Εφημερίδα "Τα Νέα"

Αναζήτηση

Βρες
Εμφάνιση

Βιβλιοδρόμιο :: Συνέντευξη-γνώμη

( 7 καυτά ερωτήματα για τον εθνικό μας... αντιαμερικανισμό :: 15-02-2003) 

7 καυτά ερωτήματα για τον εθνικό μας… αντιαμερικανισμό

Γιατί είναι τόσο έντονος ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα; Υπάρχουν λόγοι σοβαροί ή μήπως οι θεωρίες συνωμοσίας είναι το… εθνικό μας σπορ; Σήμερα υπάρχει ο επικείμενος πόλεμος στο Ιράκ, αλλά ο αντιαμερικανισμός είναι και μια σταθερά της πολιτικής μας κουλτούρας, λένε οι ιστορικοί Ιωάννης Στεφανίδης και Σωτήρης Ριζάς

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΑ ΠΕΛΩΝΗ

Με δεδομένες τις κριτικές προσεγγίσεις των δύο αυτών ειδικών στο θέμα αλλά και με την αφορμή του αυριανού συλλαλητηρίου, «ΤΑ ΝΕΑ» ανοίγουν το θέμα του αντιαμερικανισμού, θέτοντας επτά καυτά ερωτήματα στους δύο ιστορικούς.

Η κυρίαρχη πεποίθηση θέλει τον αντιαμερικανισμό να εμφανίζεται με την επταετία και το πραξικόπημα στην Κύπρο. Όμως, το φαινόμενο ξεκινά πριν από τη δικτατορία και τη λεγόμενη «συνωμοσία» εις βάρος της Κύπρου. Ένα ρεύμα του αντιαμερικανισμού, αυτό της Αριστεράς, έχει τα αίτιά του στον Εμφύλιο, υποστηρίζουν ο Ιωάννης Στεφανίδης, διδάκτωρ Διπλωματικής Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, και ο Σωτήρης Ριζάς, ερευνητής στην Ακαδημία Αθηνών, οι οποίοι διερευνούν τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις κατά τις εύθραυστες δεκαετίες του '50 και του '60 σε τέσσερα βιβλία τους.

Το φαινόμενο απέκτησε μαζικές διαστάσεις ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Προηγήθηκε η εκστρατεία του Τύπου για το ζήτημα της ετεροδικίας (της παραίτησης της Ελλάδας από την άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος των Αμερικανών που υπηρετούν στην Ελλάδα) και ακολούθησε το Κυπριακό. Αποφεύγοντας να υποστηρίξουν την Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέψευσαν στα μάτια της κοινής γνώμης, και μάλιστα της «εθνικόφρονος», τον ρόλο τους ως υπερασπιστή των αξιών του «ελεύθερου κόσμου», επισημαίνουν οι δύο ιστορικοί. Από τότε, οι ΗΠΑ χρεώνονται κάθε εθνική ήττα στο θέμα αυτό. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι και στην Τουρκία ο αντιαμερικανισμός των μαζών έχει τις ρίζες του στα δύο αυτά θέματα: την ετεροδικία και το Κυπριακό.

Από τη μία πλευρά λοιπόν, οι εξελίξεις στην Ελλάδα οφείλονταν, σε μεγάλο βαθμό, σε εσωτερικά αίτια και όχι σε εξωτερική επέμβαση ή υποκίνηση. Από την άλλη, όμως, η αμερικανική πλευρά επωφελήθηκε εμφανώς από τις εξελίξεις του 1967-1974 αγνοώντας στη διαμόρφωση της πολιτικής της, αρχές όπως η δημοκρατία και ο σεβασμός των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων.

Γιατί ο αντιαμερικανισμός παραμένει σε έξαρση σήμερα; «Μπορεί να αναζητήσει κανείς πολλές ερμηνείες. Αν και πρόκειται για μια "σταθερά" της πολιτικής μας κουλτούρας, αναζωπυρώνεται ή υποχωρεί ανάλογα με τις εσωτερικές ανάγκες των ιθυνόντων ή τα ερεθίσματα που προσφέρει η ίδια η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών», υποστηρίζει ο Γιάννης Στεφανίδης. «Σήμερα, η πολιτική της προεδρίας Μπους έναντι του Ιράκ ερεθίζει τα αντιαμερικανικά ανακλαστικά της κοινής γνώμης. Από την άλλη όμως, ο αντιαμερικανισμός προσφέρει σε ορισμένες πολιτικές δυνάμεις μια χρήσιμη πλατφόρμα για συσπείρωση και κινητοποίηση».

1. Μήπως οι «θεωρίες συνωμοσίας» είναι το… εθνικό μας σπορ;

«Εκτός ίσως από εθνικό "φολκλόρ", το οποίο δεν χαρακτηρίζει αποκλειστικά τη χώρα μας, οι θεωρίες της "συνωμοσίας" αποτέλεσαν κατά καιρούς μηχανισμούς μετακύλισης της ευθύνης για ανεπιτυχείς ή και τυχοδιωκτικές επιλογές. Π.χ., για την κακή οικονομική κατάσταση ευθύνονταν η Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλοι οργανισμοί που υπεδείκνυαν τον περιορισμό των ελλειμμάτων και όχι η χαμηλή παραγωγικότητα ή η μάλλον ανεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση. Για την τουρκική εισβολή ήταν υπεύθυνοι οι Τούρκοι και ο Κίσινγκερ και όχι η τυχοδιωκτική πολιτική της δικτατορίας κ.ο.κ.», σημειώνει ο Σωτήρης Ριζάς.

2. Ποιος είναι ο σημαντικότερος μύθος που απηχεί η εικόνα για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις στην Ελλάδα;

«Η παντοδυναμία των Αμερικανών και η πανταχού παρουσία τους - πίσω από το αποτέλεσμα του Εμφυλίου, την άνοδο του Παπάγου και την επιβολή του Καραμανλή, το ιουλιανό πραξικόπημα και την απριλιανή δικτατορία, την ανατροπή του Μακαρίου και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Η συγκεκριμένη εικόνα ενέχει στοιχεία που εγγίζουν την πραγματικότητα, συχνότερα όμως λειτουργεί απλουστευτικά, ως άλλοθι για πράξεις και παραλείψεις εγχώριων παραγόντων που συνήθως αποσιωπούνται», υποστηρίζει ο Ιωάννης Στεφανίδης.

3. Οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ελλάδα κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ήταν σχέσεις εξάρτησης-παρέμβασης μόνο ή και κάτι παραπάνω;

«Τα ερμηνευτικά αυτά σχήματα, που προβλήθηκαν ιδιαίτερα στις δεκαετίες του '60 και του '70, προσφέρουν απλές και ελκυστικές ερμηνείες. Εξετάζοντας τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις κατά τα πρώτα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής μου, δεν ένιωσα», λέει ο κ. Στεφανίδης, «την ανάγκη να ξεφύγω από το βολικό ερμηνευτικό σχήμα της εξάρτησης-παρέμβασης. Στη συγκεκριμένη περίοδο, των απροκάλυπτων αμερικανικών επεμβάσεων στα εσωτερικά της χώρας, το ερμηνευτικό αυτό σχήμα έμοιαζε να ανταποκρίνεται στο πραγματολογικό υλικό», λέει ο Ιωάννης Στεφανίδης. Ωστόσο, «την αμέσως επόμενη περίοδο, μετά το 1953, το σχήμα αφήνει κενά. Συμβαίνει, για παράδειγμα, οι πολιτικές δυνάμεις του κράτους-πελάτη να επικαλούνται και να εμπλέκουν οι ίδιες τον ξένο παράγοντα στο πολιτικό παιχνίδι. Από την άλλη, αναπτύσσουν πρωτοβουλίες που πηγάζουν από την ανάγκη εσωτερικής νομιμοποίησης έναντι του "λαού" και του "έθνους"».

4. Πώς η Ελλάδα παρ' ότι «άβουλος δορυφόρος» της υπερατλαντικής δύναμης βρήκε το θάρρος τη δεκαετία του '50 να συγκρουσθεί με τρεις ισχυρές ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις (Βρετανία, Τουρκία και ΗΠΑ) για το Κυπριακό;

«Πράγματι, το σχήμα εξάρτησης-παρέμβασης δύσκολα θα μπορούσε να ερμηνεύσει την ανακίνηση του Κυπριακού από μια συντηρητική, "αμερικανόδουλη" κατά τους επικριτές της, κυβέρνηση και τη συντήρηση του προβλήματος από το διάδοχο σχήμα. Το ζήτημα αυτό έφερε σε αντιπαράθεση την Ελλάδα, κράτος πελατειακό από πολλές απόψεις, με τον "πάτρωνά" της, τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και τους κυριότερους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ. Η θεωρία της εξάρτησης παραγνωρίζει τη δυναμική των εσωτερικών παραγόντων που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική μιας μικρής δύναμης, περιφερειακής και αναπτυσσόμενης, όπως η Ελλάδα», σημειώνει ο κ. Στεφανίδης.

5. Γιατί η διακοπή της οικονομικής βοήθειας των ΗΠΑ προς την Ελλάδα το 1962 ερμηνεύθηκε από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή ως μείωση ενδιαφέροντος για την Ελλάδα;

«Η υπόθεση της κυβέρνησης Καραμανλή το 1961-62 ότι η διακοπή τής δωρεάν οικονομικής βοήθειας εξέφραζε και μείωση του ενδιαφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών για την Ελλάδα, προέκυπτε από την παρερμηνεία ότι η επιδίωξη της Ουάσιγκτον για ύφεση στις σχέσεις των δύο συνασπισμών σήμαινε χαλάρωση των συμμαχικών δεσμών και ίσως αποδυνάμωση των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας. Επιπλέον, αντανακλούσε και μία ψυχολογική κατάσταση, όπου οι κυβερνώντες δεν αισθάνονταν πολύ βέβαιοι για τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν τον στρατό αλλά και την οικονομική ανάπτυξη, να εξασφαλίζουν δηλαδή τη σταθερότητα, χωρίς κάποια βοήθεια από το εξωτερικό, η οποία δεν ήταν πάντως πολύ σημαντική», απαντά ο κ. Ριζάς.

6. Υπάρχει μύθος γύρω από το γενικό πλαίσιο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων κατά τη διάρκεια της χούντας;

«Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις εκείνης της περιόδου χαρακτηρίζονταν από την εξυπηρέτηση των στρατιωτικών προτεραιοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή με αντάλλαγμα την υποστήριξη της Ουάσιγκτον σε ένα στρατιωτικό καθεστώς που ήταν μάλλον απομονωμένο διεθνώς. Η αμερικανική πολιτική της εποχής, καθοριζόμενη από τον Κίσινγκερ, ήταν απολύτως αδιάφορη για το εσωτερικό σύστημα διακυβέρνησης και έδινε έμφαση στην εξυπηρέτηση των προτεραιοτήτων της, ανεξάρτητα από τη φύση του πολιτικού καθεστώτος της χώρας που την ενδιέφερε. Ο μύθος έγκειται στην αντίληψη ότι η Ουάσιγκτον και ο Κίσινγκερ ανεβοκατέβαζαν στην Ελλάδα κυβερνήσεις και καθεστώτα. Ακριβέστερο είναι ότι αξιοποιούσαν καιροσκοπικά την εσωτερική δυναμική, και προσπαθούσαν να έχουν λειτουργικές σχέσεις με οποιοδήποτε καθεστώς», σημειώνει ο Σωτήρης Ριζάς.

7. Και το πραξικόπημα του 1967;

«Οφείλεται εν πολλοίς στην κατάρρευση του προδικτατορικού δημοκρατικού πολιτικού συστήματος και στην αποτυχία του να επιβάλει τον αρμόζοντα σε κοινοβουλευτικό καθεστώς πολιτικό έλεγχο στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αντίστοιχα στην Κύπρο η τουρκική εισβολή ήταν συνέπεια του πραξικοπήματος του Ιωαννίδη εναντίον του Μακαρίου. Αυτό που με βεβαιότητα μπορεί να ειπωθεί για την αμερικανική πολιτική και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν έλαβε θέση αρχής, δεν αντέδρασε στις εξελίξεις και άφησε τα γεγονότα να εξελιχθούν όπως εξελίχθηκαν. Δεν είναι τεκμηριωμένη πιθανή ανάμειξη υπηρεσιών της. Οι εξελίξεις αυτές πάντως είχαν ισχυρή εσωτερική ώθηση, υποστηρίχθηκαν από εσωτερικές ελληνικές δυνάμεις, δεν αποτελούσαν κατασκευές της στιγμής όπως υποστηρίζει η σχετική μυθολογία των αμερικανικών συνωμοσιών», λέει ο κ. Ριζάς.

Ιωάννης Στεφανίδης

«Τα δύο στοιχεία που παραβλέπουμε»

Μια από τις δημοφιλέστερες προσεγγίσεις στις εθνικές μας περιπέτειες, εσωτερικές και στον διεθνή χώρο, υπήρξε η υπόθεση της παντοδυναμίας του «ξένου» ή «συμμαχικού παράγοντα», λέει ο Ιωάννης Στεφανίδης, τονίζοντας ότι το βιβλίο του «Ασύμμετροι Εταίροι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα στον Ψυχρό Πόλεμο, 1953-1961», «προτείνει μια πιο σύνθετη ανάγνωση του πρόσφατου παρελθόντος, από τη σκοπιά των ελληνοαμερικανικών σχέσεων». «Το δημοφιλές σχήμα εξάρτησης - παρέμβασης», υποστηρίζει, «μόνο εν μέρει βοηθά στην ερμηνεία της "ασύμμετρης" σχέσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ελλάδα, καθώς υποτιμά τους εσωτερικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την πολιτική της χώρας. Πολύ λιγότερο βοηθούν στην κατανόηση αυτής της σχέσης οι ελάχιστα τεκμηριωμένες θεωρίες συνωμοσίας, που εξακολουθούν, ωστόσο, να "πουλάνε". Τα στοιχεία που παραβλέπονται συνήθως είναι α) η σχετικά δευτερεύουσα κατάταξη της Ελλάδας στο πλαίσιο των παγκόσμιων στρατηγικών συμφερόντων της δυτικής υπερδύναμης, ιδίως μετά το τέλος του Εμφυλίου, και β) η προσπάθεια ενός "πελατειακού κράτους", όπως η Ελλάδα του '50 και του '60, να εκμεταλλευθεί τις φοβίες και τις εμμονές του "κράτους-προστάτη" προς ίδιον όφελος».

Σωτήρης Ριζάς

«Εσωτερικές διαδικασίες»

Το βασικό θέμα του βιβλίου «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η δικτατορία των συνταγματαρχών και το κυπριακό ζήτημα, 1967-1974», λέει ο συγγραφέας του Σωτήρης Ριζάς, «είναι η προσπάθεια να γίνει αντιληπτό ότι το στρατιωτικό καθεστώς δεν ήταν προϊόν μιας ομάδας που κατέλαβε και εγκατέλειψε την εξουσία με ένα νεύμα της Ουάσιγκτον, αλλά αποτέλεσμα εσωτερικών διαδικασιών». Η προσέγγιση αυτή «δεν σημαίνει βέβαια ότι η αμερικανική πολιτική διαμορφωνόταν παθητικά και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διέθεταν μοχλούς επιρροής. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι η Ουάσιγκτον, υπό την επιρροή του Κίσινγκερ μετά το 1969, δεν έβρισκε ιδιαίτερο λόγο να παρέμβει για τον παραμερισμό ενός καθεστώτος που της παρείχε αδιαμαρτύρητα ευρύτατες διευκολύνσεις στρατιωτικής φύσεως, οι οποίες αποτελούσαν και την προτεραιότητα στις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον στην ευρύτερη περιοχή μας».