Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έκρηξη
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έκρηξη η [ékriksi] Ο33 : 1.ο ακαριαίος, ολοκληρωτικός ή μερικός μετασχηματισμός μιας ουσίας σε αέρια, τα οποία, επίσης ακαριαία, διαστέλλονται σε όγκο πολύ μεγαλύτερο από τον αρχικό τους, προκαλώντας δυνατό κρότο και ισχυρά μηχανικά αποτελέσματα: ~ πυρίτιδας / δυναμίτιδας. || ~ οβίδας / φιάλης υγραερίου. || ακαριαία και ισχυρή θραύση περιβλήματος από εσωτερική δύναμη (πίεση): ~ ατμολέβητα / θερμοσίφωνα. || ~ ηφαιστείου, αιφνίδια έξοδος λάβας από τον κρατήρα του. 2. (μτφ.) α. αιφνίδια έναρξη, εκδήλωση: ~ πυρκαγιάς. ~ πολέμου. ~ διπλωματικού επεισοδίου. ~ πολιτικής κρίσης. β. εκδήλωση συναισθήματος με τρόπο απότομο· ξέσπασμα: ~ θυμού / οργής. γ. μεγάλη και απότομη αύξηση: Πληθυσμιακή / δημογραφική ~.

[λόγ. < αρχ. ἔκρηξις `απότομο άνοιγμα΄ (-σις > -ση) σημδ. γαλλ. explosion]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go