4. Στάσεις απέναντι στην Υ και τη Χ

Οι γλωσσικές στάσεις των ομιλητών/τριών σε περιπτώσεις κοινωνικής διγλωσσίας είναι ένα άλλο σημαντικό ζήτημα

 . Το μεγάλο κύρος της Υ ευνοεί την (επιστημονικά αστήρικτη) εντύπωση ότι η Υ είναι πιο «λογική» ή/και «όμορφη» από τη Χ και καταλληλότερη να εκφράσει αφηρημένες έννοιες, ακόμη και από άτομα που δεν μπορούν να την χειριστούν (ίσως δε ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο). Μάλιστα κάποιοι/ες ομιλητές/τριες μπορεί να φτάσουν στο σημείο να αρνούνται ακόμη και την ύπαρξη της Χ. Από την άλλη μεριά, η Χ, ως βασικό όργανο της καθημερινής επικοινωνίας θεωρείται «εκφραστικότερη», «αμεσότερη» ή πιο «οικεία», αλλά μπορεί να συνδέεται και με την έλλειψη εκπαίδευσης, την «αγραμματοσύνη». Γενικά η Χ σε περιβάλλον κοινωνικής διγλωσσίας στιγματίζεται. Όμως, η Χ ενδέχεται να έχει κρυφό κύρος ως δείκτης ταυτότητας ή/και αλληλεγγύης (σε αντίθεση με το προφανές, επιβεβλημένο κύρος της Υ). Μια γενικότερη διαπίστωση για τις γλωσσικές κοινότητες όπου υπάρχει κοινωνική διγλωσσία είναι η γλωσσική ανασφάλεια των ομιλητών/τριών, που πηγάζει από το γεγονός ότι η μητρική γλώσσα διαφέρει από την επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης.
 

Στην περίπτωση της ελληνικής, οι στάσεις των ομιλητών/τριών έπαιξαν μεγάλο ρόλο σε όλη τη μακρά διάρκεια του λεγόμενου γλωσσικού ζητήματος (βλ. παρακάτω) αλλά και στην επίλυση της κοινωνικής διγλωσσίας (έστω τυπικά).

 Ενώ υπήρχαν διαφορετικές απόψεις για το ποια από τις δύο ποικιλίες θα έπρεπε να επικρατήσει τελικά, ήδη πριν την καθιέρωση της δημοτικής το 1976, η καθαρεύουσα έγινε συχνά στόχος του χιουμοριστικού λόγου (βλ. τα έργα των Ψαθά, Τσιφόρου, Γερμανού), πράγμα που συνδέεται άμεσα με τις στάσεις των ομιλητών/τριών. Μετά το 1976, το χρονογράφημα της Έλενας Ακρίτα διακωμώδησε την καθαρεύουσα, κάτι που ήταν πολύ ευκολότερο τότε, δεδομένων των πολιτικών και εκπαιδευτικών αλλαγών που είχαν ήδη συντελεστεί. Αυτές οι αλλαγές, με τη σειρά τους, ίσως να είχαν αργήσει περισσότερο αν η καθαρεύουσα δεν είχε χάσει το κύρος της συνδεόμενη με τη Χούντα των Συνταγματαρχών (1967-1974).