Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έκδοση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έκδοση η [ékδosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκδίδω. I1. το σύνολο των εργασιών που απαιτούνται, ώστε ένα οποιουδήποτε είδους κείμενο να πάρει τη μορφή εντύπου και να δοθεί στη δημοσιότητα: ~ ενός βιβλίου. ~ εφημερίδας / περιοδικού. || το αποτέλεσμα της έκδοσης: Εικονογραφημένες εκδόσεις. || το σύνολο των αντιτύπων ενός βιβλίου που προέρχονται από την ίδια στοιχειοθεσία: Παλιά / δυσεύρετη / εξαντλημένη ~. Nεότερη ~. ~ με διορθώσεις και βελτιώσεις. || (πληθ.) εκδοτικός οίκος: Aπό τις εκδόσεις «Aσέτ» κυκλοφόρησε η γαλλική μετάφραση του τάδε Έλληνα ποιητή. 2. (ειδικότ.) επιμέλεια μιας χειρόγραφης ή παλαιότερης έντυπης συγγραφής και αποκατάσταση των σφαλμάτων ή των αλλοιώσεων για να πάρει μια αρχική, γνήσια ή αναγνώσιμη μορφή εντύπου: Φιλολογική ~. Kριτική ~ (κειμένου), βασισμένη στη μελέτη της χειρόγραφης παράδοσής του. ~ χειρογράφου. 3. σύνταξη επίσημου εγγράφου και παράδοσή του σ΄ αυτόν που το ζήτησε: ~ πιστοποιητικού / διαβατηρίου / ταυτότητας. || διατύπωση και γνωστοποίηση, ανακοίνωση ή δημοσίευση απόφασης, διαταγής κτλ.: ~ ψηφίσματος / διατάγματος / υπουργικής απόφασης. || (για χαρτονόμισμα και άλλες χρηματικές αξίες) εκτύπωση σε πολλά (αριθμημένα) αντίτυπα και κυκλοφορία· (πρβ. κοπή): H ~ νέου χαρτονομίσματος. ~ ομολόγων / μετοχών. || ~ συναλλαγματικής. || ~ γραμματοσήμου. || ~ εισιτηρίου. II. (νομ.) παράδοση προσώπου από τις αρχές μιας χώρας σε άλλη, για να υποστεί τις συνέπειες έκνομης δράσης του: H αμερικανική κυβέρνηση ζήτησε την ~ ατόμου που θεωρείται υπεύθυνο για τρομοκρατικές ενέγειες.

[λόγ. < ελνστ. ἔκδο(σις) -ση (στη σημ. I1), αρχ. σημ.: `παράδοση΄, και κατά τις νέες σημ. του εκδίδω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go