1. Εισαγωγή

                [Αν τον βρεις], γράψε μου!
                [Όποτε μπορέσεις εσύ], πες το μου και μένα.
                [Επειδή είναι έξυπνη], της φαίνονται όλα εύκολα.
                Αισιοδοξώ [ότι θα ξανασυναντηθούμε σύντομα].

Η σχέση δύο ή περισσότερων προτάσεων που δεν είναι ισότιμες συντακτικά, χαρακτηρίζεται ως σχέση υπόταξης (ή εξάρτησης):

 κανονικά, μια κύρια πρόταση μπορεί να σταθεί αυτόνομα στον λόγο και να εκφράζει ένα πλήρες νόημα, ενώ μια δευτερεύουσα (ή εξαρτημένη) πρόταση είναι απαραίτητο να συνοδεύει την κύρια πρόταση από την οποία εξαρτάται.
Η σχέση αυτή της υπόταξηςυποτακτικής σύνδεσης) κανονικά επιτυγχάνεται με τη χρήση υποτακτικών συνδέσμων (ή κάποιων άλλων στοιχείων), λ.χ.:
                Εμένα μου το είπε [ότι θα φύγει].
                Με ρώτησε [αν θα τραγουδήσεις].
                Ας φάμε κάτι [πριν ξεκινήσουμε].
                Πήγαινε [όπου θέλεις]!
Μια δευτερεύουσα πρόταση (που εισάγεται με κάποιον υποτακτικό σύνδεσμο ή άλλο στοιχείο) κανονικά δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομα στον λόγο:
                *Ότι θα φύγει.
                *Αν θα τραγουδήσεις.
                *Πριν ξεκινήσουμε.
                *Όπου θέλεις.
Αντίθετα, οι κύριες προτάσεις δεν έχουν τέτοια προβλήματα:
                Εμένα μου το είπε.
                Με ρώτησε.
                Ας φάμε κάτι.
                Πήγαινε!
Επομένως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην παρατακτική σύνδεση,

η υπόταξη είναι μια σχέση ανισοτιμίας: η κύρια πρόταση κυριαρχεί και η δευτερεύουσα πρόταση είναι εξαρτημένη («υποταγμένη»)!