Λεξικό της Νεοελληνικής γλώσσας
Μορφολεξικό

Αποτελέσματα για: "Ρ"

Βρέθηκε 1 Λήμμα

ραδιο-

  • α΄ συνθετικό
  • σε σύνθετες λέξεις με αναφορά:
  • 1. στην ακτινοβολία:
  • ραδιοτηλεσκόπιο, ραδιενέργεια. || στην ασύρματη επικοινωνία
  • 2. στη ραδιοφωνία ή στο ραδιόφωνο:
  • ραδιοτηλεόραση, ραδιοενισχυτής.