1. Τι είναι νόρμα;

Νόρμα σημαίνει κανόνας, πρότυπο.

Ο όρος γλωσσική νόρμα αναφέρεται σε μια γλωσσική ποικιλία η οποία αναγνωρίζεται ως πρότυπο για τη γλωσσική μας παραγωγή (κυρίως τον γραπτό –αλλά και τον προφορικό– λόγο).

  Συνήθως η νόρμα ταυτίζεται με την πρότυπη γλώσσα ή/και την επίσημη γλώσσα ενός κράτους.

Πρότυπη ονομάζεται η γλωσσική ποικιλία ή διάλεκτος που έχει τυποποιηθεί (με γραμματικές, λεξικά κλπ.) και χρησιμοποιείται συστηματικά σε θεσμούς όπως η εκπαίδευση και η δημόσια επικοινωνία (π.χ. ΜΜΕ) συχνά ως επίσημη γλώσσα ενός κράτους

 . Συνήθως, μιλώντας για τη νόρμα εστιάζουμε στον ρυθμιστικό ή κανονιστικό χαρακτήρα μιας γλωσσικής ποικιλίας, στη δημιουργία μιας κοινής, πρότυπης γλώσσας με μεγάλο κύρος.
Για τους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής (αλλά και για εκείνους που την μαθαίνουν ως δεύτερη ή ξένη γλώσσα), η κοινή νεοελληνική αναγνωρίζεται ως νόρμα.

Νόρμα, λοιπόν, ονομάζουμε μια γλωσσική ποικιλία που θεωρείται υπόδειγμα ή πρότυπο χρήσης

 .
 
Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η έννοια της νόρμας συνδέεται με τη ρύθμιση, την τυποποίηση και την ομοιογένεια της γλώσσας [γλώσσα]. Πώς και γιατί όμως μια γλωσσική ποικιλία (από τις πολλές που χρησιμοποιούνται συνήθως σε μια γλωσσική κοινότητα) επιλέγεται για να παίξει αυτό τον ρόλο; Τι ανάγκες καλύπτει και τι συνέπειες έχει αυτό για την καθημερινή γλωσσική παραγωγή, την εκπαίδευση και την κοινωνική αξιολόγηση; Αυτά θα εξετάσουμε στη συνέχεια.