Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: βάνταλα
1 item total
βάνταλα τα.
  • Έκφρ. άνταλα βάνταλα (Σπανός D 636), βλ. άταλα 2.

[παιγνιώδης πλαστή λ. <άνταλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go