Εφημερίδα "Τα Νέα"

Αναζήτηση

Βρες
Εμφάνιση

Βιβλιοδρόμιο :: Κριτική βιβλίου

( αμάντα μιχαλοπούλου - πώς σκότωσε τον παλιό εαυτό της :: 15-02-2003) 

Αμάντα Μιχαλοπούλου Πώς σκότωσε τον παλιό εαυτό της

ΜΗΠΩΣ ΓΙΝΑΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΚΟΠΕΥΑΜΕ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ; Ο ΜΕΤΕΦΗΒΙΚΟΣ ΑΥΤΟΣ ΦΟΒΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΜΑΝΤΑΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΗΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΔΥΟ ΦΙΛΕΝΑΔΩΝ, ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ ΤΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΕ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ.

ΜΙΚΕΛΑ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ

Η Μαρία και η Άννα είναι δύο κοπέλες από διαφορετικούς κόσμους, που συναντιούνται 10 χρονών το 1976 στο ίδιο σχολείο, στα Εξάρχεια, και γίνονται οι καλύτερες φίλες - οπαδός και θαυμάστρια η πρώτη, οδηγός η δεύτερη. Η φιλία τους εξελίσσεται παράλληλα με τους μύθους της γενιάς τους (που είναι και η γενιά της συγγραφέως) περνώντας από τον ενθουσιασμό στην προδοσία, στον θυμό και στην απόγνωση και πάλι απ' την αρχή, για να κλείσει δραματικά τον κύκλο της στα 35 τους, όταν και οι μύθοι που γεννήθηκαν με τον Μάη του '68 έχουν πια εκφυλιστεί.

Αυτή τη φορά, με το τέταρτο μυθιστόρημά της, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, 36χρονη πλέον και μαμά, κάνει μια στροφή. Αφήνει πίσω της το μεταμοντέρνο στοιχείο και τους πειραματισμούς γύρω από το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, που την απασχολούσαν στα τρία πρώτα βιβλία της («Γιάντες», «Όσες φορές αντέξεις», «Παλιόκαιρος» εκδ. Καστανιώτης), και από την εγκεφαλική προσέγγιση των θεμάτων της περνά σε μια βιωματική προσέγγιση. Χρησιμοποιώντας με άνεση διάφορα είδη λόγου - του παιδιού, του έφηβου, του ακτιβιστή (έζησε άλλωστε κοντά σε Γερμανούς ακτιβιστές όταν έγραφε το βιβλίο της), του δημοσιογράφου, του διανοούμενου εκ Παρισίων - κτίζει λοιπόν δύο σύνθετους χαρακτήρες, που εξελίσσονται και αλλάζουν στη διάρκεια της μυθιστορηματικής ζωής τους.

Η Μαρία, που γεννήθηκε στη Νιγηρία, κόρη στελέχους πετρελαϊκής εταιρείας, είναι από τους ανθρώπους που αδυνατούν να ορίσουν τον εαυτό τους και δεν αξιοποιούν την όποια έφεσή τους στη ζωή (νιώθει κοντή ενώ είναι ψηλή, δεν αποφασίζει να ασχοληθεί σοβαρά με τη ζωγραφική που την «καίει», παραχωρεί διαρκώς τη θέση της… ακόμα και τους εραστές της κ.ο.κ.). Μοιάζει με την Αθηνά του «Γιάντες» και τη Βικτώρια του «Παλιόκαιρου». Είναι δυστυχισμένη στην Αθήνα μέχρι που γνωρίζει την Άννα που έρχεται από το Παρίσι. Όμορφη, ξανθιά, κόρη ενός αριστερού διανοούμενου και μιας πολιτικοποιημένης χορεύτριας, η Άννα που παπαγαλίζει τσιτάτα διαπαιδαγωγεί τη Μαρία στην πολιτική ορθότητα της μεταπολιτευτικής Αριστεράς και τελικά την καπελώνει και την ευνουχίζει. Στην ουσία βέβαια, είναι το ίδιο αδύναμη μαζί της αφού για να υπάρξει χρειάζεται να πλάσει κάθε φορά έναν διαφορετικό μύθο (της Γαλλίας, της Αριστεράς, της σεξουαλικής επανάστασης, της προστασίας της φύσης).

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις κοπέλες στα μαθήματα, στα πρώτα τσιγάρα, στους πρώτους γκόμενους, στις πρώτες επαναστάσεις. Όμως σιγά-σιγά το σκηνικό αλλάζει και η αλληλεξάρτησή τους γίνεται όλο και πιο εφιαλτική μέχρι που κάποια εξωτερικά γεγονότα δημιουργούν ρήγματα σ' αυτήν την καταπιεστική ισορροπία. Η Μαρία καταλήγει σε ένα γκρουπούσκουλο αναρχικών, προσπαθώντας να βρει τον εαυτό της κοντά στους εναλλακτικούς ακτιβιστές και η Άννα παντρεύεται έναν αρχιτέκτονα με ευέλικτη πολιτική συνείδηση και ζει μια μεγαλοαστική ζωή. Και αυτό θα αλλάξει όμως, όταν και οι δύο συνειδητοποιήσουν πως έγιναν αυτό που σκόπευαν να αποφύγουν, μόνο που από τα μέσα βλέπουν τα πράγματα αλλιώς…

Ποια τελικά θα σκοτώσει (ή θα «σκοτώσει» ) την άλλη; Και γιατί; Και πώς τα ΜΜΕ, ανάλογα με την τοποθέτησή τους, κι εμείς οι τρίτοι, ανάλογα με την κοσμοθεωρία του και τις προσλαμβάνουσές του ο καθένας, θα τις κρίνουμε; Η Αμάντα Μιχαλοπούλου μάς δίνει υλικό για να προβληματιστούμε. Και σε ένα δεύτερο επίπεδο, μιλά για το βάρος που άσκησε η γαλλική σκέψη του '68 στην καθημερινότητα της Γενιάς του '80 και γενικότερα για την καταπίεση που νιώθει ένας νέος προσπαθώντας να ενστερνιστεί διάφορα μοντέλα συμπεριφοράς ή κουλτούρας, χωρίς να τα έχει αφομοιώσει. Αν όμως την απασχολούν αυτά, δεν την ενδιαφέρει να τα καταγγείλει. «Οι καταγγελίες», λέει, «είναι για τους εισαγγελείς».