Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: άωτον
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άωτον το [áoton] Ο40 : στη ΦΡ το άκρον ~, η ακραία κατάσταση στην οποία έχει φτάσει κτ., το ανώτατο σημείο μιας αρνητικής συνήθ. καταστάσης ή ιδιότητας: Tο άκρον ~ του παραλογισμού. Tο άκρον ~ της αναίδειας / της ηλιθιότητας. || Tο άκρον ~ της τιμιότητας.

[λόγ. < αρχ. φρ. ἄκρον ἄωτον `το πιο εκλεκτό κομμάτι΄]

[Λεξικό Γεωργακά]
άωτον s. άκρον άωτον.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go