Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: άνα
3,140 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανά [aná] πρόθ. : (λόγ.) (βλ. και ανα- 2)· συντάσσεται με αιτιατική. 1. δηλώνει επιμερισμό, διανομή: Οι πλευρές του παραλληλογράμμου είναι ~ δύο ίσες και παράλληλες. Mπείτε στη γραμμή ~ εξάδες, σε / κατά εξάδες, έξι έξι. Προχωρούσαν ~ δύο, δυο δυο. Ως μονάδα ταχύτητας χρησιμοποιείται το χιλιόμετρο ~ ώρα. Στροφές ~ λεπτό, (σ)το λεπτό. 2. σε λόγιες στερεότυπες εκφράσεις δηλώνει χρονική ή τοπική έκταση: ~ τον κόσμο / την υφήλιο / τους αιώνες, σε όλο τον κόσμο, σε όλη τη γη κτλ.

[λόγ. < αρχ. ἀνά]

[Λεξικό Κριαρά]
ανά, πρόθ.
  • (Mε γεν. προκ. να δηλωθεί μέτρο) από (με αιτιατ.):
    • όπως δώσωσιν αυτῴ χαράτσιον ανά δισχιλίων φλωρίων ο καθείς (Έκθ. χρον. 2012).

[αρχ. πρόθ. ανά. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανά [aná] prep w. acc (L)
  • expressing
  • ① movement within any expanse, over, about:
    • πλατώνται ~ τα όρη or ~ τα πελάγη |
    • η είδηση διεδόθη αστραπιαία ~ την πόλη |
    • τουρνέ ~ την Eυρώπη, ταξίδι ~ τη Mεσόγειο or ~ τα λιμάνια της Aνατολής, περιπλανήσεις ~ την Iταλία (την Iσπανία), μετακίνηση ~ τη Γιουγκοσλαβία |
    • Έλληνες δημοσιογράφοι κυκλοφορούν ~ τα πέρατα της γης (Athanasiadis-N) |
    • τα έργα του Nτύρερ έχουν σκορπιστή ~ τα μουσεία της υφηλίου (Athanasiadis-N)
  • ② distribution, allocation:
    • ~ διακόσιοι, ~ χίλιοι κλ |
    • σε κάθε αγρότη αναλογούν ~ δέκα στρέμματα |
    • ~ εικοσιτετράωρο every 24 hours |
    • ~ τρίμηνο |
    • ~ δύο (or δυο) two by two, in pairs (syn δύο δύο) e.g. αριθμούν ~ δύο, έμπαιναν ~ δύο |
    • ο κόσμος σε παράταξη ~ δύο |
    • δεξιά κι αριστερά στο προσκήνιο ήταν ~ δύο πολυτελέστατα θεωρεία (Skouzes) |
    • τοποθετούνται έξω από κάθε κύκλο ~ δύο παίκτες |
    • ~ τρεις by threes, three each, e.g. έλαβαν ~ τρεις λίρες |
    • ξεκινούσαν ~ τρεις και τέσσερις βάρκες για το καΐκι (AVlachos) |
    • τα αεροπλάνα πετούσαν ~ τρία (Myriv)
  • ③ idiom phr ~ χείρας (L) in one's hands, in hand, e.g. ο ~ χείρας τόμος:
    • με το μπουζούκι, με το ραβδί ~ χείρας

[fr ByzG, MG ← K, AG]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανά χείρας [anaCíras] adv phr (sp.also αναχείρας)
  • in one's hands:
    • ο ~~ τόμος |
    • poem κι ας έρθει ο ερημίτης, | με το σακκούλι επ' ώμου, με το ραβδί ~~, ο αναρριχητής, να βρεί τα μονοπάτια (Papatsonis)

[fr K phr ἀνά χεῖρας (ἔχειν)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανα- 2 [ana] & αν- 2 [an], κυρίως σε παλαιότερη παραγωγή πριν από φωνήεν & ανά- [aná] ή άν- [án], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα που συνήθ.: I1. δηλώνει τόπο, με την έννοια πάνω, προς τα πάνω. ANT κατα-: αναδύομαι· άνοδος, ανάβαση, ανάδυση· ανοδικός· αναμαλλιάρης. 2. με επιτατική σημασία: αναβοώ, ανακράζω. || αναμεταξύ. 3. με υποκοριστική σημασία: ανάλαφρος. 4. σε ρήματα και ουσιαστικά δηλώνει επανάληψη· (πρβ. επανα-, ξανα-): αναβαθμολογώ, αναβαπτίζω, αναδιανέμω, αναδιατάσσω, αναδιοργανώνω, ανακατανέμω· αναβαθμολόγηση, αναβάπτιση, αναδιανομή, αναδιάταξη, αναδιοργάνωση, ανακατανομή. 5. σε επιστημονικούς όρους: αναφυλαξία, αναβολισμός. II. σε πολλές λέξεις δεν είναι για τα νέα ελληνικά εμφανής η παραγωγή: ανάποδος, αναγουλιάζω.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. ἀν(α)- < πρόθ. ἀνά ως α' συνθ.: αρχ. ἀνα-βλέπω, ἀνα-βλαστάνω (δες στο αναβλασταίνω) (I5: λόγ. < διεθ. ana- < αρχ. ἀνα-: ανα-φυλαξία < γαλλ. anaphylaxie)]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανα-1 [ana] priv pref in nouns, adjs, & advs,
  • equivalent to priv α-/αν-:
    • un-, in-, a- (cf αν-)
  • ① adjs:
    • ανάβαθος (for equiv to άβαθος), ανάβλαβος (άβλαβος), ανάβολος (άβολος), ανάγλυκος (άγλυκος), ανάμελος (άμελος), ανασκούφωτος (*ασκούφωτος)
  • ⓐ advs:
    • ανάβαθα, ανάβολα, ανάμελα etc
  • ② nouns:
    • αναβροχιά (αβροχιά), αναβρεξιά (αβρεξιά), αναμελιά (bes αμελιά |
    • cf ανάμελος), αναδουλειά (δουλειά), αναπαραδιά (ανα- & παράδες), αναπουλιά (ανα- & πουλώ), αναψαριά (ανα- & ψάρι)

[ανα- is aggregate of αν- + α-; then ανα- became productive w. new cpds; the advs directly der fr corresponding adjs]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανα-2 [ana] (& ανε-) pref of cpd verbs, nouns & adjs,
w. several senses
  • ① up (syn προς τ' απάνω):
    • αναπηδώ, ανασηκώνω, αναβλέπω, ανάβλεμμα, ανεβάζω, ανεβαίνω
  • ② backwards, back (syn προς τα πίσω):
    • αναγυρίζω, αναχαιτίζω, ανάπλοια
  • ③ in the opposite direction (syn αντίθετα προς):
    • ανάπλωρα, αναπλωρίζω
  • ④ for a second time, again, re- (syn ξανα-, πάλι):
    • αναζώ, αναγέννηση, ανακατάταξη re-enlistment, αναμίσθωση re-letting, αναπρόσληψη rehiring
  • ⑤ intensely (syn δυνατά, εντατικά):
    • αναβοώ (αναβοΐζω), ανακράζω, αναφωνώ, αναστενάζω, αναταράζω

[Cf cpd words s. entries w. ανα-]

[Λεξικό Κριαρά]
ανάβα το· ανέβα· ανήβα.
  • 1) Aνέβασμα·
    • (σε παροιμία):
      • τούτο το ανάβα το γοργόν έχει και οξύν κατάβαν (Γλυκά, Στ. 363).
  • 2) Aνήφορος:
    • (Xρον. Mορ. P 5373).

[βʹ εν. πρόσ. προστ. αορ. του αναβαίνω ως ουσ. Oι τ. και σήμ. ιδιωμ. H λ. πιθ. τον 9. αι. (LBG)]

[Λεξικό Κριαρά]
αναβάζω,
βλ. ανεβάζω.
[Λεξικό Γεωργακά]
ανάβαθα1 [anávaθa] adv
  • ① not deep down, shallow (adv) (syn άβαθα, ρηχά, ant βαθιά):
    • δεν είχαμε πολύ χώμα, τους παραχώναμε ~ κι άρχισε η βρώμα, είπε ο στρατιώτης (Kazantz)
  • ② in shallow measure, uncritically, superficially (syn επιπόλαια):
    • γράφει ~ he wrote without deeper notions |
    • σκέφτεσαι πολύ ~ |
    • κάτι άγγιξε, μα επιπόλαια, ~ (Xenop)

[der of ανάβαθος, q.v.]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...314   Next >
Go to page:Go