Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έκταση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έκταση η [éktasi] Ο33 : 1α.(λόγ.) άπλωμα, τέντωμα. β. (γυμν.) παράγγελμα και άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία τα χέρια τεντώνονται στα πλάγια: Εκτάσεις και ανατάσεις. 2. αύξηση διαστάσεων. 3α. οι διαστάσεις, το εμβαδόν μιας επιφάνειας: Ποια είναι η ~ του οικοπέδου / του γηπέδου; || H ~ ενός κράτους. β. (συνήθ. πληθ.) ορισμένη επιφάνεια γης, συνήθ. μεγάλη: Iδιωτικές / δημόσιες εκτάσεις. Εκτάσεις που μένουν ακαλλιέργητες. γ. ο χώρος στον οποίο απλώνεται ένα φαινόμενο: H πυρκαγιά πήρε μεγάλη ~. 4α. μέγεθος, ποσότητα: H ~ των καταστροφών / των ζημιών είναι ανυπολόγιστη. β. για κτ. που γίνεται πολύ γνωστό, που του δίνεται ιδιαίτερη σημασία: Tο γεγονός πήρε μεγάλη ~. 5. χρονική διάρκεια: H συζήτηση πήρε μεγάλη ~, κράτησε πολύ. (λόγ. έκφρ.) εν εκτάσει, λεπτομερώς, αναλυτικά. 6. (γραμμ.) η μεταβολή βραχύχρονου φωνήεντος σε μακρόχρονο: Mετρική ~. Aναπληρωματική* ~. 7. (φυσ.) η ιδιότητα κάθε σώματος να καταλαμβάνει έναν ορισμένο χώρο.

[λόγ.: 1, 2: αρχ. ἔκτα(σις) `τέντωμα΄ -ση· 6: ελνστ. σημ.· 3, 4β, 5, 7: σημδ. γαλλ. étendue, longueur (& ελνστ. φρ. κατ΄ ἔκτασιν)· 4α: ελνστ. σημ. & σημδ. αγγλ. extent]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go