Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έμβρυο
14 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έμβρυο το [émvrio] Ο40 : το προϊόν της γονιμοποίησης του ωαρίου κάθε ζωντανού οργανισμού (του ανθρώπου, των ζώων και σπανιότ. των φυτών), το οποίο δεν έχει ακόμη γεννηθεί, ούτε έχει διαμορφωθεί πλήρως, έχει όμως τα χαρακτηριστικά του είδους: Zωικό / ανθρώπινο ~.

[λόγ. < αρχ. ἔμβρυον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυο- [emvrio] & εμβρυό- [emvrió], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & εμβρυ- [emvri], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : (ανατ., ιατρ.) α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά στο ανθρώπινο έμβρυο: ~γένεση, ~γραφία, ~θυλάκιο, ~καρδία, ~λογία, εμβρυόσακος, ~τομία, εμβρυουλκός.

[λόγ. < ελνστ. ἐμβρυ(ο)- θ. του αρχ. ουσ. ἔμβρυο(ν) ως α' συνθ.: ελνστ. ἐμβρυο-δόχος, ἐμβρυ-ουλκός & γαλλ. embryo- < ελνστ. ἐμβρυο-: εμβρυο-καρδία < γαλλ. embryocardie]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυογένεση η [emvriojénesi] Ο33 : (βιολ.) το σύνολο των διεργασιών με τις οποίες από τα κύτταρα ενός ή δύο γονέων δημιουργείται ένας νέος οργανισμός.

[λόγ. εμβρυο- + -γένε(σις) -ση μτφρδ. γαλλ. embryogénie < embryo- = εμβρυο- + -génie = -γένεσις]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυογενής -ής -ές [emvriojenís] Ε10 : (ιατρ., βιολ.) που γίνεται ή σχηματίζεται από το έμβρυο ή μαζί με αυτό: Οι εμβρυογενείς υμένες.

[λόγ. εμβρυο- + -γενής μτφρδ. γαλλ. embryogénique < embryo- = εμβρυο- + -géni que = -γενής]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυοθυλάκιο το [emvrioθilákio] Ο40 : (ιατρ.) το θυλάκιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το έμβρυο.

[λόγ. εμβρυο- + θυλάκιον μτφρδ. γαλλ. sac embryonnaire `θύλακος΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυοκαρδία η [emvriokarδía] Ο25 : (ιατρ.) καρδιακός ήχος, ρυθμός όμοιος με του εμβρύου, ως διαγνωστικό, παθολογικό εύρημα.

[λόγ. < γαλλ. embryocardie < embryo- = εμβρυο- + -cardie < αρχ. καρδία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυοκτόνος -α / -ος -ο [emvrioktónos] Ε14 : που έχει την ιδιότητα να σκοτώνει το έμβρυο.

[λόγ. < ελνστ. ἐμβρυοκτόνος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυολογία η [emvriolojía] Ο25 : κλάδος της βιολογίας με αντικείμενο την περιγραφή και τη μελέτη της γένεσης και ανάπτυξης του εμβρύου: Περιγραφική / συγκριτική ~. ~ του ανθρώπου.

[λόγ. < γαλλ. embryologie < embryo- = εμβρυο- + -logie = -λογία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυολογικός -ή -ό [emvriolojikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στην εμβρυολογία: Εμβρυολογικές μελέτες.

[λόγ. < γαλλ. embryologique < embryolog(ie) = εμβρυολογ(ία) -ique = -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβρυολόγος ο [emvriolóγos] Ο18 θηλ. εμβρυολόγος [emvriolóγos] Ο35 : επιστήμονας ειδικός στην εμβρυολογία.

[λόγ. < γαλλ. embryologue < embryo- = εμβρυο- + -logue = -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go