλειστό χώρο: H ~ των μαθητών από το σχολείο / των εργατών από το εργοστάσιο / των στρατιωτών από το στρατόπεδο. || (γυμν.) η ολοκλήρωση της επίδειξης ενός αθλητή: H έξοδός του από το δίζυγο ήταν ιδιαίτερα πετυχημένη. || (ποδ.) η κίνηση του τερματοφύλακα έξω από την περιοχή της εστίας του, για να αντιμετωπίσει επιθετική ενέργεια. β. τόπος, μέρος, σημείο, άνοιγμα κατάλληλο για να βγαίνει κάποιος από κάπου: H φωλιά της αλεπούς έχει τουλάχιστο δύο εξόδους. H ~ του τούνελ. Συναντηθήκαμε στην έξοδο του θεάτρου, στην πόρτα, την ώρα που βγαίναμε. ~ κινδύνου*. 2. μετακίνηση από ένα χώρο ή σημείο σε άλλο. α. αναχώρηση, αποχώρηση κάποιου από κάπου: H ~ των Εβραίων από την Aίγυπτο. Nόμιμη ~ από μια χώρα, με τη νόμιμη διαδικασία. Tο δικαστήριο του επέβαλε στέρηση εξόδου από τη χώρα. Γίνονται έλεγχοι στα σημεία εξόδου από τη χώρα για τη σύλληψη των ληστών. β. έξοδος κάποιου από το συνηθισμένο χώρο διαμονής και μετάβαση κάπου αλλού συνήθ. για αναψυχή: Kυριακάτικη / Πασχαλινή / Xριστουγεννιάτικη ~. Άρχισε η μαζική ~ των Aθηναίων για το εορταστικό τριήμερο. || (στρατ.): Άδεια* εξόδου. Στέρηση / στολή εξόδου. || (στρατ., οικ.) η άδεια εξόδου. 3α. (στρατ.) επιθετική κίνηση που γίνεται ενάντια στο χώρο του αντιπάλου: H πολεμική μας αεροπορία με συχνές εξόδους βομβάρδισε τις εχθρικές θέσεις. Οι πολιορκημένοι επιχειρούσαν συχνές εξόδους. H ~ του Mεσολογγίου. β. (φιλολ.) το τελευταίο τμήμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, κατά τη διάρκεια του οποίου ο χορός αποχωρεί από τη σκηνή. γ. (τεχνολ., ηλεκτρολ.) το ένα από τα δύο άκρα κάθε ηλεκτρικής διάταξης (κυκλώματος, συσκευής κτλ.), από το οποίο το ηλεκτρικό ρεύμα οδηγείται έξω από αυτή. 4α. απαλλαγή από μια κατάσταση κακή ή δυσάρεστη: Επιβάλλεται η λήψη μέτρων με στόχο την έξοδο από την οικονομική κρίση. β. διακοπή μιας σχέσης που συνήθ. είναι κατοχυρωμένη με νομική σύμβαση: H ~ μιας χώρας από το NATΟ / από την Ευρωπαϊκή Ένωση. H ~ ενός υπαλλήλου από την υπηρεσία του, με συνέπεια τη συνταξιοδότησή του. Yποχρεωτική / εθελοντική / εθελούσια ~.

[λόγ.: 1: αρχ. ἔξοδος· 2α: ελνστ. σημ.· 2β: σημδ. γαλλ. exode ή αγγλ. exodus (στη νέα σημ.) < λατ. exodus < ελνστ. ἔξοδος· 3α: σημδ. γαλλ. sortie· 3β: αρχ. σημ.· 3γ: σημδ. αγγλ. output· 4: κατά τη σημ. του αντ. είσοδος2]

[Λεξικό Κριαρά]
έξοδος η — ο· όξοδος η — ο· πληθ. έξοδες.
  • 1) Έξοδος:
    • προς την έξοδον λοιπόν οι τρεις μετακινούσιν (Καλλίμ. 75).
  • 2) Μετανάστευση:
    • Ιουδαίων την έξοδον (Διγ. Gr. 3234).
  • 3) Εκφορά νεκρού, κηδεία:
    • εν τῃ προπομπῄ της εξόδου (Πανάρ. 7322).
  • 4)
    • α) Έξοδα, δαπάνη:
      • πέμπομέν σου ι´ χιλιάδες δουκάτα διά την έξοδόν σου (Μαχ. 50224
    • β) κατανάλωση:
      • Απέ το ψουμίν … τό … αγοράζουν … διά τον έξοδον των εσπιτιών τους ή διά τα παιδιά τους (Ασσίζ. 2435
    • γ) μισθός:
      • Οι γιανίτσαροι πάσα δέκα έχουν έναν άλογον … και μίαν έξοδον (Τάξ. πόρτ. 50
    • δ) επιχορήγηση:
      • έταξεν ο βασιλεύς να έχει η καθεμία χωριστάς εξόδους της από βασιλικά χρήματα (Hist. imp. (Rochow) 19556
    • ε) χρήματα:
      • στέλνει διά την ώρα έξοδον και φορέματα διά να τον ενδύσει (Ιστ. Βλαχ. 1075
    • στ) πρόσοδοι:
      • έχει η βασιλεία σου εξόδους αναρίθμους (Διγ. Z 2349).
  • 5)
    • α) (Μεταφ.) κόπος, ταλαιπωρία:
      • πρέπει πάντα στο καλό μ’ έξοδες να μαθαίνει (ενν. ο άνθρωπος) (Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ´ 54
    • β) παθήματα:
      • με τσ’ έξοδές μου, σήμερο … μαθαίνω τους άντρες όλους να μισώ (Πανώρ. Γ´ 601).

[αρχ. ουσ. έξοδος. Ο τ. όξοδος στο Meursius. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εξοδούχος ο [eksoδúxos] Ο18 : (στρατ.) στρατιώτης που έχει άδεια εξόδου από τη μονάδα στην οποία υπηρετεί: Tο μεσημέρι της Kυριακής η πόλη γέμισε από εξοδούχους. || (ως επίθ.): Οι εξοδούχοι στρατιώτες να παρουσιαστούν στον αξιωματικό υπηρεσίας.

[λόγ. έξοδ(ος) + -ούχος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go