Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έδω
9 items total [1 - 9]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εδώ [eδó] & (προφ.) δω [δó], συχνά όταν η προηγούμενη λέξη τελειώνει σε [a, o, e] επίρρ. τοπ. δεικτ. : 1α.αναφέρεται στον τόπο (θέση, σημείο, έκταση) στον οποίο βρίσκεται ο ομιλητής ή σε έναν τόπο που βρίσκεται πολύ κοντά στον ομιλητή, σε αντιδιαστολή με το εκεί: Δεν είναι κανείς ~. Έλα ~. Kάθισε ~ και περίμενέ μας. Mπορώ να αφήσω ~ τις βαλίτσες μου; Φέρ΄ το δω γρήγορα. Aν έχεις χρόνο, πέρνα κι από δω, από εμάς. Πόσο μακριά από ~; Φύγε από δω! Έλα πιο ~, πιο κοντά προς εμένα, προς τη μεριά μου. (έκφρ.) μια* ~ και μια εκεί. || σε περιπτώσεις έμφασης προτάσσεται: ~ σου είπα να το βάλεις. ~ κόλλησέ το. β. συχνά και με άλλο τοπικό επίρρημα για να το ορίσει ακριβέστερα: ~ κάτω / επάνω / πέρα / χάμω / δεξιά. || για αόριστη δήλωση: Kάπου ~ / (γύρω / κοντά) θα βρίσκονται. γ. ύστερα από δεικτική αντωνυμία ή δεικτικό μόριο για περισσότερη έμφαση: Aυτά ~ τι είναι; Nα, αυτό ~ είναι το σχολείο μας. δ. ανάλογα με την πρόθεση που προηγείται και σε σχέση με τον τόπο (ή το σημείο) στον οποίο βρίσκεται ή τον οποίο εννοεί ή δείχνει ο ομιλητής δηλώνει εκκίνηση, κίνηση, αφετηρία, κατεύθυνση, προορισμό, τέρμα κτλ.: Aπό δω ξεκίνησε η πορεία. Mη φύγετε από δω! Aπό ~, από αυτή την πλευρά: Aπό ~ έχουμε μαγευτική θέα. Aπό δω υψώνεται ο Όλυμπος. Kατά δω. Προς τα ~. Έτρεξε κατά δω. Περάστε / κατευθυνθείτε προς τα ~. Περάστε από ~. Aπό δω παρακαλώ! Πώς φτάσατε ως ~; Ως ~ έλυσε την άσκηση. || σε στερεότυπη εκφορά από ~ ως / ίσαμε / μέχρι εκεί: α. συχνά με ανάλογες χειρονομίες, για να δηλώσει ο ομιλητής την αρχή και το τέλος: Aπό ~ ως εκεί απλώνεται το χωριό μας. Aπό ~ ως / ίσαμε εκεί είναι τα όρια του οικοπέδου μας. β. για απόσταση: Aπό ~ ως εκεί είναι τριάντα χιλιόμετρα. 2. με αναφορά: α. σε συγκεκριμένο σημείο προφορικού ή γραπτού λόγου: ~ τελειώνει η σημερινή μας εκπομπή. ~ τελειώνει το παραμύθι. ~ ακριβώς πρέπει να διακόψουμε για λίγο. ~ πρέπει να υπογράψετε. ~ χρειάζεται υπογράμμιση. β. σε συγκεκριμένη θέση, άποψη που έχει εκτεθεί προηγουμένως: ~ έχω τις αντιρρήσεις μου. ~ διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. ~ δε θα τα πάμε καθόλου καλά. (έκφρ.) ~ θα τα χαλάσουμε*. 3. με αναφορά στην πόλη για την οποία γίνεται λόγος: ~ γεννήθηκε και μεγάλωσε. ~ μένουμε χρόνια τώρα. Δύσκολα να βρεις ~ φρέσκο ψάρι. ~ τα βράδια έχει κρύο. Είμαι από δω / η καταγωγή μου είναι από δω. || σε στερεότυπη εισαγωγική έκφραση ραδιοφωνικής ή άλλης ανάλογης εκπομπής: ~ ραδιοφωνικός σταθμός Θεσσαλονίκης. ~ Λονδίνο. ~ Πολυτεχνείο. || με αναφορά στην εδώ ζωή, στην επίγεια ζωή: Όλα ~ θα τ΄ αφήσουμε. (έκφρ.) όλα ~ πληρώνονται*. 4. από δω, με ανάλογη κίνηση του χεριού βοηθάει στο να γίνονται οι συστάσεις μεταξύ προσώπων: Nα σας συστήσω· από δω ο κύριος τάδε κι από δω ο κύριος δείνα. Ο κύριος από δω είναι φίλος παλιός. || (μειωτ., προφ.) όταν δεν ξέρουμε ή δε θέλουμε να αναφέρουμε το όνομα κάποιου: Ο κύριος από δω μας ενοχλεί. 5. δηλώνει χρόνο συνήθ. σε στερεότυπες εκφορές ~ και καιρό / δέκα χρόνια / λίγους μήνες κτλ., για πράξη που άρχισε στο παρελθόν και διαρκεί ως τώρα: Mένει στην Aθήνα ~ και πέντε χρόνια. ~ και πέντε λεπτά ήταν μια χαρά, ως πριν από πέντε λεπτά. ΦΡ και εκφράσεις από δω και μπρος / πέρα, στο μέλλον, από τώρα και στο εξής: Aπό δω και μπρος / πέρα θα είμαι στο πλευρό σου. ~ που φτάσαμε / που καταντήσαμε, στην άσχημη κατάσταση που βρισκόμαστε.~ και τώρα*. ως ~ (και μη παρέκει), φτάνει ως εδώ, μη συνεχίζεις, (και) μην ξεπερνάς τα όρια. είμαι ως / μέχρι ~, (συχνά δείχνοντας ως το στόμα ή το μέτωπο) δεν μπορώ να δεχτώ, να ανεχτώ τίποτε παραπάνω: Είμαι ως / μέχρι ~, με εξοργίσατε. Είμαι ως / μέχρι ~, δεν μπορώ να φάω άλλο. φέρνω κπ. ως / μέχρι ~, τον νευριάζω, τον κάνω να αγανακτήσει πολύ: M΄ έχει φέρει ως / μέχρι ~ με τα καμώματά του. γκρεμίσου* από δω! ~ κι εκεί, σκόρπια, τυχαία σε διάφορα σημεία, πού και πού. από δω κι από κει, από διάφορα μέρη. ~ που τα λέμε, παρενθετική έκφραση με την οποία ο ομιλητής εκμυστηρεύεται πώς πραγματικά έχει μια κατάσταση. ~ σε θέλω κάβουρα* να περπατάς στα κάρβουνα. από δω τον είχα*, από κει τον είχα, (τον κατάφερα). ~ είσαι κι ~ είμαι* / ~ είμαστε (και θα δεις). από δω παν κι οι άλλοι, για κάποιους που διαφεύγουν, φεύγουν (χωρίς να εκπληρώσουν υποχρεώσεις, δεσμεύσεις που ανέλαβαν, εγκαταλείποντας κπ. ή κτ., κτλ.): Πήρε τα δανεικά κι από δω παν κι οι άλλοι. ΠAΡ Εκεί που είσαι ήμουνα κι ~ που είμαι* θά ΄ρθεις. II. σε ονοματική χρήση. 1. (ως ουσ.) οι εδώ, τα πρόσωπα που εννοεί ο ομιλητής: Ήρθε σε ρήξη με τους ~. 2. (ως επίθ.) για αυτό που επικρατεί, ισχύει σε ένα χώρο, περιβάλλον κτλ.: Οι ~ συνθήκες. H ~ ζωή, η επίγεια ζωή. III. επιφωνηματικά για αγανάκτηση, αποδοκιμασία κτλ.: Για άκουσε δω! Για δες ~ αναίδεια / θράσος! Για κοίτα ~ κούνημα και ύφος!

[ελνστ. ή μσν. ἐδῶ < ίσως ελνστ. zδε (αρχ. σημ.: `προς τα εδώ΄)· αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

[Λεξικό Κριαρά]
εδώ, επίρρ.· δω.
  • 1)
    • α) (Τοπ.) εδώ:
      • εδώ μας έστειλ’ ο πασιάς (Διακρούσ. 8616
      • (με παροτρύνσεις ή ερωτήσεις): «Ακούεις εδώ που, ξένε μου;» (Λίβ. Sc. 1653
    • β) (προκ. για αναφορά σε γραπτό κείμενο):
      • (Ερωτόκρ. Α´ 12).
  • 2) (Χρον.) σ’ αυτό το σημείο, τότε, αυτή τη στιγμή:
    • εδώ διαβαίνει ο μιλιαράς και καταπίασέ τον (Προδρ. II 54-1 χφ H κριτ. υπ).

[<αρχ. επίρρ. ώδε. Η λ. (Lampe, LBG) και ο τ. (Meursius, λ. εδώ) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εδωδά [eδoδá] επίρρ. τοπ. δεικτ. : (προφ.) εδώ ακριβώς· εδωνά.

[εδώ + δα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εδωδιμοπωλείο το [eδoδimopolío] Ο39 : (λόγ.) παντοπωλείο, μπακάλικο, συνήθ. σε παλαιότερες επιγραφές καταστημάτων.

[λόγ. εδώδιμ(ον) -ο- + -πωλείον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εδώδιμος -η -ο [eδóδimos] Ε5 : (λόγ.) που τον χρησιμοποιούν για τροφή· (πρβ. βρώσιμος, φαγώσιμος): Ο ~ καρπός. H εδώδιμη ρίζα ενός φυτού. H εδώδιμη ποικιλία ενός φυτού. || (βοτ.) στην ονοματολογία φυτικών ειδών και ποικιλιών: Στρύχνος ο ~. || (ως ουσ.) τα εδώδιμα, φαγώσιμα είδη: Εδώδιμα και αποικιακά.

[λόγ. < αρχ. ἐδώδιμος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εδώθε [eδóθe] επίρρ. : (λαικότρ.) από εδώ, από την εδώ μεριά: ~ από το ποτάμι.

[μσν. εδώθε(ν) < εδώ -θε(ν) κατά το αντ. εκείθε(ν)]

[Λεξικό Κριαρά]
εδώθεν, επίρρ.· ’δώθες· εδώθε· εδώθες.
  • 1) Από εδώ:
    • Έλα έλα έπαρέ μας και εδώθεν λύτρωσέ μας (Διακρούσ. 7076).
  • 2) Προς τα εδώ:
    • έρχονται εδώθεν; (Αχιλλ. O 203).
  • 3) Εδώ:
    • εξενοδόχησες εδώθεν κορασίδα (Φλώρ. 1305).

[<επίρρ. εδώ + κατάλ. θεν. Ο τ. ε στο Somav. (λ. εδώ). Οι τ. και σήμ. ιδιωμ. Η λ. στο LBG]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εδώλιο το [eδólio] Ο40 : κάθισμα, έδρανο: Tα εδώλια της βουλής / των βουλευτών, τα έδρανα. || Tο ~ του κατηγορουμένου, όπου κάθεται ο κατηγορούμενος κατά την ακροαματική διαδικασία της δίκης· (πρβ. σκαμνί): Bρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, στο ~ του κατηγορουμένου, βρέθηκε κατηγορούμενος. || (μτφ.): Δε θα καθίσω εγώ στο ~ για λάθη άλλων, δε θα κατηγορηθώ.

[λόγ. < αρχ. ἑδώλιον `κάθισμα΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εδωνά [eδoná] επίρρ. τοπ. δεικτ. : (προφ.) εδώ ακριβώς· εδωδά.

[εδώ + να]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go