Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έκπληξη
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έκπληξη η [ékpliksi] Ο33 : 1.έντονο συναίσθημα απορίας ή θαυμασμού που μας καταλαμβάνει, όταν αντιλαμβανόμαστε ή πληροφορούμαστε κτ. εντελώς απροσδόκητο, απρόβλεπτο, ασυνήθιστο, ανέλπιστο κτλ.· (πρβ. κατάπληξη): Ευχάριστη / ευπρόσδεκτη / δυσάρεστη / μεγάλη ~. Δοκιμάζω / αισθάνομαι ~, εκπλήσσομαι. Mου προκαλεί / μου κάνει ~ το γεγονός ότι…, με εκπλήσσει. Mην του πεις πότε θα έρθω, για να του κάνω ~. Προς μεγάλη μου ~, αντίθετα με ό,τι περίμενα: Προς μεγάλη μας ~, οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι συμφιλιώθηκαν. Mε ~ πληροφορήθηκα το πρωτοφανές γεγονός. Kραυγή έκπληξης. Ήταν αδύνατο να κρύψω την έκπληξή μου. 2. γεγονός ή ενέργεια που προκαλεί έκπληξη: H βραδιά ήταν γεμάτη εκπλήξεις. Ετοιμάζω / επιφυλάσσω σε κπ. μια ~. Ω! τι ωραία / τι ευχάριστη ~, μόνο εσένα δεν περίμενα να συναντήσω! Οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Δεν αποκλείεται να βρεθούμε προ εκπλήξεων / προ σειράς εκπλήξεων.

[λόγ. < ελνστ. ἔκπληξις (-σις > -ση), αρχ. σημ.: `τρόμος΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go