Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ένεκα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ένεκα [éneka] πρόθ. : χρησιμοποιείται για δήλωση συνήθ. αναγκαστικού αιτίου, και σπανιότερα τελικού· (πρβ. ένεκεν). 1. (σε λόγια χρήση, με γενική) εξαιτίας, λόγω: Kαθυστέρησαν ~ της κακοκαιρίας. 2. (λαϊκ.) α. (με ονομ.) εξαιτίας, λόγω: Mε ξεγέλασαν ~ η καλοσύνη μου. β. ~ που, για το λόγο ότι, επειδή: Θύμωσε, ~ που τον προσβάλανε.

[λόγ. < αρχ. ἕνε κα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go