Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: Τρωαδ.
125 items total [1 - 10]
ανοίγω· αννοίγω· αννοίω· παρατ. ένοιγα· αόρ. ένοιξα.
  • Α´ Mτβ.
    • 1)
      • α) (Mε παράλ. του αντικ.) ανοίγω την πόρτα:
        • (Kατζ. Δ´ 42
      • β) ξεκλειδώνω:
        • (Φλώρ. 1697
      • γ) (προκ. για εκκλησία) ανοίγω, επιτρέπω να λειτουργήσει:
        • (Έκθ. χρον. 597
      • δ) ξεκουμπώνω:
        • ανοίγουν τα τραχήλια (Συναξ. γυν. 600
      • ε) παραβιάζω:
        • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 22617).
    • 2)
      • α) Σχίζω (στα δύο):
        • το σκουτάριν ήκοψε κι ως τα μισά τ’ ανοίγει (Eρωτόκρ. Δ´ 1699
      • β) (προκ. για πληγή) διανοίγω για να θεραπεύσω:
        • (Aσσίζ. 1789).
    • 3)
      • α) (Προκ. για λάκκο) σκάβω:
        • (Πεντ. Έξ. XXI 33
      • β) τρυπώ, σπάζω:
        • ήνοιξε την πέτραν (Kρασοπ. AO 36).
    • 4)
      • α) (Προκ. για σημαία) ξεδιπλώνω:
        • (Kορων., Mπούας 130
      • β) εκτείνω, απλώνω:
        • Η κόρη χείρας άνοιξε, δοξάζει τῳ Κυρίῳ (Iμπ. 647
      • γ) (προκ. για ναυτικό ταξίδι) φρ. ανοίγω τ’ άρμενα = απλώνω πανιά· ξεκινώ:
        • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 37216
      • δ) (με σύστ. αντικ.) φρ. ανοίγω άνοιγμα ή ανοιγμό το χέρι μου = ελεώ:
        • (Πεντ. Δευτ. XV 11, 8).
    • 5) Aποκαλύπτω, φανερώνω, ανακοινώνω:
      • (Kυπρ. ερωτ. 13216
      • να την ανοίξουν (ενν. την διαθήκην του) μόνον μετά τον θάνατόν του (Bακτ. αρχιερ. 164
      • ανοίγουν τους μάρτυρες (Eλλην. νόμ. 5631).
    • 6) (Mεταφ.) προκαλώ, δημιουργώ:
      • ν’ ανοίξει ανάμεσά σας έχθρητες (Φορτουν. Iντ. α´ 114).
  • Β´ Aμτβ.
    • 1) Eίμαι κλειστός και ανοίγω:
      • (Eρωτόκρ. Δ´ 1394), (Kορων., Mπούας 100).
    • 2)
      • α) (Eνεργ. και μέσ.) ανοίγω στα δύο, σχίζομαι· υφίσταμαι ρήγμα:
        • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 50110
        • η γης στα βάθη ανοίκτη (Eρωτόκρ. Δ´ 1701
      • β) (ενεργ. και μέσ.) υφίσταμαι ρήγμα, τρυπιέμαι:
        • οι στέρνες ανοιχτήκα (Tζάνε, Kρ. πόλ. 38321
      • γ) σπάζω:
        • τα μαδέρια ενοίγα (Tζάνε, Kρ. πόλ. 34022).
    • 3) (Προκ. για βόμβα) σκάζω, υφίσταμαι έκρηξη:
      • πετά τσι μπόμπες, για ν’ ανοίγου (Tζάνε, Kρ. πόλ. 5041).
    • 4) (Προκ. για πληγή) ξεθυμαίνω:
      • (Iατροσ. κώδ. κβ´).
    • 5) (Προκ. για άνθος) ανθίζω:
      • τριαντάφυλλ’ αννοιμένα (Kυπρ. ερωτ. 683).
    • 6) Παραμερίζω, κάνω τόπο:
      • ανοίξαντες γαρ και δόντες αυτόν δρόμον οία στρατηγός (Έκθ. χρον. 1012).
    • 7)
      • α) (Προκ. για καιρό) γίνομαι αίθριος, καλυτερεύω:
        • άνοιξε ο καιρός από τον Mάρτιον μήναν (Xρον. Mορ. H 2901
      • β) φρ. ανοίγει η μέρα = ξημερώνει:
        • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 2162).
  • Φρ.
  • 1) Ανοίγει η ζωή μου = ευοδώνεται, βελτιώνεται ο βίος μου:
    • (Pιμ. Aπολλων. [665]).
  • 2) Ανοίγω την καρδίαν κάπ. = κάνω να ευθυμήσει κάπ.:
    • (Xρον. Tόκκων 3470).
  • 3) Ανοίγω με λόγους την καρδιά (μου) = εξομολογούμαι, εκμυστηρεύομαι:
    • (Θησ. (Foll.) I 59).
  • 4) Ανοίγουν τα μάτια (μου) = διαφωτίζομαι:
    • (Φορτουν. Πρόλ. 33).
  • 5) Ανοίγω τη μήτρα = παρέχω τη δυνατότητα για γέννηση παιδιού:
    • (Πεντ. Γέν. XXX 22).
  • 6) Ανοίγω τους οφθαλμούς, το νου κάπ. = κάνω κάπ. να δει καλά, διαφωτίζω:
    • (Φυσιολ. (Zur.) XXIV 12), (Tζάνε, Kρ. πόλ. 47624).
  • 7) Ανοίγουν οι σκάλες = ξαναρχίζει η (εμπορική) επικοινωνία:
    • (Iστ. Bλαχ. 1443).
  • 8) Ανοίγω τα σπλάχνα = δείχνω συμπόνια σε κάπ., λυπούμαι κάπ.:
    • (Kυπρ. ερωτ. 13821).
  • 9) Ανοίγω το στόμα, τα χείλη (για να μιλήσω):
    • (Συναξ. γυν. 458), (Πόλ. Τρωάδ. 627 κριτ. υπ).
  • 10) Ανοίγω στράτα = προετοιμάζω την πορεία προς κάποιο γεγονός:
    • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [708]).
  • 11) Ανοίγω τόπο = γκρεμίζω και δημιουργώ χώρο κενό:
    • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 5154).
  • 12) Ανοίγω το φως κάπ. = τον κάνω «να δει φως», να δει «άσπρη μέρα»:
    • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 5264).

[αρχ. ανοίγω. T. σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]

άρωμα το.
  • 1)
    • α) Ευχάριστη μυρωδιά, ευωδιά:
      • του λιβανιού το άρωμα (Σκλέντζα, Ποιήμ. 744
    • β) άρωμα, μύρο:
      • εχρίσαν το κορμί του … μετά των αρωμάτων (Πόλ. Τρωάδ. 7238).
  • 2) Καρύκευμα, μπαχαρικό:
    • πολλές λογιές αρώματα ήταν σ’ αυτά (ενν. τα καμήλια) βαλμένα (Χούμνου, Κοσμογ. 1574).

[αρχ. ουσ. άρωμα. Η λ. και σήμ.]

βάνω· βαίνω· βάλνω· αόρ. εβάλτην· εβάρτην· προστ. αορ. βάρ’· βάρτε· μτχ. παρκ. βαρμένος· εβαλμένος.
  • I. Ενεργ.
    • 1)
      • α) (Συν. με τα επιρρ. κάτω, χάμω) ρίχνω κάτω, καταβάλλω:
        • ένας τον άλλον ήπασκε χάμαι στη γης να βάλει (Ερωτόκρ. Β´ 1566· Ιμπ. (Legr.) 898
      • β) φρ. βάνω κάτω = γκρεμίζω, καταστρέφω:
        • (Διακρούσ. 866
      • γ) φρ. βάνω στα βύθη κ. = βουλιάζω, βυθίζω κ.:
        • (Αχέλ. 388).
    • 2)
      • α) Ρίχνω:
        • στον Δούναβη τους βάνουν (Σταυριν. 364
        • (μεταφ.):
          • εβάλθηκε στα πάθη να με βάλει (Ερωτόκρ. Γ´ 434
      • β) (προκ. για βλέμμα):
        • η κόρη δε έβαλεν εις γην το βλέμμαν (Αχιλλ. N 1439).
    • 3)
      • α) Βάζω, τοποθετώ:
        • οι οχουθροί … τσι λουμπάρδες βάνου τρίγυρα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 30310
      • β) (προκ. για αγκαλιά):
        • έβανέ με εις τες αγκάλες του (Διγ. Άνδρ. 36928
      • γ) (προκ. για στίχους):
        • Είν’ άμετροι στες συλλαβές και ουδέ σωστά βαλμένοι (Τζάνε, Κατάν. 89
      • δ) εγκαθιστώ:
        • ο αρχιερεύς … τον βάνει … ηγούμενον (Βακτ. αρχιερ. 167
      • ε) εγκαθιστώ άρχοντα, βασιλιά:
        • να απέλθουν εις την Κωνσταντινούπολιν, να βάλουν τον Αλέξην (Χρον. Μορ. H 488).
    • 4)
      • α) (Συχνά με τα επιρρ. έσω, απέσω, κ.τ.ό.) εισάγω, δέχομαι κάπ.:
        • στο σπίτι ντου με βάνει (Φορτουν. Γ´ 696· Σαχλ. B´ PM 206
        • (μεταφ.):
          • τον βάνει μοναχή της εις … τες καρδιές (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [628]
      • β) (προκ. για μαθητεία, σχολείο) εισάγω:
        • εις το σκολειό έβαλά το (Φορτουν. Δ´ 572
      • γ) φρ. βάνω τράπεζα = στρώνω τραπέζι:
        • (Συναδ. φ. 51v).
    • 5) Θέτω επάνω:
      • τεψία καμένα έβαναν εις την κοιλίαν του (Συναδ. φ. 55v).
    • 6) (Προκ. για υγρό) ρίχνω, χύνω:
      • κρασά … που τα ’βάνα στο ποτήρι (Φαλλίδ. 49).
    • 7) Φέρνω κάπ. κάπου:
      • ομπανέ ’δώ τονε βάνει η ώρα (Φορτουν. Ιντ. γ´ 104).
    • 8)
      • α) Βάζω, προσθέτω:
        • απάνω βάνει ολιγοστόν άλας (Ιμπ. 640
      • β) (μαθημ.):
        • αντί του μισού βάνε ε´ (Rechenb. 36).
    • 9) Φρ. βάνω εις γλυκότη κάπ. = κάνω κάπ. να νιώσει ευχαρίστηση, τέρπω κάπ.:
      • (Ερωτόκρ. Β´ 674).
    • 10) (Προκ. για σημαία, κλπ.) στήνω:
      • μιαν παντιέρα βάνει (Τζάνε, Κρ. πόλ. 3428).
    • 11) Μπήγω:
      • βάνω … μαχαίρι (Ριμ. Βελ. ρ 946).
    • 12)
      • α) Φορώ:
        • παπούτσιν έβανα (Φορτουν. Ε´ 26
        • (μεταφ.):
          • διαβόλου πρόσωπον βάνει (Σπαν. (Ζώρ.) V 439
      • β) (προκ. για άρματα):
        • (Πόλ. Τρωάδ. 596
      • γ) φορώ σε κάπ. κ.:
        • βάνουν με τραχηλικόν χαντρατοκουδουνάτον (Διήγ. παιδ. 254).
    • 13) Φρ. βάνω ύπνο εις τα μάτια μου = κοιμάμαι:
      • (Ερωτόκρ. Α´ 438).
    • 14) Φρ.
      • α) βάνω στέφανον, στέμμαν = στέφω κάπ. (βασιλιά):
        • (Χρον. Μορ. P 741), (Μαχ. 183
      • β) βάνω στεφάνι = στεφανώνω, παντρεύω:
        • (Λίμπον. 408).
    • 15)
      • α) Ονομάζω:
        • σ’ εβάπτισαν και σ’ έβαλαν Μερκούρη (Κορων., Μπούας 152
      • β) φρ. βάνω όνομα = ονομάζω:
        • (Κορων., Μπούας 137).
    • 16) Φρ. βάνω μετάνοια = γονατίζω:
      • (Μ. Χρονογρ. 3518).
    • 17) Φρ. βάνω ασκημάδι στην τιμή, βλ. ασχημάδι 1 φρ.
    • 18)
      • α) Διορίζω:
        • τον βάνει … διά μπάιλον εις τον τόπον του (Χρον. Μορ. H 6765
        • (με σύστ. αντικ.):
          • βαλμό να βάλεις απάνου σου βασιλιά (Πεντ. Δευτ. XVII 15
      • β) ορίζω κάπ. να κάνει κ.:
        • βάνουν ανθρώπους φρόνιμους να την καθοδηγήσουν (Ιμπ. 318
      • γ) προτρέπω:
        • ο βασιλεύς τούς βάνει φίλοι … να γενούν (Παλαμήδ., Βοηβ. 1129).
    • 19) Επικαλούμαι:
      • μάρτυρα … εσέ τον ίδιο βάνω (Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ´ 37).
    • 20) Φρ.
      • α) βάνει ο νους κάπ. (έγνοια, κλπ.) = νοιάζεται, σκέφτεται κάπ.:
        • (Φορτουν. Ιντ. γ´ 47
      • β) βάνω έγνοια, λογισμό (στο κεφάλι), λογισμούς (στην καρδιά) = νοιάζομαι, σκέφτομαι:
        • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 4792), (Ερωτόκρ. Γ´ 268), (Τζάνε, Κρ. πόλ. 47116), (Ερωτόκρ. Α´ 111), (Φορτουν. Γ´ 628
      • γ) βάνω μες στοεις το) νου (μου), κατά νουν, με το νου κ. =
        • (α) υποπτεύομαι:
          • (Ερωφ. Δ´ 164
        • (β) σκέπτομαι:
          • (Αιτωλ., Μύθ. 4214
        • (γ) υπολογίζω:
          • (Ερωτοπ. 626
      • δ) βάνω το νου μου σε κ. = σκέπτομαι κ.:
        • (Ερωτόκρ. Δ´ 411
      • ε) βάνω στο νου (μου) κάπ. = θυμάμαι κάπ.:
        • (Ερωτοπ. 575
      • στ) βάνω στο νου κάποιου κ. = ενθυμίζω σε κάπ. κ.:
        • (Ερωτόκρ. Α´ 1261
      • ζ) βάνω (εις) ενθύμησιν εις κάπ. κ. = ενθυμίζω σε κάπ. κ.:
        • (Διγ. Άνδρ. 39611
      • η) βάνω νουν, γνώμη = αποφασίζω:
        • (Λεηλ. Παροικ. 71), (Ερμον. Ζ 5
      • θ) βάνω βουλήν = σκέφτομαι να …:
        • (Λεηλ. Παροικ. 153
      • ι) βάνω μες (εις) στο λογισμό, κλπ., κ. =
        • (α) σκέπτομαι:
          • (Σουμμ., Ρεμπελ. 188
        • (β) αποφασίζω:
          • (Ερωτόκρ. Α´ 111 κριτ. υπ.
      • ια) βάνω εις την ψυχήν μου, εις την καρδιά μου κ. = σκέπτομαι, αναλογίζομαι κ.:
        • (Σπαν. B 52), (Προδρ. I 151
      • ιβ) βάνω κάπ. εις έγνοια, εις σκοπόν = βάζω κάπ. σε σκέψεις:
        • (Ερωτόκρ. Ε´ 218), (Θησ. Δ´ [362]
      • ιγ) βάνει κ. κάπ. σε λογισμό, σε έγνοια = βάζει κ. κάπ. σε σκέψεις:
        • (Ερωτόκρ. Γ´ 714
      • ιδ) βάνει ο λογισμός κάπ. (έγνοια) = σκέπτεται κάπ.:
        • (Ζήν. Β´ 289
      • ιε) βάνω μέσα στον ομυαλό (μου) = λαμβάνω υπόψη μου:
        • (Φορτουν. Α´ 125
      • ιστ) βάνω (εις) ενθύμησιν κ. = θυμούμαι κ.:
        • (Σουμμ., Ρεμπελ. 157), (Διγ. Άνδρ. 40322).
    • 21) Φρ.
      • α) βάνω φωτιά, πυρ, λαμπρόν, ’στιά = βάζω, ανάβω φωτιά:
        • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 21612), (Ασσίζ. 22224
        • (μεταφ. προκ. για ερωτικό πόθο):
          • (Διγ. Z 182
      • β) βάνω (στη) φωτιά = καίω:
        • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 3562).
    • 22) Φρ. βάνω (την) αρχή(ν), χέρι(ν), χέρα, χερικόν = αρχίζω:
      • (Διγ. Άνδρ. 34231), (Απόκοπ. 11).
    • 23) Φρ. βάνω κάπ. σ’ αγάπη =
      • α) κάνω κάπ. να ερωτευθεί κάπ.:
        • (Ερωτόκρ. Α´ 1259
      • β) συμφιλιώνω:
        • (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 353).
    • 24)
      • α) Περιλαμβάνω σε συγγραφή:
        • τούτο σε κοντολογιά έρχομαι και το βάνω (Τζάνε, Κρ. πόλ. 3512
      • β) φρ. βάνω εις γράμμα(ν), γράψιμον, βάνω το μελάνι = γράφω:
        • (Θρ. Κύπρ. Μ 303), (Μαχ. 25034), (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 813
      • γ) φρ. βάνω σε στίχον, στίχους, εις ρίμα, εις το ριμαρισμένον = στιχουργώ, γράφω σε έμμετρο λόγο:
        • (Αχέλ. Πρόλ. 22), (Δεφ., Λόγ. 740), (Ιμπ. (Legr.) 10).
    • 25) Φρ. βάνω εις τους νόμους = νομοθετώ:
      • (Βακτ. αρχιερ. 210).
    • 26) Φρ.
      • α) βάνω σε ορδινιά, σε τάξη =
        • (α) τακτοποιώ:
          • (Γαδ. διήγ. 148), (Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 14
        • (β) ετοιμάζω:
          • (Αχέλ. 2460
        • (γ) ετοιμάζομαι:
          • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 33619
        • (δ) παρατάσσω:
          • (Βεντράμ., Φιλ. 100
      • β) βάνω εις όρθωσιν = τακτοποιώ:
        • (Αχέλ. 595).
    • 27) Φρ. βάνω ορδινία, όρδινο = αποφασίζω:
      • (Κορων., Μπούας 26).
    • 28) Φρ.
      • α) βάνω αποκάτω (μου), εις την υποταγήν (μου), εις την εξουσίαν (μου), στο θέλημά μου = εξουσιάζω, υποτάσσω:
        • (Μαχ. 44225), (Σουμμ., Ρεμπελ. 165), (Αχέλ. 659
      • β) βάνω (εις το) χέριν (μου) κ. = κυριεύω κ.:
        • (Μαχ. 38021
      • γ) βάνω κάπ. στα χέρια μου = συλλαμβάνω κάπ.:
        • (Κορων., Μπούας 43).
    • 29) Φρ.
      • α) βάνω (απ)άνω κάτω =
        • (α) βλ. άνω κάτω Φρ. 1·
        • (β) βλ. άνω κάτω Φρ. 3·
        • (γ) κάνω το παν:
          • (Ευγέν. 128
      • β) βάνω εις ανακάτωσιν = αναστατώνω:
        • (Αχέλ. 815).
    • 30) Φρ.
      • α) βάνω φωνή, φωνίτσα, χουγιατά, φώναρον = φωνάζω:
        • (Καλλίμ. 1898), (Τζάνε, Κρ. πόλ. 55920
      • β) βάνω λόγια, λόγους = μιλώ, λέγω:
        • (Λίβ. P 356
      • γ) βάνω διαλαλημόν = διαλαλώ:
        • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 5009
      • δ) βάνω κάπ. εισέ μαλώματα = κάνω κάπ. να μαλώσει:
        • (Αποκ. Θεοτ. I 104
      • ε) τα βάνω με κάπ. = μαλώνω με κάπ.:
        • (Ch. pop. 828).
    • 31)
      • α) Προσφέρω, συνεισφέρω:
        • ο … σύντροφος βάνει το κορμίν του και την εργασίαν του (Ασσίζ. 8227
      • β) (προκ. για χρήματα) δίνω, χαρίζω:
        • Χαρά, οπού βάλ’ εις εκκλησιά (Απόκοπ. 216).
    • 32)
      • α) Παρατάσσω:
        • ομπρός τα ξένα βάνει τα κάτεργα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 34328
      • β) (προκ. για καράβια) προσορμίζω, αράζω, αγκυροβολώ:
        • στα Χανιά τα βάνει (ενν. τα κάτεργα) (Τζάνε, Κρ. πόλ. 4035).
    • 33) Φρ.
      • α) βάνω πλώρη = κατευθύνομαι:
        • (Μαχ. 5889
      • β) βάνω τ’ άρμενα, βλ. άρμενο(ν) 1 φρ.
    • 34) (Συν. με το επίρρ. επάνω) επιρρίπτω σε κάπ. κ.:
      • το δικόν τως πταίσιμον απάνω της το βάναν (Φαλιέρ., Λόγ. 128
      • φρ. βάνω αγκάλεμα = καταγγέλλω:
        • (Ασσίζ. 38322
      • βάνω εις έγκλημαν = κατηγορώ, καταγγέλλω:
        • (Ασσίζ. 1329).
    • 35) Γίνομαι αίτιος κάπ. καταστάσεως:
      • ο … Μερκούριος εις λύπην μη μας βάλει (Κορων., Μπούας 119).
    • 36)
      • α) Θεωρώ:
        • τούτο φταίσιμο δεν πρέπει να το βάνω (Ιντ. κρ. θεάτρ. Α´ 114
      • β) υπολογίζω, λογαριάζω:
        • όσος ήτον αριθμός ου δύναμαι να βάνω (Κορων., Μπούας 55).
    • 37) Επιβάλλω:
      • περίσσες παιδωμές οι στρατηγοί του βάνου (Τζάνε, Κρ. πόλ. 40621).
    • 38) Ορμώ, χυμώ:
      • βάνει προς το σώμαν Αχιλλέως (Ερμον. Υ 229).
    • 39) Ριψοκινδυνεύω, θυσιάζω:
      • διά σένα το κεφάλι μας και τα υπάρχοντά μας βάνομεν (Ιστ. Βλαχ. 796
      • φρ. βάνω τον εαυτό (μου), την ζωήν (μου), την σάρκαν, το κορμί σε κίνδυνο (και θάνατο) = εκθέτω τον εαυτό μου σε κίνδυνο, διακινδυνεύω:
        • (Φλώρ. 590), (Σπαν. A 574), (Ερωτόκρ. Δ´ 2000), (Ερωφ. Α´ 638).
    • 40) Φρ.
      • α) βάνω κάπ. σε θάνατον, εις το σπαθί = σκοτώνω κάπ.:
        • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 45816), (Χρον. Μορ. H 619
      • β) βάνω κάπ. στο μαχαίρι = μαχαιρώνω, σκοτώνω κάπ.:
        • (Αχέλ. 1188).
    • 41) Συγκαταλέγω:
      • στην συντροφιά … δεν τονε βάνω (Ριμ. κόρ. 663).
    • 42) Επαφίεμαι για κ. στο Θεό:
      • στον Θεόν πάσαν ελπίδαν βάναν (Αχέλ. 1621).
    • 43) Επιχειρώ:
      • να πολεμούνε βάνου (Τζάνε, Κρ. πόλ. 47826).
    • 44) (Προκ. για πλοίο) «μπάζω»:
      • το ’ναν κάτεργον έβαλε νερόν (Μαχ. 27434).
    • 45) Φυτεύω:
      • γύροθεν έβαλα φυτά (Διγ. Άνδρ. 37423).
    • 46) Προκαλώ, προξενώ:
      • διά να βάλει και χαρά στην χώραν (Ευγέν. 1019).
    • 47) Αναμειγνύω, μπλέκω κάπ. σε κ.:
      • εκεί μη υπάγεις και βάλουν σε εις υπόθεσιν (Σπαν. (Ζώρ.) V 322).
    • 48) Χρησιμοποιώ:
      • έβαλε την μηχανίαν κι άφηκεν την αντρείαν (Χρον. Μορ. H 4911).
    • 49) Μεταγλωττίζω:
      • στην εδικήν μας των Ρωμιών (ενν. γλώσσα) … έβαλά το (Σουμμ., Παστ. φίδ. Αφ. [20]).
    • 50) Συγκρίνω:
      • τι κόκκινη όψις … ή φυσικήν ή τεχνικήν οπού κανείς να βάλει. Όλα τα υπερβαίνασι τα ’μορφα μάγουλά της (Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε´ [1489]).
    • 51) Φρ. βάνω πόθο = ποθώ:
      • (Ερωτόκρ. Β´ 93).
    • 52) Φρ. βάνω κόπο = κοπιάζω:
      • (Ερωτόκρ. Α´ 1647).
    • 53) Φρ. βάνω προθυμία = είμαι πρόθυμος:
      • (Αχέλ. 1993).
    • 54) Φρ. βάνω όρκο = ορκίζομαι:
      • (Φορτουν. Α´ 336).
    • 55) Φρ. βάνω εις υποψίαν = υποπτεύομαι:
      • (Κορων., Μπούας 33).
    • 56) Φρ.
      • α) βάνω στο φύγι κάπ. = τρέπω κάπ. σε φυγή:
        • (Αχέλ. 1569
      • β) το βάνω εις το φευγιόν = τρέπομαι σε φυγή:
        • (Λεηλ. Παροικ. 413).
    • 57) Φρ. βάνω κ. έργον = εκτελώ, πραγματοποιώ κ.:
      • (Αχέλ. 320).
    • 58) Φρ. βάνω κ. σε έργο = ασκώ (λειτούργημα):
      • (Χρον. Μορ. H 7934).
    • 59) Φρ. βάνω θέλημα = αποφασίζω· συμφωνώ:
      • (Ερωτόκρ. Δ´ 340).
    • 60) Φρ. βάνω (εις) τέλος κ. = σταματώ κ.:
      • (Καλλίμ. 1618), (Ερωφ. Α´ 386).
    • 61) Φρ. βάνω ψυχήν, κορμίν (να κάνω κ.) = βάζω όλα μου τα δυνατά (να κάνω κ.):
      • (Φαλιέρ., Ιστ. 188).
    • 62) Φρ. βάνω αίματα, βλ. αίμα 1 φρ.
    • 63) Φρ. βάνω ζιζάνιον, βλ. ζιζάνιον.
    • 64) Φρ. βάνω κάπ. εις ευχήν και εις κατάραν = καταριέμαι κάπ.:
      • (Βουστρ. 343‑4).
    • 65) Φρ. βάνω κάπ. σε αστένεια, βλ. ασθένεια 1α φρ. (2).
    • 66) Φρ. βάνω καιρό στη μέση = αναβάλλω:
      • (Φορτουν. Ιντ. δ´ 61).
    • 67) Φρ. βάνω κάτω κ. = αρνούμαι:
      • (Φαλιέρ., Ιστ. 56).
  • II. Μέσ.
    • 1) Επιχειρώ:
      • χίλιες φορές εβάλθηκα να βγάλω το σπαθί μου (Ερωφ. Α´ 277).
    • 2) Αρχίζω:
      • εβάλθηκε να κλαίει (Κορων., Μπούας 48).
    • 3) Αποφασίζω:
      • εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο γλήγορα να με γιάνουσι (Ερωτόκρ. Α´ 405).
    • 4) Καταγίνομαι με κ.:
      • εβάλθης στες γυναίκες (Θησ. Β´ [55]).
    • 5) Παρατάσσομαι:
      • Βάνουνται, στερεώνουνται και δύναμιν επήραν (Παρασπ., Βάρν. C 400
      • φρ. βάνομαι εις ορδινία = παρατάσσομαι:
        • (Κορων., Μπούας 120).
    • 6) Φρ. βάνομαι σε άλλην γνώμην = αλλάζω απόφαση, σκέψη:
      • (Τριβ., Ρε 43).
    • 7) Φρ. βάνομαι εις κίνδυνον = διακινδυνεύω:
      • (Μεταξά, Επιστ. 48).
    • 8) Φρ. βάνομαι εις φυγίον = τρέπομαι σε φυγή:
      • (Χρον. Μορ. H 5336).

[<αρχ. βάλλω. Η λ. στο Meursius (ειν) και σήμ.]

βραχίων ο· βραχίονας· βραχιόνας.
  • 1) Μπράτσο:
    • με τον βραχιόνα σου και τον δικόν μου εμένα κάθισμα να της κάμομε (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [1503]).
  • 2) Βράχος:
    • βραχίονας ήτον θάλασσας (Πολ. Τρωάδ. 616).

[αρχ. ουσ. βραχίων. Ο τ. ίονας και σήμ.]

γαληνούτσικα, επίρρ.
  • Με πολύ χαμηλή φωνή:
    • γαληνούτσικα, τινάς μη τους ακούσει, έφησεν προς τον Ιασούν (Πόλ. Τρωάδ. 331 κριτ. υπ).

[<επίθ. γαληνούτσικος]

γαρνίζω· σγαρνίζω.
  • 1) Εφοδιάζω με ό,τι απαραίτητο, εξοπλίζω·
    • (εδώ προκ. για καράβι):
      • Ο Αίας τριάντα επτά (ενν. καράβια) ήφερε· καλά ήσαν γαρνισμένα (Πόλ. Τρωάδ. 2286).
  • 2)
    • α) (Προκ. για κάστρο) οχυρώνω, ενισχύω:
      • (Χρον. Μορ. H 4608
    • β) (προκ. για πόρτα) ασφαλίζω, αμπαρώνω:
      • (Πόλ. Τρωάδ. 885).
  • 3) Κοσμώ, στολίζω:
    • πανίν … γαρνισμένον … μετά λιθομαργάρων (Πόλ. Τρωάδ. 7240).

[<γαλλ. garnir (Kahane, GR II 98, 105). Πβ. και το σημερ. γαρνίρω]

γαρνιστός, επίθ.
  • Στολισμένος, πολυποίκιλτος:
    • ήσαν τα πάντα (ενν. τα άρματα) γαρνιστά· λαμπρότερα ουκ είδες (Πόλ. Τρωάδ. 2867).

[<γαρνίζω]

γένος το· γεν. γένου, (Πόλ. Τρωάδ. 7179 κριτ. υπ).
  • 1) Καταγωγή, γενιά, οικογένεια:
    • από ποίον γένος είσθεν της Ρωμανίας; (Διγ. Άνδρ. 32312
    • Δεν είμαι εγώ από γένος τίποτες παρακάτω (Διγ. Άνδρ. 35933).
  • 2) Φυλή, έθνος:
    • τα γένη των χριστιανών (Διήγ. παιδ. 398
    • των Τουρκών το γένος (Αχέλ. 482).
  • 3) (Προκ. για ζώα) ράτσα, κατηγορία, είδος:
    • γένη πάντρεπνα … των πουλίων (Αχιλλ. N 733).
  • 4)
    • α) Σύνολο ειδών με φυσική συγγένεια μεταξύ τους:
      • γένος ανθρώπινον (Κορων., Μπούας 66
    • β) σύνολο προσώπων που τα χαρακτηρίζει μια κοινή ιδιότητα:
      • γένος γαρ παν ευνουχικόν φιλεί την κολακείαν (Λίβ. Sc. 1002).

[αρχ. ουσ. γένος. Το αρσ. το 12. αι. (LBG). Η λ. και σήμ.]

γνώριμος, επίθ.· αγνώριμος· εγνώριμος.
  • 1) Γνωστός:
    • η φήμη σου ένι γνώριμος (Λίβ. P 443).
  • 2) Οικείος, γνώριμος:
    • Αυτή (ενν. η Παναγία) στους ξένους γνώριμος είναι (Διακρούσ. 1177
    • (ως ουσ.):
      • ο γνώριμος ως άγνωστος παρελογίσατό με (Γλυκά, Αναγ. 343).
  • 3) Φρ. γίνομαι γνώριμος =
    • (α) γνωρίζομαι:
      • (Πόλ. Τρωάδ. 334
    • (β) αναγνωρίζομαι:
      • (Πόλ. Τρωάδ. 2684).
  • 4) Κατάλληλος:
    • θέλεις είσται … ο πλέον εγνώριμος αυτής εις τα της θεραπείας αυτής (Σφρ., Χρον. 9624).
  • 5) Δοκιμασμένος:
    • δότε εσάς ανθρώπους φρόνιμους … και γνώριμους εις τα σκήφτρα σας (Πεντ. Δευτ. I 13).
  • Το ουδ. ως ουσ. = χαρακτηριστικό:
    • τούτο γαρ ένι γνώριμον του κατ’ αλήθειαν φίλου (Σπαν. (Μαυρ.) P 149).

[αρχ. επίθ. γνώριμος. Οι τ. και σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ). Η λ. και σήμ.]

δακτυλίς η.
  • Δαχτυλίδι:
    • (Πόλ. Τρωάδ. 551).

[μτγν. ουσ. δακτυλίς. Τ. δαχτυλίδα σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ)]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...13   Next >
Go to page:Go