Άσκηση 1

Στις παρακάτω προτάσεις να γράψετε τα μόρια που λείπουν και να δηλώσετε στην παρένθεση τη σημασία που αυτά έχουν σε κάθε περίπτωση. Συμβουλευτείτε τα παραδείγματα.

Ας μιλήσουμε ως ενήλικες. (Προτροπή) (Δήλωση αληθούς ιδιότητας)

Να μη σε γνώριζα ποτέ μου. (Ευχή)

 

1. Αύριο ____ πάμε εκδρομή, αν έχει καλό καιρό. (________________)

2. Μιλάει πρώτα _____ γιατρός και μετά ______ αδερφός του ασθενή. (___________) (_________)

3. ____ το βιβλίο, που σου έλεγα. (_____________)

4. _____ εμβαθύνουμε εξετάζοντας τα παραδείγματα. (_____________)

5. _____ να μου φαίνεται πως έχει γίνει το παιδί για όλες τις δουλειές.

6. Έγινε κόκκινος ______ την παπαρούνα, από την ντροπή του. (__________)

7. ____ πότε λες να μας έρθεις καμιά βόλτα; (__________)

8. ____ σήκωνα το τηλέφωνο αν το είχα ακούσει. (____________)

9. ____ αποκοιμήθηκε πάλι. (____________)

10. ______ κάνεις βήμα! (__________)

11. ______ του δίνεις σημασία. _______ ξέρει τι λέει. (________) (___________)

12. Επιλέγει να ντύνεται _______ ζητιάνος, αν και έχει πολλά χρήματα. (_________)

13. ______ πάμε άλλη μια φορά! (_________)

14. Μάλλον_________ τρελούς θα μας πέρασε (__________)

Απάντηση

Απάντηση

1.      Αύριο: Πιθανότητα

2.      ως γιατρός, ως αδερφός:  Δήλωση αληθούς ιδιότητας, Δήλωση αληθούς ιδιότητας

3.      Νά το βιβλίο: Δεικτικό

4.      Ας εμβαθύνουμε : Προτροπή

5.      Σα να μου φαίνεται: Πιθανότητα

6.      σαν την παπαρούνα: Παρομοίωση

7.      Σαν πότε: Απορία

8.      Θα σήκωνα: Πιθανότητα στο παρελθόν

9.      Θα  αποκοιμήθηκε: Πιθανότητα

10.  Μη κάνεις: Απαγόρευση

11.  Μη του δίνεις, Δεν ξέρει : Άρνηση, Άρνηση

12.  σαν ζητιάνος: Δήλωση ψευδούς ιδιότητας

13.   Για πάμε: Προτροπή

14.  για τρελούς : Ψευδής ιδιότητα

 

 

Άσκηση 2

Βρείτε και υπογραμμίστε τα μόρια στο παρακάτω κείμενο:

Η πρώτη μου επαφή με το αντικείμενο του πόθου μου έγινε, μου λένε, όταν ήμουν έξι μόλις μηνών. Στο οικογενειακό τραπέζι κάθονταν οι γονείς μου, ο παππούς, η γιαγιά, ο αδελφός μου ο Χρίστος και, φυσικά, η θεία Ξανθίππη. Η μαμά να προσπαθεί να με ταΐσει λίγη ακόμη φρουτόκρεμα, εγώ να αρνούμαι σθεναρά, σπρώχνοντας το κουτάλι μακριά και εκσφενδονίζοντας το περιεχόμενό του σε μπερζέρες και χαλιά, και ο μπαμπάς μπουκωμένος να με καλοπιάνει παριστάνοντας το μπάρμπα Στρουμφ.

«Τα, τα», έλεγα εγώ, «τα, τα», όλο και πιο επίμονα, δείχνοντας το πιάτο του μπαμπά, κανείς όμως δε με καταλάβαινε. Έτσι είδα και απόειδα, μέχρι που άρπαξα το πιρούνι απ’ το χέρι του μπαμπά, και, αφήνοντάς τον με ανοιχτό το στόμα, το ’χωσα λαίμαργα στο δικό μου στοματάκι. «Ααααα, το παιδί!» τσίριξαν εν χορώ γιαγιά και θεία Ξανθίππη και μου απέσπασαν το φονικό όργανο απ’ τη χουφτίτσα, Εγώ όμως δεν το ‘βαλα κάτω: Με μια αποφασιστική κίνηση βούτηξα ολόκληρη την επαναστατική μου γροθιά στο βουναλάκι από πουρέ που προοριζόταν για τον μπαμπά και στη συνέχεια έμεινα να ξερογλείφομαι, μέχρι που το χεράκι μου καθάρισε εντελώς, οπότε βέβαια επανέλαβα την κίνηση. 

Αυτό ήταν! Από την ημέρα εκείνη ο πουρές, από αληθινή πατάτα βέβαια, όχι σκόνη- «πατάτα πατάτα», που λέει κι η γιαγιά, εντάχθηκε στο καθημερινό μου διαιτολόγιο. Η πονηρή η θεία Ξανθίππη μάλιστα δεν άργησε ν’ ανακαλύψει ότι μέσω του πουρέ μπορούσε να με ταΐσει οτιδήποτε απεχθανόμουν, όπως, παραδείγματος χάρη, το συκώτι: έφτανε να το λιώσει στο μίξερ και να το ανακατέψει με άφθονο πουρέ. Η λαχτάρα μου για πατάτες, σε κάθε δυνατή παραλλαγή, με έσπρωχνε να καταβροχθίζω τα πάντα, φτάνει να περιείχαν ίχνη έστω της μαγικής ρίζας!

Λένα Μερίκα, Αγάπες τηγανητές,

Απάντηση

Απάντηση

Η πρώτη μου επαφή με το αντικείμενο του πόθου μου έγινε, μου λένε, όταν ήμουν έξι μόλις μηνών. Στο οικογενειακό τραπέζι κάθονταν οι γονείς μου, ο παππούς, η γιαγιά, ο αδελφός μου ο Χρίστος και, φυσικά, η θεία Ξανθίππη. Η μαμά να προσπαθεί να με ταΐσει λίγη ακόμη φρουτόκρεμα, εγώ να αρνούμαι σθεναρά, σπρώχνοντας το κουτάλι μακριά και εκσφενδονίζοντας το περιεχόμενό του σε μπερζέρες και χαλιά, και ο μπαμπάς μπουκωμένος να με καλοπιάνει παριστάνοντας το μπάρμπα Στρουμφ.

«Τα, τα», έλεγα εγώ, «τα, τα», όλο και πιο επίμονα, δείχνοντας το πιάτο του μπαμπά, κανείς όμως δε με καταλάβαινε. Έτσι είδα και απόειδα, μέχρι που άρπαξα το πιρούνι απ’ το χέρι του μπαμπά, και, αφήνοντάς τον με ανοιχτό το στόμα, το ’χωσα λαίμαργα στο δικό μου στοματάκι. «Ααααα, το παιδί!» τσίριξαν εν χορώ γιαγιά και θεία Ξανθίππη και μου απέσπασαν το φονικό όργανο απ’ τη χουφτίτσα, Εγώ όμως δεν το ‘βαλα κάτω: Με μια αποφασιστική κίνηση βούτηξα ολόκληρη την επαναστατική μου γροθιά στο βουναλάκι από πουρέ που προοριζόταν για τον μπαμπά και στη συνέχεια έμεινα να ξερογλείφομαι, μέχρι που το χεράκι μου καθάρισε εντελώς, οπότε βέβαια επανέλαβα την κίνηση. 

Αυτό ήταν! Από την ημέρα εκείνη ο πουρές, από αληθινή πατάτα βέβαια, όχι σκόνη -«πατάτα πατάτα», που λέει κι η γιαγιά, εντάχθηκε στο καθημερινό μου διαιτολόγιο. Η πονηρή η θεία Ξανθίππη μάλιστα δεν άργησε ν’ ανακαλύψει ότι μέσω του πουρέ μπορούσε να με ταΐσει οτιδήποτε απεχθανόμουν, όπως, παραδείγματος χάρη, το συκώτι: έφτανε να το λιώσει στο μίξερ και να το ανακατέψει με άφθονο πουρέ. Η λαχτάρα μου για πατάτες, σε κάθε δυνατή παραλλαγή, με έσπρωχνε να καταβροχθίζω τα πάντα, φτάνει να περιείχαν ίχνη έστω της μαγικής ρίζας! Λένα Μερίκα, Αγάπες τηγανητές,