Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Μορφολεξικό

Αποτελέσματα για: "Χ"

Βρέθηκαν 7 Λήμματα [1 - 7]

χαρτο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις· αναφέρεται:
  • 1. στο χαρτί:
  • χαρτοβιομηχανία, χαρτοποιία, χαρτοκιβώτιο, χαρτομάντιλο, χαρτονόμισμα, χαρτοπετσέτα, χαρτοκόπτης. || στα χαρτιά, στην τράπουλα
  • 2. στους χάρτες:
  • χαρτογράφος, χαρτογραφώ.

χειρο-

  • το ουσιαστικό χείρα ΄χέρι΄ ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • χειρόφρενο, χειροκίνητος, χειρόγραφο, χειροποίητος, χειροκροτώ, χειροβομβίδα, χειρολαβή.

χιλιο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. δίνει σε κάτι ή σε κάποιον την έννοια του αριθμητικού χίλιοι:
  • χιλιόχρονος, χιλίαρχος, χιλιετία, χιλιετής.
  • 2. δίνει σε κάτι ή σε κάποιον την έννοια ΄χίλιες φορές΄, ΄πολλές φορές΄:
  • χιλιοειπωμένος.
  • 3. δηλώνει μονάδα μέτρησης η οποία αποτελείται από χίλιες μονάδες της τάξης που δηλώνει το β΄ συνθετικό:
  • χιλιόγραμμο, χιλιόμετρο.

χοντρο-

  • & χονδρο-, α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. δηλώνει ότι κάτι ή κάποιος είναι χοντρός, παχύς:
  • χοντρόφλουδος, χοντρόχερος, χοντροκαμωμένος. || χοντροδουλειά.
  • 2. αναφέρεται στη συμπεριφορά, στις εκδηλώσεις άξεστου ανθρώπου:
  • χοντράνθρωπος, χοντροχωριάτης.
  • 3. αναφέρεται σε μεγάλες ποσότητες:
  • χοντρέμπορος και χονδρέμπορος, χονδρεμπόριο.

χορτο-

  • το ουσιαστικό χόρτο ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • χορτοτάπητας, χορτοκαλύβα, χορτοφάγος, χορτόσουπα.

χρονο-

  • το ουσιαστικό χρόνος ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις:
  • χρονοεπίδομα, χρονόμετρο, χρονολογώ, χρονομετρώ.

χρυσο-

  • το ουσιαστικό χρυσός ή το επίθετο χρυσός ως α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις.:
  • 1. αναφέρεται στο πολύτιμο μέταλλο:
  • χρυσοθήρας, χρυσοχόος.
  • 2. αναφέρεται στο χρυσό χρώμα:
  • χρυσόχρωμος, χρυσοκίτρινος, χρυσόσκονη.
  • 3. δίνει σε κάτι ή σε κάποιον τη σημασία ΄πολύ καλός΄ ή ΄πολύ ακριβός΄:
  • χρυσόκαρδος, χρυσοχέρης, χρυσοπληρώνω.