Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: βερίκοκο
2 items total [1 - 2]
βερίκοκον το· βερίκουκον.
  • Ο καρπός της βερικοκιάς, βερίκοκο·
    • (εδώ συνεκδ. προκ. για το δέντρο βερικοκιά):
      • Λειμών δε και μετόχιον … υπάρχει, γέμον νερατζών και βερικούκων (Παϊσ., Ιστ. Σινά 1510).

[<μτγν. ουσ. βερικόκκιον. Η λ. το 10. αι. (L‑S· βλ. και LBG) και σήμ. (ο)]

Βερίκοκος ο.
  • Προσωποπ. του ουσ. βερίκοκον:
    • (Πωρικ. I 97).
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go