Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: "κουμάσι (I)"
1 item total
κουμάσι (I) το· κομάσι.
  • Ορνιθώνας, κοτέτσι:
    • (Γαδ. διήγ. 213).

[βλ. Καραποτόσογλου 1984: 10-6. Τ. ιον στον Ησύχ. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go