Καθημερινή ζωή στην Κατοχή

Λογοτεχνία

Αχ και να ξανάρχονταν…

(απόσπασμα)


«Τα μόνα κάλαντα, που αποπειράθηκα να πω, ήταν εκείνα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1943. Ολόκληρη την εβδομάδα τα προβάριζα και δε θα μπορούσα να πω ότι το βράδυ της προπαραμονής τα 'ξερα στην εντέλεια. Έφταιγαν, ασφαλώς, οι μεγάλοι στο σπίτι μας, που βάλθηκαν να μου τα μάθουνε όλα μαζί και μονοκοπανιάς· κάλαντα, δηλαδή, Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων! Πού να χωρέσουν όλα εκείνα τα άγνωστα και μυστήρια λόγια μες στο μυαλό εξάχρονου παιδιού; Κι ύστερα, άντε να πεις πως χώραγαν· πού να τα ξεχωρίσει, να τα κατατάξει σε ξεχωριστές μερίδες, στίχους, στροφές…; Όμως, παρ' όλα αυτά, τίποτ' εγώ. Εκεί, τα κάλαντα θα τα 'λεγα ό,τι κι αν γίνονταν κι ας δημιουργούσα, δε βαριέσαι, στους μεγάλους μια γενική θυμηδία ή, ανάλογα με τη διάθεσή τους, μια γενική αγανάκτηση. Κι επέμενα να ξεφουρνίζω ό,τι μου κατέβαινε. Φτάνει να συνταιριάζονταν τα λόγια με τη μουσική:

Καλήν εσπέραν άρχοντες
από την Καισαρεία…

Όταν, όμως, μπερδευόμουνα και δε μπορούσα να χωρέσω τα λόγια στη μουσική, βαρούσα δυνατά και σα δαιμονισμένος το τρίγωνο, έτσι, που τελικά, να μην ακούγονται ούτε λόγια ούτε μουσική ούτε τίποτε, παρά μονάχα εκείνος ο συνεχής μεταλλικός ήχος. Τραγέλαφος, θα πεις, μα έλα που εγώ, καλά και σώνει, ήθελα να πω τα κάλαντα. Τα ονειρευόμουνα, τα τακτοποιούσα όλα με το νου μου μέρες και μέρες πριν κι εκείνη τη νύχτα, που θα ξημέρωνε την πολυπόθητη παραμονή των Χριστουγέννων, ύπνος δε με κολλούσε.

Έμεινα ξύπνιος, μα ωστόσο ονειρευόμουν· το πώς θα σηκωνόμουνα μες στο σκοτάδι, πώς θα ντυνόμουνα στα γρήγορα, ακροπατώντας στα νύχια των ποδιών, πώς θα' βγαινα - πρώτος εγώ απ' όλα τα παιδιά της γειτονιάς και θα τους έτρωγα όλους το καϊμάκι εισπράττοντας το πιο γερό μπαχσίσι, λες κι ο κόσμος άλλο γκαϊλέ δεν είχε, μόνο να περιμένει ξάγρυπνος, μες στ' άγρια χαράματα, να ιδεί ποιος θα 'ρχονταν πρώτος για να του δώσει το βραβείο.

[…]

Δίστασα για λίγο, κι ύστερα «ένα, δύο, τρία», είπα μέσα μου αποφασιστικά και τινάχτηκα επάνω κι άρχισα να ντύνομαι γρήγορα και στα τυφλά. Στάθηκα, για μια στιγμή, στην πόρτα κι αναλογίστηκα, μήπως είχα ξεχάσει τίποτε. Πήρα το τρίγωνο απ' το χερούλι. Δεν έμεινε παρά να βγάλω το σύρτη απ' την πόρτα, να σταθώ στο πλατύσκαλο, όσο να κλείσω πίσω μου την πόρτα, να κατέβω προσεκτικά την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στην αυλή μας, να βγάλω το σίδερο που σφαλίζαμε την εξώπορτα κι από κει θα 'σερνα το μάνταλο και, μεμιάς, θα βρισκόμουνα έξω στο δρόμο, για να πάρω ένα ένα τα σπίτια της γειτονιάς, να τα πω…

Έτσι κι έκανα, μα σαν στάθηκα στο πλατύσκαλο, μια παγωμένη πνοή του ανέμου ήρθε και μου μαστίγωσε, θαρρείς, το πρόσωπο, τα χέρια και τα γυμνά λιπόσαρκα πόδια μου. Κατέβηκα βιαστικά κάτω στην αυλή, κι όσο να πεις, η μάντρα γύρω γύρω έκοβε λιγάκι τη φόρα του αέρα. Έβγαλα το σίδερο κι ήμουνα έτοιμος να τραβήξω το μάνταλο και να βγω έξω· δεν χρειάζονταν παρά μονάχα μια ανεπαίσθητη κίνηση· μια μικρή πίεση του δάχτυλού μου πάνω στο γλωσσίδι κι από κει και ύστερα… Στάθηκα, για μια στιγμή, αναποφάσιστος· έξω στο δρόμο δεν ακούγονταν ψυχή κι εξάλλου -αυτό πώς μου διέφυγε;- με την κυκλοφορία, τι γινότανε; Από ποια ώρα και μετά επιτρεπόταν η κυκλοφορία και τι ώρα ήταν τώρα; Έπρεπε να περιμένω εδώ στο κρύο, ώσπου ν' ακούσω έξω κάποια κίνηση, βήματα, ομιλίες οτιδήποτε. Κάθισα χαμηλά και ζάρωσα στην κόχη της εξώπορτας, ενώ προσπαθούσα να σκεπαστώ όσο γινότανε καλύτερα, μ' εκείνο το παλιοπανωφόρι μου, αυτό που πριν φτάσει σε μένα έφτασε παλιωμένο απ' τον πατέρα μου στο μεγάλο μου αδερφό κι απ' αυτόν, αφού πρώτα το 'λιωσε όσο μπορούσε κι αυτός, έφτασε σε μένα, φαρδύ σαν κελεμπία, μπαλωμένο παντού, λεπτό σα γάζα πια, ανίκανο να με προστατέψει απ' το παραμικρό κρύο, τόσο που απορούσες, τι περίμενε η μάνα μου τόσον καιρό και δεν έλεγε να το κάνει πατσαβούρες ή ξεσκονόπανα ή να το φτιάξει λουρίδες για κουρελού.

Ένα κονσερβοκούτι κατρακυλούσε πάνω στο καλντερίμι κι έκανε την καρδιά μου να κλοτσάει μέσα μου δυνατά και άρρυθμα. Ο φόβος μου, όσο πήγαινε, αβγάτιζε. Η αίσθηση της κοντινής παρουσίας των δικών μου, που κοιμόνταν ήσυχοι μες στα ζεστά τους σκεπάσματα, δε μ' ηρεμούσε. Και ξαφνικά, άκουσα εκείνα τα γρήγορα, τα τρεχάτα βήματά του να κατρακυλούν, θαρρείς, απ' τη γωνιά του δρόμου προς τα δω, προς το σπίτι μας. Έτρεμα σαν κάνα ξερόφυλλο, κουλουριασμένος, δυο κάτια, μες στην απάνεμη κόχη μου. Τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο κοντινά. Πόσο κοντινά όμως; Κόλλησα τ' αυτί μου στην πόρτα. Απ' την άλλη μεριά άκουγα τη λαχανιασμένη αναπνοή του. Δοκίμαζε με την πλάτη του ν' ανοίξει την πόρτα μας. Αν άπλωνα το χέρι μου και πίεζα το δάχτυλό μου επάνω στο γλωσσίδι, θα βρίσκονταν μέσα σε μια στιγμή κι από κει… Κατέστρωσα στα γρήγορα το σχέδιο· απ' την αυλή μας θα βρισκόταν μ' ένα σάλτο στο φωταγωγό του πλαϊνού κι από κει, ίσια στον αυλόγυρο της «Νέας Παναγίας»… Άπλωσα το χέρι μου κι ακούμπησα το δάχτυλο πάνω στο γλωσσίδι· μια κίνηση απόμενε, μια μόνον κίνηση κι από κει κι ύστερα, όλα θα πήγαιναν καλά. Το χέρι μου, όμως, απόμενε κοκαλωμένο εκεί επάνω, στη σιδερένια επιφάνεια. Ο άνθρωπος απ' την άλλη πλευρά της πόρτας μας δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε να την ανοίξει σκουντώντας την με την πλάτη. Απ' τη γωνιά ακούστηκαν τα ποδοβολητά απ' τις μπότες τους, οι προσταχτικές φωνές τους, οι βλαστήμιες τους (δε μπορεί· βλαστήμιες γερμανικές θα πρέπει να 'τανε αυτές οι αγριοφωνάρες τους).

Ο άλλος έκανε την τελευταία, πιο απελπισμένη, προσπάθεια ν' ανοίξει την πόρτα μας σκουντώντας την μ' όλο του το κορμί δυνατά κι επίμονα. Κι ύστερα, θαρρείς πως έπαιρνε φόρα απ' αυτό το σκούντημα, ξεχύθηκε με γρήγορα κι αλαφιασμένα τρεχαλητά στο δρόμο. Πού μπορούσε, όμως, να πάει; Από ποια μεριά μπορούσε να ξεφύγει; «Αλτ», ακούστηκε η άγρια φωνή και ταυτόχρονα μια ριπή, μια μονάχα ριπή απ' αυτόματο έσκισε τον παγωμένο αέρα κι ο γδούπος που έκανε το κορμί του ανθρώπου, καθώς σωριάζονταν άπνοο πάνω στο δρόμο. Οι μπότες απομακρύνθηκαν, ώσπου σβήσανε εντελώς μαζί με τα ξεδιάντροπα και θριαμβευτικά εκείνα γέλια τους.»

Βιβλιογραφικά

Τόλης Καζαντζής, «Αχ και να ξανάρχονταν», Το τελευταίο καταφύγιο και άλλα διηγήματα, Νεφέλη, Αθήνα 1989, σ. 96-97 & 100-102.

Μεταδεδομένα

< Καζαντζής > < Οπτική γωνία παιδιού > < Γερμανοί >

▲ ▲

Τα λεμόνια ήταν ακριβά


Εγώ που ξέρω πρόσωπα και πράγματα σ’ αυτή τη μουχλιασμένη πόλη και που προπάντων δεν ξεχνώ, όποτε περνώ απ’ την πιο κεντρική λεωφόρο, κοιτάζω πάντα σ’ ένα σπίτι γωνιακό, να δω αν φαίνονται ακόμα τα σημάδια, εκεί στον τρίτο όροφο κοντά στο δεύτερο μπαλκόνι. Είναι τώρα κάτι μπαλώματα στον τοίχο αδιόρατα σχεδόν, σουβάδες κάπως πιο καινούριοι, που όμως κανένα βάψιμο δεν έχει καταφέρει να τους αφομοιώσει εντελώς με την παλιά επιφάνεια. Σίγουρο πως οι σημερινοί ένοικοί του δεν έχουνε ιδέα για τους λεκέδες αυτούς, ίσως να μην τους έχουνε προσέξει κιόλας. Άλλωστε, αμφιβάλλω ζωηρά, αν υπάρχει άλλος κανείς, που να θυμάται τίποτε για το μπαλκόνι αυτό. Και φοβούμαι πως, όταν οι λεκέδες εξαφανιστούν, κάτι θα γίνει.

Το σπίτι αυτό το είχαν επιτάξει οι γερμανοί στην Κατοχή. Μάλλον γραφεία είχαν στήσει, κάτι τέτοιο. Έβλεπες και πολλές στρατιωτίνες τους να μπαινοβγαίνουν, τις επηρμένες εκείνες «φροϋλάιν» με τις δυο αστραπές στο μανίκι και που με τους τρόπους τους σ’ έκαμναν να σκέφτεσαι πως, αν έπεφτες καμιά φορά στα χέρια τους, ήσουν χαμένος. Ένας κουρέας, πρώην παλαιστής, που όταν σε κούρευε τα μάτια σου βγάζανε δάκρυα απ’ τις τρίχες που ξερίζωνε χωρίς να το θέλει, μου διηγόταν πως αποδώ ακριβώς πετάχτηκε μια στρατιωτίνα μέρα μεσημέρι και με κρυφά νοήματα τον κάλεσε να την ακολουθήσει. Το πράγμα έμοιαζε σχεδόν με σύλληψη κι αυτός ακολουθούσε ξυλιασμένος. Τον έμπασε σ’ ένα διαμέρισμα, τον έβαλε να φάει γερά και μετά γδύθηκε για να τον προκαλέσει. Μα, ακόμα και γυμνή ήτανε κρύα κι ο νεαρός, παρόλο που είχε γερό στομάχι σε κάτι τέτοια, είδε κι έπαθε ώσπου να την ικανοποιήσει. Ύστερα τη συνήθισε και πήγαινε κάθε τόσο. Η σχέση αυτήν τον είχε σώσει απ’ την πείνα. Τα ’λεγε ταπεινά, σα να ’χε κάνει κάτι το εντελώς συνηθισμένο. Ελληνικός λαός στα χαρακώματα…

Κάποτε, μεσημέρι θα ’ταν —έμοιαζε πάντως με απόγευμα— είδα κόσμο να στέκεται στις γωνίες κάτω απ’ το σπίτι και να μην αποφασίζει να προχωρήσει. Όλοι κοιτάζανε ψηλά στο τρίτο πάτωμα. Οι γερμανοί, γυναίκες-άντρες, βρίσκονταν στα παράθυρα και γέλαγαν χοντρά, μολονότι δε φαινόταν τίποτε το αστείο. Μα, για τους κατακτητές εκείνους δεν ήταν ανάγκη να είναι κάτι αστείο για να γελούνε εις βάρος μας. Μήπως την άλλη φορά, όταν περνούσαμε απογευματάκι χιλιάδες λαός, γυρίζοντας τον Επιτάφιο του Αγίου Μηνά στους δρόμους, με χορωδίες, μουσικές και τον δεσπότη, δεν είχαν βγει όλοι τους απ’ τα γύρω σπίτια και δεν κρατούσαν την κοιλιά τους απ’ τα γέλια; Εμείς τότε κάναμε πως δε βλέπαμε και δεν ακούγαμε. Περάσαμε με σκυφτό το κεφάλι, ενώ η χορωδία έψελνε τα εγκώμια. Εδώ όμως δεν μπορούσες να περάσεις ούτε με σκυφτό το κεφάλι, κάτι το πολύ σοβαρό συνέβαινε. Κάποια στιγμή ένας πιτσιρίκος έτρεξε. Οι γερμανοί αμέσως του πετάξανε με φόρα δυο τρία λεμόνια. Λεμόνια λοιπόν έριχναν στον κόσμο. Όμως ο μικρός ήτανε γρήγορος κι οι φαντάροι δεν ήθελαν για τέτοιο ασήμαντο στόχο να χαραμίσουν τα λεμόνια τους. Τα λεμόνια κύλησαν στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου βρίσκονταν μερικά ακόμα. Ο κόσμος κοίταζε μια τα λεμόνια μια τους γερμανούς και δεν κινιόταν. Το πράγμα ήταν περίεργο σχεδόν˙ δεν έμοιαζαν τα λεμόνια αυτά για σάπια. Ύστερα, αποκλείεται να έχουν τη συνήθεια να πετούν αυτοί λεμόνια, όταν, όπως είναι γνωστό, στη χώρα τους τα εσπεριδοειδή τα βλέπουνε με το τηλεσκόπιο. Και μόνο τα εσπεριδοειδή; μήπως τα λαχανικά; Είχανε θεαθεί να τρων ωμές μελιτζάνες, αγγουρομάνες και σποριάρικα κολοκυθάκια. Μάλλον κανένα καΐκι με λεμόνια θα ’χαν κατασχέσει και κάποιος δικός μας χαφιές θα τους είχε δώσει την έμπνευση.

Εκείνη τη στιγμή ένας πολύ γνωστός και σεβαστός σε όλους μας κύριος, πρώην βουλευτής του Βενιζέλου, του πατέρα βέβαια, με μούσι, μπαστούνι, ρεπούμπλικα και μονόκλ, παραμέρισε με σιχασιά το πλήθος και προχώρησε αγέρωχος. Θαρρείς αυτό περίμεναν και οι γερμανοί. Τον άφησαν να προχωρήσει λίγο και μετά όλοι μαζί ουρλιάζοντας άρχισαν να του ρίχνουνε λεμόνια. Κυρίως τον σημαδεύαν στο κεφάλι. Έπεσε η ρεπούμπιλκα και το μπαστούνι, έφυγε το μονόκλ. Οι γερμανοί αλάλαζαν. Έκανε να τα πάρει, μα του ρίξανε ακόμα πιο πολλά. Τότε αυτός ακούμπησε το πρόσωπό του στον απέναντι τοίχο, όπου παλιά κρεμούσαν τις εφημερίδες, και σκεπάζοντάς το με τα χέρια, έμεινε εκεί ακίνητος. Τα λεμόνια τώρα τον χτυπούσανε καλύτερα. Άκουγες έναν γδούπο. Δεκάδες λεμόνια κύλαγαν απ’ το πεζοδρόμιο στο ρείθρο. Ξαφνικά σταμάτησαν, δεν τους άρεζε ο ακίνητος στόχος, ήθελαν να τον κάνουν να ξεκινήσει. Οπότε το πλήθος πια δεν βάσταξε, όρμηξε στα λεμόνια. Οι γερμανοί από πάνω οργίαζαν. Ό,τι είχαν και δεν είχαν το πέταξαν πάνω στον μπερδεμένο ανθρωποσωρό. Στο τέλος έριξαν και τα κασόνια. Και τι φωνές ήταν εκείνες, τι αλαλαγμοί, τι χειροκροτήματα! Εκείνο που τους τρέλαινε ήταν, φαντάζομαι, πως μας έκαμναν να κυλιόμαστε και ν’ αλληλοδερνόμαστε για τα δικά μας είδη, αυτά που τους τα πουλούσαμε ακριβά πριν λίγα χρόνια.

Σε λίγες μέρες μάθαμε όλοι με ανακούφιση πως χέρι άγνωστο μα ευλογημένο πέταξε μέρα μεσημέρι από απέναντι μια γερμανικιά χειροβομβίδα —από κείνες με το ξύλινο χερούλι— στο μπαλκόνι. Έπεσαν οι σουβάδες, τα τζάμια έσπασαν και τα παραθυρόφυλλα πετάχτηκαν στο δρόμο. Ίσως και να χτυπήθηκε κανένας τους —μακάρι. Πάντως δε χωρούσε αμφιβολία πως για κείνα τα λεμόνια τιμωρήθηκαν. Μπορούσαμε λοιπόν να περνάμε στο εξής περήφανοι κι από κείνο το σημείο.

Τώρα, όποτε συλλογιέμαι τις μεγάλες ντροπές που έχω νιώσει στη ζωή μου, τους εξευτελισμούς —και έχω δοκιμάσει πάμπολλους— τα λεμόνια αυτά, και κάτι άλλα που δε λέγονται ακόμα, τα βάζω στην κορφή κορφή. Μα, κατά βάθος ζω πια με την πεποίθηση πως το κραταιό χέρι του Θεού αποκατασταίνει κάποτε την δικαιοσύνη, σηκώνοντας απάνω τους τσαλαπατημένους και στράφτοντας σκαμπίλια ηχηρά στα μούτρα των υπεροπτών, που νόμισαν ότι μπορούν να φτύνουν και να ποδοπατούν ατιμώρητα. «Ο Θεός αργεί, μα δεν αλησμονεί».

Βιβλιογραφικά

Γιώργος Ιωάννου, «Τα λεμόνια ήταν ακριβά», στη συλλογή: Η μόνη κληρονομιά, Κέδρος, Αθήνα 1982, σ. 107-110.

Μεταδεδομένα

< Γερμανοί > < Ιωάννου >

▲▲▲

Ο άφρων μαυραγορίτης


«Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού: Ψυχή έχεις πολλά αγαθά. Φάγε, πίε, ευφραίνου». Αλλά την ίδια νύχτα ο άγγελος τον εκάλεσε να τα μαζέψει για το αιώνιο ταξίδι.

Ο άφρων του Ευαγγελίου είναι ο έξυπνος της ζωής. Ο μαυραγορίτης. Με τη διαφορά πως δε βάζει λόγο στην «ψυχή» του. Δεν έχει τέτοιο πράμα. Έχει κοιλιά. Όταν, λοιπόν, στρώνεται στο τραπέζι και στρογγυλοκάθεται, χαϊδολογά την κοιλιά του, που του κρέμεται ως τα γόνατα, και της λέγει: «Ψυχή μου (=πολυαγαπημένη μου!) έχεις όλα τα καλά. Φάγε, πιες και γλέντησε… Αύριο θα πεθάνουμε… Κόσμε ψεύτη. Χάρο κλέφτη…»

Και πραγματικά, ένα «αύριο» πέθανε ξαφνικά κι αυτός και η κοιλιά του γεμάτοι ως τα μπούνια.

Και να πώς έγινε αυτό το πράμα: Ο μαυραγορίτης, ένας περιβολάρης, είχε αγοράσει την προηγουμένη μέρα την πρώτη του πολυκατοικία στην Αθήνα. Από το χωριό στην πρωτεύουσα, από την καλύβα στον έβδομο ουρανό! Είχε υπογράψει τα συμβόλαια, είχε πληρώσει ένα τσουβάλι εκατομμύρια και την άλλη μέρα θα έμπαινε στο παλάτι του εν χορδαίς και οργάνοις να ενθρονισθεί ως άρχων του κόσμου. Μπροστά θα πήγαινε η Αφθονία με το κέρας της Αμαλθείας γεμάτο μπάμιες, κολοκυθάκια, ντομάτες. Από το δεξί μπράτσο θα τον κρατούσε η θεά Τύχη κι από το ζερβί ο θεός Πλούτος. Και θ' αφηνότανε να τον σέρνουν οι θεοί μεθυσμένον από την ευτυχία, όπως οι Βακχίδες σέρνουνε το μεθυσμένο από τα κρασιά Σιληνό στα ταμπλό του Ρούμπενς. Και κοιτάζοντας γύρω τα κορόιδα, που θα τον θαυμάζανε, θα τους μορμούριζε:

—Εν ιδρώτι του προσώπου σας φαγείν τον άρτον μου!…

Για να γιορτάσει λοιπόν αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός παρέθεσε δείπνο στον πρώην ιδιοκτήτη, στο δικηγόρο, στο μεσάζοντα και στους φίλους. Δείπνο που θα το ζήλευε κι ο Λούκουλλος: μια φοβερή απλάδα μακαρόνια με μπόλικη σάλτσα και τυρί, ολάκερο αρνί με πατάτες στη λαμαρίνα, κρασί από το βαρέλι (Α! όλα κι όλα! το κρασί πρέπει να πίνεται με τη φυσική του δροσιά, μόλις τραβιέται από την κάνουλα! Όχι πάγο!…) και στο τέλος τα εντόσθια και το κεφαλάκι λαδορίγανη για μπεκρή μεζέ. Κι άφησε πια τις σαλάτες, τα φρούτα, τα τυριά, καθώς και τα ορεχτικά, από τη μυρωδάτη σαρδέλα (σαρδέλα - μία μπέλα!), ίσαμε την «ταραμοσαλάτα» από αυγά ρέγκας! Το δείπνο έπρεπε να μείνει ιστορικό. Ο άνθρωπος του αγρού έκαμνε την πρώτη του είσοδο στη μεγάλη ζωή των πόλεων. Δυστυχώς η ζωή ήτανε πολύ μικρή για έναν τόσο μεγάλον άνθρωπο.

Φάγανε όλοι κι ήπιανε μέχρι διαρρήξεως.

—Μη σταματάτε, φώναζε ο Αμφιτρύων στους καλεσμένους του. Έχουμε κι άλλους μεζέδες: μαρίδες της ώρας κι αυγά τηγανητά με λουκάνικο. Θα δοκιμάσουμε και το τέταρτο βαρέλι. Έστειλα να το ανοίξουνε…

Έστειλε μαζί και κάλεσε τα «λαλήματα»: λαγούτο, κανόνι και κλαρίνο!

—Και τώρα θα χορέψουμε:

Την πι - μωρέ - την πίτα
πο 'φαγε ο σπανός, αμάν!

Και η κοιλιά του κυρ Χαράλαμπου «ηγείτο του… στομαχίμου εκείνου χορού».

—Να μας ζήσεις, αφέντη! Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να 'χουνε τα λεφτά…

—Άιντε και με καλό για τη δεύτερη πολυκατοικία…

—Σε κάνα-δυο μήνες, απάντησε ο κυρ Χαράλαμπος κλείνοντας το μάτι.

Όλη τη νύχτα είχε αναστατωθεί το χωριό. Αλλ' ο κυρ Χαράλαμπος δε θ' αναστηθεί πια. Γιατί, όταν κατά τη χαραυγή τελείωσε το γλέντι κι ο «αφέντης» έπεσε να κοιμηθεί, δεν ξύπνησε πια. Αντί ν' ανεβεί, όπως σχεδίαζε, στον έβδομο ουρανό της πολυκατοικίας, κατέβηκε στα άπατα του Άδη.

Ας έτρωγε λιγότερο…

Βιβλιογραφικά

Κώστας Βάρναλης, «Ο άφρων μαυραγορίτης» στο Γιώργος Ζεβελάκης (επιμ.), Φέιγ Βολάν της Κατοχής, Καστανιώτης, Αθήνα 2007, σ. 65-67.

Μεταδεδομένα

< Χρονογράφημα >

▲▲

Ουζέρι Τσιτσάνης

(απόσπασμα)


Προχωρώ προς την Παύλου Μελά. Η ομίχλη είναι πιο αραιή μέσα στους δρόμους.

Βαδίζω κοιτάζοντας μπροστά σε μεγάλη απόσταση μην πέσω σε κανένα μπλόκο απ' όπου κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα βγει. Τι θα του συμβεί.

Με το πρώτο χτύπημα μ' ανοίγει η Ζωή. Τα χέρια της αλευρωμένα κι ακούω, από μέσα, πενιές.

—Έλα, Γιώργο…

Μπαίνω. Ζέστη, μπερδεμένο άρωμα ψημένης φλούδας πορτοκαλιού και σπανακόπιτας.

[…]

Ο Τσιτσάνης πίνει κάτι σ' ένα φλιτζάνι - μάλλον το μαντζούνι για τις αμοιβάδες του. Ρίχνει μια ρουφηξιά κι αφήνει το φλιτζάνι δίπλα του, πάνω στο κομοδίνο. Μετά σκύβει στο μπουζούκι και πιάνει ένα αργό ταξίμι. Πρώτη φορά προσέχω ότι κρατάει την πένα απ' την άκρη, όπως οι κιθαρίστες, κι όχι όπως άλλοι μπουζουξήδες που την κρατούν βαθιά, γερά, ίσως επειδή οι χορδές του μπουζουκιού είναι διπλές και πιο ζόρικο το παίξιμο. Ο Τσίλας [παρατσούκλι του Τσιτσάνη] έχει δικό του στιλ: κρατάει την κοκαλένια πένα ελαφρά, αφήνει αβάντσο, την παίζει χαλαρά, χαϊδευτά, σαν μικροσκοπική βεντάλια, πάνω στις χορδές.

Η κόρη του βαράει την κουδουνίστρα.

Ο Βασίλης μπαίνει όσο γίνεται πιο χαμηλόφωνα, σ' ένα ζεϊμπέκικο:

Σου 'ξηγήθηκα εντάξει, απ' την πρώτη τη στιγμή, και ζητούσα από σένα μιαν εξήγηση,
να μην έχουμε στο τέλος παραξήγηση…

Συνεχίζει την μουσική, μπερδεύεται λίγο. Σταματάει. Δεν θυμάται τα λόγια απ' το δεύτερο κουπλέ. Λέει:

Νννννννν
και τα συμφωνήσαμε…

Μετά περνάει κατευθείαν στο τρίτο κουπλέ, που με τη δεύτερη δοκιμή το θυμάται:

Έχεις μάθει…

Και πάλι:

Έχεις μάθει στη ζωή σου, διπλωμάτισσα να ζεις, για το γούστο το δικό σου εγώ ρεστάρισα, δώσε τώρα απολογία κατεργάρισσα…

Στο μεταξύ η Ζωή φέρνει ένα πιάτο με γιαχνί και ένα μικρότερο με τουρσιά, μικρές στραβές πιπεριές, άσπρο ρεπάνι, κομμάτια ντομάτες πράσινες και τ' αφήνει όλα μπροστά μου στο τραπέζι. Ξαναπάει προς το κουζινάκι.

Ο Τσιτσάνης ρουφάει άλλη μια ρουφηξιά απ' το φλιτζάνι του, με κοιτάζει ερωτηματικά και αρχίζει ένα άλλο τραγουδάκι, με μια εισαγωγή που δεν ξανάκουσα. Του κάνω νόημα με το κεφάλι και με το δεξί χέρι, ενώνοντας τα τρία πρώτα δάχτυλα ότι μ' άρεσε. Του λέω μετά:

—Πολύ φίνο, ρε Τσίλα…

—Καλό;

—Πολύ καλό… και με μαλακούς στίχους… Ενώ ο Μάρκος σε τέτοια ερωτικά τραγούδια είναι πιο σκληρός… έτσι μου φαίνεται… όσες τον πουλάνε, τις σκοτώνει, τις καίει με πετρέλαια… τις ρίχνει στα πηγάδια… Άκουγα προχτές ένα δικό του στου Μουσχουντή το σπίτι… Πολύ μοβόρος είναι στο στίχο…

Ο Τσιτσάνης σταματάει την εισαγωγή και λέει χαμογελώντας:

—Κοίτα να δεις… Το ρεμπέτικο χαρμανιάζει ένα κομμάτι της πιάτσας… της ζωής. Ένα μέρος της… Το δικό μου το τραγούδι είναι πιο πολύ λαϊκό, παρά ρεμπέτικο… Είναι και ρεμπέτικο, δε λέω, αλλά θέλω να είναι πιο σένιο… πιο καθαρό… πιο πλατύ… Για τον πολύ κόσμο… Πιο κοντά στον μέσο Έλληνα, για να το αγαπήσουνε περισσότεροι… εγώ θέλω να εκφράσω τον κοινωνικό ρεφενέ… να πιάσω το παλιό να το δέσω με το καινούργιο και το ανατολίτικο με το ευρωπαϊκό… με μια δικιά μου μουσική… όπως καταλαβαίνω τον κόσμο πού πηγαίνει… την ψυχή, το χνότο της πιάτσας…

Η Ζωή φέρνει μαχαιροπίρουνα, ψωμί και λίγο ούζο και τ' αφήνει δίπλα στο γιαχνί.

Λέω:

—Ναι, αλλά κι ο Μάρκος είναι πολύ δυνατός…

—Ε, σίγουρα… ο Μάρκος είναι το θεμέλιο… η βάση… Ο Μάρκος είναι δυνατός. Είναι ο πατέρας, αλλά στη δικιά του την αυλή… Ζει μέσα στους δικούς του ανθρώπους και τέτοιο τραγούδι κάνει. Για τον κόσμο του… Ρεμπέτικο βαρύ. Είναι φίνο τραγούδι, σέρτικο, με καημό… αλλά μέχρι πότε θα υπάρχουνε ρεμπέτες; Άσε που πολλοί μάγκες απ' αυτούς τα έχουνε πλακάκια με την εξουσία… Η μορτιά, ή είναι εξουσία από μόνη της, ή δεν είναι τίποτα, παύει να υπάρχει…

—Κι εσύ είσαι με την εξουσία… έχεις κουμπάρο τον Μουσχουντή…

—Σωστά, αλλά ο Μουσχουντής είναι μάγκας, δερβίσης… προστάτης του ρεμπέτικου… στην Αθήνα το κυνηγούνε με το νόμο του Μεταξά, κι αυτός εδώ έστησε δικό του βασίλειο κι έφερε τον Μάρκο στου «Κέρκυρα»… τον Στελλάκη, τον Ανεστάκο τον Δελλιά, τον Στράτο, τους πάντες…

—Και οι άλλοι, οι νεώτεροι;

- Έχει μερικούς καλούς, αλλά θέλουν ακόμα… πέσαμε και μέσα στην Κατοχή… δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι γίνεται… ποιος φεύγει μπροστά… Θα σου πω… Είναι όπως τότε… γύρω στο '30, που έτυχε, τον ίδιο καιρό, να είναι στη φυλακή όλοι οι μεγάλοι γκάνγκστερς… Ο Αλ Καπόνε, ο Λάκι Λουτσιάνο κι ο Ντίλιγκερ… Αυτό τι σημαίνει, ότι έπρεπε όλοι οι παρακατιανοί γκάνγκστερς κι οι λουμπίνες να γίνουν, ξαφνικά, αυτοί αρχηγοί; Μπορεί να γίνανε… αλλά στις συνοικίες… Έτσι… χωρίς κότσια… χωρίς αίμα, αρχηγός γίνεσαι;

—Μερικοί νέοι είναι πολύ καλοί…

—Είναι, αλλά θέλουνε δρόμο ακόμα… Έχουν ποδάρια; Ας δουλέψουνε τώρα… η μαγκιά του καθενός θα φανεί μετά την Κατοχή…

Η Ζωή:

—Γιώργο, αφήστε τα τραγούδια, ρίξε και καμιά πιρουνιά να μου πεις αν σ' αρέσει…

Βιβλιογραφικά

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης, Κέδρος, Αθήνα 2001, σ. 197 & 198-201.

Δείτε επίσης:

Μεταδεδομένα

< Θεσσαλονίκη > < Πολιτισμός >

▲▲
Σημείωση: Οι αριθμοί αριστερά του κειμένου στο παρακάτω θεατρικό απόσπασμα αντιστοιχούν στους πέντε ηθοποιούς που ερμηνεύουν το κείμενο της παράστασης. Κάθε αριθμός δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σ’ ένα και μόνο πρόσωπο.

Γιοι και κόρες

(απόσπασμα)


3 Πέθανα ξαφνικά το 1937. […]
4 Βάζουν δικηγόρο οι δικοί μου, να καθαρίσει τα κληρονομικά. Από τα λεφτά που περίμεναν όλοι, ύστερα από μια ζωή στην Αμερική, βρίσκονται όλο κι όλο 20.000 δραχμές. Κάτι δεν είχε πάει καλά…
5 Μια μέρα του 1938…
2 «Σας καλέσαμε στην τράπεζα γιατί έχει βρεθεί ένας λογαριασμός στο όνομα του συζύγου σας».
1 «Τον ξέρουμε. 20.000 δραχμές».
2 «Ένας δεύτερος. Τέσσερα εκατομμύρια».
ΟΛΟΙ «Τι;»
2 Προφανώς τα κατέθετε για να βρεθούν όταν θα επέστρεφε στην Ελλάδα μετά το τέλος της ερημοδικίας.
5 Καταλαβαίνετε τι ακολουθεί.
1 Αρχίζουν οι διαδικασίες για να εισπραχτούν τα χρήματα και οι σκέψεις για το πώς θα επενδυθούν. Ξαφνικά, ήμασταν πλούσιοι!
5 Να πάρουμε χωράφια.
1 Να κατέβουμε στην Αθήνα.
2 Να πάρουμε κι άλλα ζώα.
4 Η γης έχει αξία!
5 Βρισκόμαστε αρχές Οκτώβρη του 1940. Ο πόλεμος πλησιάζει και τα λεφτά είναι σαν αναμμένα κάρβουνα, πρέπει να φύγουν αμέσως από τα χέρια και να γίνουν γης.
4 Ερχόμαστε στην Αθήνα, ψάχνοντας να αγοράσουμε ένα σπίτι.
3 Όχι.
2 Δεν πουλάμε.
1 Όχι.
4 Κανένας δεν πουλάει παραμονές πολέμου.
5 Τελικά βρίσκουμε ένα από τα αρχοντικά της οθωνικής εποχής στο Γαλάτσι.
4 «Στο Γαλάτσι;»
5 «Εκεί θα μας φάνε οι λύκοι!»
1 «Είπα στο Γαλάτσι. Εντάξει;»
2 «Εντάξει. Αύριο στον συμβολαιογράφο για τα συμβόλαια».
3 Και εκεί το πράγμα χαλάει.
2 «Γιατί να πληρώσω κι εγώ για τα συμβολαιογραφικά;»
1 «Μα είπαμε μισά μισά».
2 «Εγώ δεν συμμετέχω σε αυτά».
1 «Μα μισά μισά!»
3 Το συμβόλαιο δεν υπογράφεται εκείνη τη μέρα.
5 Ο συμβολαιογράφος προσπαθεί να τα συμβιβάσει και κανονίζει νέα συνάντηση.
3 «Θέλετε να το ξανασκεφτείτε και να συναντηθούμε πάλι εδώ τη Δευτέρα;»
1 «Ας γίνει έτσι».
3 «Ραντεβού λοιπόν τη Δευτέρα».
5 Τα χαράματα της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου, οι Ιταλοί μπαίνουνε στην Ελλάδα. Κηρύσσεται ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος.
3 Με την Απελευθέρωση, ο υπουργός Οικονομικών της Κυβέρνησης, Αλέξανδρος Σβώλος, φτιάχνει τον Νόμο 18, που λέει ότι μια προπολεμική δραχμή εξισώνεται με μια μεταπολεμική.
4 Τα τέσσερα εκατομμύρια τα εξανέμισε ο πληθωρισμός…
1 …σπίτι στο Γαλάτσι δεν προλάβαμε να πάρουμε…
2 …ο πωλητής μάλλον θα του άναψε του πολέμου λαμπάδα…
5 …και ο Αλέξανδρος Σβώλος έγινε δρόμος στη Θεσσαλονίκη.
4 Τον Μάρτιο του 1945, ο αδερφός μου πέρασε από την τράπεζα στη Λαμία για να εισπράξει εκείνα τα προκατοχικά εκατομμύρια του πατέρα μας από την Αμερική. Με τα λεφτά που έμειναν από την υποτιμημένη ζωή του, αγόρασε μια κούτα τσιγάρα, μία καφέ μαντίλα για τη μαμά μου με κίτρινα λουλουδάκια και ένα κουτί καραμέλες Αστακός, γεμιστές, για τα παιδιά μου. Η μαμά μου δάκρυσε. Από τον άντρα της, που δεν τον ξαναείδε ύστερα από τόσα χρόνια στην Αμερική, δεν είχε απομείνει παρά μια καφέ μαντίλα με κίτρινα λουλουδάκια. Τα παιδιά δεν καταλάβαιναν γιατί έκλαιγε. Ήταν πολύ ωραίες οι καραμέλες. Έτρωγαν γεμιστές καραμέλες για πρώτη φορά.

Βιβλιογραφικά

Γιάννης Καλαβριανός, Γιοι και κόρες. Μια παράσταση για την αναζήτηση της ευτυχίας, Εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη, Αθήνα 2012, σ. 9-11.

Δείτε επίσης:

Μεταδεδομένα

< Θέατρο > < Οικονομία >

Ιστορία

Γραπτές πηγές

  1. Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε
  2. Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε

    «Από τις πρώτες κιόλας μέρες σπανίζουν τα τρόφιμα, μαυρίζει το ψωμί, αδειάζουν τα ράφια των μαγαζιών, κλείνουν τα μανάβικα, τα εστιατόρια, τα γαλακτοπωλεία. Εμφανίζονται οι ουρές και αρχίζει τη δράση της η μαύρη αγορά. Παντού όπου εμφανίζεται κάποιο φαγώσιμο σχηματίζεται αμέσως μια ατέλειωτη ουρά, από τους περίοικους, αλλά και από τους περαστικούς που σταματούν κι αυτοί με την ελπίδα να προφτάσουν να είναι μέσα σε κείνους που τελικά θα βρουν ν' αγοράσουν. Οι περισσότεροι, ύστερα από αναμονή πολλών ωρών, θα φύγουν με άδεια χέρια.

    Η αγωνία αρχίζει να απλώνεται- μια αγωνία που δεν είναι πια για το μέλλον, μα για το άμεσο αύριο. Στα σπίτια δεν υπάρχει τίποτε και η μαύρη αγορά γίνεται από τις πρώτες μέρες η μοναδική πηγή προμήθειας τροφίμων, που οι τιμές τους από τη μια μέρα στην άλλη διπλασιάζονται. Αργότερα θ' αρχίσουν να διπλασιάζονται από στιγμή σε στιγμή.

    Μέσα στις ουρές εκείνες- που σήμερα μας είναι δύσκολο και να το φανταστούμε- αρχίζει σιγά σιγά να καλλιεργείται η συνείδηση πως με τις ατομικές προσπάθειες δεν πρόκειται να λυθεί το ζήτημα του επισιτισμού του λαού της Αθήνας. Οι ουρές παίρνουν έτσι χαρακτήρα λαϊκών συγκεντρώσεων, που οι κατακτητές δε μπορούν να εμποδίσουν. Εκεί, σ' αυτές τις ουρές, είναι μαζεμένοι άνθρωποι κάθε κατηγορίας, όλοι πεινασμένοι. Άγνωστοι μεταξύ τους, ενωμένοι τώρα με την κοινή πείνα, περιμένοντας ταπεινωτικά, θα πουν ο ένας στον άλλο τον πόνο τους, θα κλάψουν και θα αλληλοπαρηγορηθούν, θα βλαστημήσουν και θα καταραστούν τους κατακτητές.»

  3. Πείνα και Επιβίωση
  4. Πείνα και Επιβίωση

    «Το καλοκαίρι του 1941, ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που μπορούσαν να προβλέψουν αυτό που θα επακολουθούσε. Οι ελλείψεις ήσαν φυσικά παρούσες από τις πρώτες κιόλας ημέρες της Κατοχής, οι περισσότεροι όμως πίστευαν ότι πρόκειται για τις συνήθεις δυσλειτουργίες που μία πολεμική περίοδος προκαλεί. […]

    Παρά τις εκκλήσεις των διπλωματών τους, για τους Γερμανούς δεν έμπαινε ζήτημα να σταλούν τρόφιμα σε κάποια χώρα της Ευρώπης με έξοδα του Ράιχ και, αν αυτό συνέβαινε, η Ελλάδα δεν ήταν σε προτεραιότητα. […] Και ενώ οι ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις κατοχής αναλίσκονταν σε μεταξύ τους παιχνίδια εξουσίας, η ελληνική κοινωνία στην κυριολεξία πέθαινε από την πείνα.

    Τελικά, το φθινόπωρο οι ελλείψεις μεταβλήθηκαν σε πραγματικό λιμό. Τα ελάχιστα αποθέματα που υπήρχαν στις πόλεις εξαντλήθηκαν, οι ελπίδες για ομαλοποίηση της μεταφοράς τροφίμων και εξομάλυνσης της αγοράς εξανεμίστηκαν, η κυβερνητική ρητορεία περί "κερδοσκόπων" που έκρυβαν τεράστιες ποσότητες ειδών πρώτης ανάγκης κανένα πραγματικό πρόβλημα δεν έλυσε και οι αναμενόμενες μαζικές εισαγωγές τροφίμων από την κεντρική Ευρώπη ή τη γειτονική Τουρκία δεν έγιναν ποτέ. Η πείνα, λοιπόν, και οι θάνατοι που τη συνόδευσαν, αποτέλεσε την πρώτη μαζική εμπειρία των Ελλήνων, στις πόλεις ιδιαίτερα και στα νησιά, εμπειρία που ταυτίστηκε με την ίδια την Κατοχή, που σφράγισε την μνήμη των πολλών με τα γεγονότα αυτής της περιόδου. Σε έναν πληθυσμό που είχε πολύ καιρό να ζήσει παρόμοιες καταστάσεις, η εμπειρία ήταν τραυματική.»

  5. Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας
  6. Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας

    «Εξάλλου, η επίταξη των μέσων συγκοινωνίας και των καυσίμων είχε σοβαρότατες επιπτώσεις στην οικονομία των πόλεων γιατί απέκοψε την επικοινωνία με τις πηγές ανεφοδιασμού. Έτσι, ακόμη και η συγκομιδή του 1941, που θα μπορούσε να είχε αναπληρώσει τις ανάγκες των πόλεων, ήταν απρόσιτη, ενώ άλλα εφόδια παρέμεναν απροσπέλαστα εξαιτίας του ναυτικού αποκλεισμού της Ελλάδας από τους Συμμάχους. Η ελληνική οικονομία, προπολεμικά, δεν ήταν αυτάρκης σε σιτηρά και βασιζόταν σε εισαγωγές, ο δε κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς των σιτηρών ήταν δια θαλάσσης και, φυσικά, είχε διακοπεί εξαιτίας του αποκλεισμού. Τέλος, η επίταξη των μέσων συγκοινωνίας και των καυσίμων τους όχι μόνο απέκλεισε την οικονομία των πόλεων από τις αγροτικές περιοχές, αλλά περιόρισε επίσης σοβαρά τις υπεραστικές και αστικές μεταφορές. Έτσι, γενικά, η οικονομία δεν ήταν πια παρά ένα σύνολο κλειστών αγορών χωρίς επικοινωνία, τοπικών οικονομιών, ενώ η κατάρρευση του συστήματος διακίνησης προϊόντων και των διαύλων ανεφοδιασμού δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εδραίωση μαύρων αγορών.»

  7. Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο
  8. Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο

    «Όλα τα ζώα της καλλιέργειας, της τροφής, της μεταφοράς, άλογα, μουλάρια, βόδια, πρόβατα, γίδια, γουρούνια, γαλοπούλα κότες, αρπάχτηκαν, φαγώθηκαν. Όλα τα μεταφορικά μας μέσα, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέττες και ποδήλατα και κάρρα ακόμη, όλα μας τα βαπόρια, τα ιστιοφόρα, τα μπενζινόπλοια, επιτάχτηκαν, εξαφανίστηκαν και τώρα μας κοροϊδεύουν για πρωτόγονους νομίζοντας πως από ανέκαθεν κάναμε τις μεταφορές μας με τα δίτροχα άθλια κασσονάκια που τριγυρνούνε στους δρόμους της Αθήνας. Όλα τα προϊόντα της γης, ακόμα και κείνα που μας επερίσσευαν και τα πουλούσαμε στο εξωτερικό, έγιναν με μιας για μας αόρατα και σπάνια φαινόμενα. Όχι πια το σιτάρι, το κριθάρι, το καλαμπόκι, παρά το λάδι μας, οι ελιές μας, τα τυριά μας, το γάλα μας, οι σταφίδες μας, τα σύκα μας, τα κρασιά μας, τα λαχανικά μας, τα ψάρια μας τα φρούτα μας, τα καπνά μας, τα χάσαμε από τα μάτια μας. Στη χώρα της ελιάς και του λαδιού πεθαίνουν οι άνθρωποι από πριξήματα, γιατί δεν έχουν σταγόνα λάδι να προσθέσουνε στα νερόβραστα χόρτα τους. Και φτάσαμε σήμερα να πληρώνουμε 27.000 δρχ. το λάδι την οκά, 22.000 το κρέας την οκά, 1.200 δρχ. την οκά τα σταφύλια τον Αύγουστο μήνα, 2.600 δρχ, την οκά το γάλα, στη στάνη μέσα, 2.500 δρχ, την τομάτα την οκά. Εχάθηκαν όλα τα καύσιμα υλικά, τα πετροκάρβουνα, το πετρέλαιο, η μπενζίνα, το ξυλοκάρβουνο. Κι' αφού μας τα πήραν όλα τούτα και μας ανάγκασαν να καίμε τα δάση μας για να μαγειρέψουμε το φαγητό μας, μας κατηγορούν για βάρβαρους, "γιατί δεν σεβόμαστε τα δάση". Και συνάμα αυτοί κατεβάζουν βουνά τα ξύλα μας και τα καίνε στα καζάνια τους. Και αφού μας αφαιρέσανε όλα τα μέσα της δουλειάς και μας λιμοκτονούνε, μας κατηγοράνε γιατί είμαστε, λέει, τεμπέληδες, καφενόβιοι κι αεριτζήδες και θα μας βάλουνε, λέει, αυτοί να δουλεύουμε όπως ξέρουν αυτοί να βάζουνε τους σκλάβους να δουλεύουνε.»

    Δημοσιεύεται το Σεπτέμβρη του 1942 με πρωτοβουλία του ΕΑΜ.

  9. Η Κατοχή
  10. Η Κατοχή

    «Σιγά-σιγά άρχισε η ΠΕΙΝΑ. Όλοι έτρεχαν ν' αγοράσουν ό,τι έβρισκαν και τα καταστήματα άδειαζαν. Έλλειψη πρώτα στα τρόφιμα που εισάγονταν από το εξωτερικό. Κατόπιν και στα εγχώρια προϊόντα. Τα στρατεύματα κατοχής έπρεπε να τα θρέψει η ελληνική γη. Η γη όμως δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί όπως πρώτα. Έτσι πολλά τρόφιμα έλειψαν εντελώς. Άρχισε η πείνα κατόπιν η αβιταμίνωση. Κάποιος πεινασμένος έπεφτε στον δρόμο λιπόθυμος. Οι διαβάτες έτρεχαν να τον βοηθήσουν. Σε λίγο όμως το θέαμα έγινε συνηθισμένο. Οι πεσμένοι στους δρόμους πλήθαιναν. […] Συνηθισμένο καθημερινό θέαμα έγινε και το ψάξιμο των σκουπιδιών. Κάτι ήταν δυνατόν να βρεθεί, που απλώς να μασιέται, κάτι που να κατεβαίνει στο στομάχι να μη μένει άδειο. Αποτέλεσμα της πείνας και της κακομοιριάς ήταν να εξαπλωθούν οι αρρώστιες.»

  11. Εφ. Παρατηρητής Χανίων
  12. Εφ. Παρατηρητής Χανίων

    «Εις το χθεσινόν μας φύλλον εδημοσιεύθη η απόφασις του Πλημμελειοδικείου Χανίων, δι' ης κατεδικάσθησαν εις διαφόρους ποινάς πλείστοι "Μαυραγορίται". Ελλείψει χώρου δεν εδημοσιεύσαμεν τους λόγους, δι' ους είχον καταμηνυθή ούτοι και κατεδικάσθησαν υπό του Πλημμελειοδικείου. Οι λόγοι εισίν οι εξής: 1) Γεώργιος Μ. Σαρρής Παντοπώλης, Πρόεδρος Παντοπωλών, διότι είχε προβή εις την απόκρυψιν αλεύρων, ελαίου, ορύζης, ζακχάρεως, σάπωνος, καρύων, σισαμίου κ.λπ. 2) Ιωάννης Ν. Κουτρουμπάς έμπορος, διότι είχε προβή εις την απόκρυψιν ορύζης, ζακχάρεως, φασολίων, κρομμύων και πυρείων. 3) Χαρίτων Γ. Βιδάκης έμπορος, διότι είχε προβή εις απόκρυψιν ελαίου, πετρελαίου, βίκου, ζακχάρεως, σάπωνος και κονσερβών. 4) Κωνσ. Δ. Καλαϊτζάκης έμπορος, διότι είχε προβή εις την απόκρυψιν διαφόρων ψιλικών και νημάτων. 5) Στυλ. Σκαράκης έμπορος, διότι είχε προβή εις την απόκρυψιν διαφόρων ειδών τροφίμων (ζακχάρεως, ορύζης, σισαμίου, βίκου, κονσερβών κ.λπ.) 5) Ε. Ι. Χατζάκης, διότι είχε προβή εις την απόκρυψιν ορύζης, ζακχάρεως, ωών και σπάγγων. 7) Τζανής Ι. Μαλανδράκης, διότι είχε προβή εις την απόκρυψιν μέλιτος, ζακχάρεως, δερμάτων, σχοινίου, οινοπνεύματος και πετρελαίου. 8) Ι. Ε. Κωστάκης διότι είχε προβή εις την απόκρυψιν ορύζης και σχοινίου, 9) Χ. Φραγκιαδάκης, διότι είχεν αποκρύψει κρόμμυα και κάστανα. 10) Κ. Αλικιώτης, διότι είχεν αποκρύψει 42 οκ. χάρτου γραφομηχανής. 11) Εμμ. Μαραγκουδάκης, διότι είχεν αποκρύψει καρύδια και διάφορα ψιλικά, 12) Γ. Γωνιωτάκης, διότι είχεν αποκρύψει όρυζα, φασόλια, αμύγδαλα, βίκον. 13) Γ. Μπαξεβάνης διότι είχεν αποκρύψει έλαιον, βίκον, γεώμηλα και πετρέλαιον και 14) Θ. Μπεμπλιδάκης, διότι είχεν αποκρύψει όρυζα, σταφίδα, ζάκχαρι, σάπωνα κ.λπ.

    Εις την απόκρυψιν των ως άνω ειδών είχον προβή επί σκοπώ αποκομίσεως εκ της κρύφα πωλήσεως τούτων υπερβολικού κέρδους.»

  13. Πείνα και Επιβίωση
  14. Πείνα και Επιβίωση

    «Όλες οι πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η μαύρη αγορά (σύστημα αγοράς που δεν ελέγχεται από τις κρατικές αρχές ή τον παρεμβατισμό) ήταν στο κέντρο των κοινωνικών αλλαγών που έφερε η Κατοχή. Η κίνηση χρήματος και τα μεγάλα κέρδη για το διάστημα αυτό σχετίζονταν με τη μαύρη αγορά, φαινόμενο το οποίο όμως, στη μικρή καθημερινή του διάσταση, ως τρέχουσα πρακτική στην κατεχόμενη χώρα, υποκατέστησε αποτελεσματικά την κατάρρευση των κρατικών και των "επίσημων" μηχανισμών της αγοράς και συνεισέφερε ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της κρίσης και την επιβίωση των ανθρώπων.

    Άνθρωποι κάθε τάξης, φύλου, επαγγέλματος, ηλικίας ή εθνικότητας συμμετείχαν στη διαδικασία. Αστοί που εγκαταστάθηκαν στην επαρχία και συναλλάσσονταν με την πόλη. Παντοπώλες που εφεύρισκαν διάφορους τρόπους για να προμηθεύονται προϊόντα και στη συνέχεια να τα πωλούν στη μαύρη αγορά. […] Είδη που έγιναν αντικείμενο ιδιαίτερης εκμετάλλευσης ήταν τα φάρμακα αλλά και τα τσιγάρα. Εκτός από την απόκρυψη τροφίμων ή διαφόρων άλλων προϊόντων ή την απόκτηση ειδών με κάθε μέσο, γινόταν και νόθευση τροφίμων με στόχο το κέρδος. Το γάλα ήταν από τα προϊόντα που εύκολα μπορούσε να νοθευτεί. […] Εκείνο που επίσης και κατ' εξοχήν νοθευόταν ήταν το ψωμί. […] Η εξαπάτηση εξελίχθηκε από δραστηριότητα του περιθωρίου σε καθημερινή πραγματικότητα.»

  15. Η Κατοχή. Φωτογραφικά τεκμήρια 1941-1944
  16. Η Κατοχή. Φωτογραφικά τεκμήρια 1941-1944

    «Η μαύρη αγορά ξεκίνησε από ολόμαυρη για να εξελιχθεί κατόπιν, κατά κάποιο τρόπο, σε κοινό εμπόριο, με την διαφορά ότι ποτέ δεν βρέθηκε στα χέρια των κανονικών γνωστών εμπόρων, αλλά ανθρώπων που είχαν πρώτα άλλα επαγγέλματα και έκαναν δουλειές του ποδαριού. Οι μαυραγορίτες εκμεταλλεύονταν άγρια τον πελάτη. Πουλούσαν οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια τους, σε τιμές που αυτοί όριζαν και σε μικρές ή μεγάλες ποσότητες. Άλλοι έκαναν δουλειές και με τους κατακτητές.

    Έτσι βγήκε στο προσκήνιο της κοινωνίας ένας νέος άγνωστος ανθρώπινος τύπος, ο δοσίλογος, που ξόδευε χρήμα και έπαιζε με τις χρυσές λίρες.

    Πρέπει όμως ν' αναγνωρίσουμε, ότι πολλοί μαυραγορίτες, έστω κι αν τους κινούσε το πάθος του πλουτισμού, διακινδύνευαν και την ζωή τους ακόμη για να φέρουν τρόφιμα από τις επαρχίες.

    Σε όλη την Αθήνα εμφανίστηκαν μικρές πρόχειρες αγορές, όπου εύρισκε κανείς ξύλα, κουκουνάρες, λάδι, λαχανικά, στάρι, καλαμπόκι, τσιγάρα και πολύ σπάνια καμιά κονσέρβα. Μεγάλοι προμηθευτές της μαύρης αγοράς ήταν και οι στρατιώτες κατοχής.

    Οι ίδιοι οι μαυραγορίτες έδιναν τα είδη τους με ανταλλαγή οποιουδήποτε πράγματος, που μπορούσε να τους φέρει ο πολίτης, ακόμη και πινάκων ζωγραφικής. Όλα τα μπρούντζινα είδη των σπιτιών πουλιόνταν, ενώ την νύχτα οι κλέφτες- παρά τις προσπάθειες της Αστυνομίας- άρπαζαν από τις εξωτερικές πόρτες των σπιτιών τα μπρούντζινα πόμολα και τις επιγραφές.

    Η δραχμή είχε πάρει τον κατήφορο, οι τιμές λογαριάζονταν σ' εκατομμύρια και δισεκατομμύρια και γι' αυτό οι μαυραγορίτες προτιμούσαν να πληρώνονται σε είδος. Πολλά σπίτια άδειασαν από ό,τι πολύτιμο κινητό αντικείμενο είχαν. Τότε δημιουργήθηκαν και οι αίθουσες πωλήσεων, όπου εύρισκε κανείς ό,τι ήθελε, από πίνακες ζωγραφικής έως κινέζικα βάζα.»

  17. Πείνα και Επιβίωση
  18. Πείνα και Επιβίωση

    «Η κατανομή των θανάτων, δεν ήταν, όπως γίνεται πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις, κοινωνικά ίση. Τα περισσότερα από τα θύματα ανήκαν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα που δεν είχαν οικονομικά μέσα για να επιβιώσουν τις δύσκολες ημέρες ή ήταν τα πιο ευάλωτα μέλη του κοινωνικού συνόλου, τα παιδιά, οι άρρωστοι, οι ηλικιωμένοι. Στην Αθήνα, ο θάνατος έπληξε τις παραγκουπόλεις των προσφυγών (Δουργούτι, Κοκκινιά), οι οποίοι είχαν μείνει σε μεγάλο ποσοστό άνεργοι εξαιτίας του πολέμου και είδαν τις ήδη δύσκολες συνθήκες της ζωής τους να επιδεινώνονται. Πολλά από τα θύματα ήταν στρατιώτες που είχαν εγκλωβιστεί στην Αθήνα, κυρίως από νησιά ή άλλα δυσπρόσιτα μέρη. Στη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα, το- πολύ μικρότερο- ποσοστό θανάτων από πείνα ανήκε στα φτωχότερα στρώματα και στους ηλικιωμένους, ένα ποσοστό στους πρόσφυγες του '22 και στους φτωχούς Εβραίους. Το γεγονός ότι η πόλη ήταν κοντά στις παραγωγικές ζώνες έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, ώστε να μην υπάρξει ένα ποσοστό θανάτων από πείνα ανάλογο των Αθηνών, τη στιγμή μάλιστα που ο αριθμός των απόρων της παραμονές της Κατοχής ήταν 80.000, το 1/3 του συνολικού της πληθυσμού. Εξυπακούεται ότι εκείνοι που ήδη έπασχαν από τη μάστιγα της εποχής, τη φυματίωση, ήταν προτιμώμενα θύματα σε αυτή την εκατόμβη. Πού να βρεθεί "ζωμός κότας" στις τότε συνθήκες…»

  19. Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής
  20. Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής

    «Σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη βλέπω τους ανθρώπους να ζουν εκεί μπουκωμένοι στο φαΐ, ενώ ο δικός μας λαός πεινάει. Για τ' όνομα του Θεού, δεν σας στείλαμε εκεί για να δουλέψετε για την ευημερία των λαών που σας εμπιστευτήκαμε, αλλά για να πάρετε όσο περισσότερα μπορείτε ώστε να μπορέσει να ζήσει ο γερμανικός λαός. Περιμένω από σας να αφιερώσετε τις δυνάμεις σας σ' αυτό. Αυτή η συνεχής έγνοια για τους ξένους πρέπει να τελειώνει μια για πάντα… Καρφί δεν μου καίγεται όταν μου λέτε ότι άνθρωποι της ζώνης ευθύνης σας πεθαίνουν από την πείνα. Αφήστε τους να πεθαίνουν, εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός.»

    Ο Γκαίρινγκ προς τους Αρμοστές του Ράιχ και τους Στρατιωτικούς διοικητές των κατεχόμενων εδαφών, 6 Αυγούστου 1942.

  21. Ο ανθόκηπος
  22. Ο ανθόκηπος

    «Άρχισαν να φτάνουν στην Αθήνα μερικά τρόφιμα με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού. Άρχισαν να οργανώνονται μαθητικά συσσίτια. Όλοι οι μαθητές είχαμε μαζί μας ένα κατσαρολάκι, συνήθως κάποιο κονσερβοκούτι μ' ένα σύρμα από πάνω για χερούλι. Μπορεί να ξεχνάγαμε καμιά φορά την τσάντα μας, αλλά το κονσερβοκούτι ποτέ. Δεν μοίραζαν τίποτε άλλο παρά ένα νερόβραστο πλιγούρι με μορφή πηκτού χυλού. Μια κουτάλα πλιγούρι κάθε μέρα, πάντα το ίδιο. Αλλά αυτό το πλιγούρι έσωσε κόσμο. Δεν το έπαιρναν μόνο μαθητές. Ατέλειωτες ουρές στην "Εστία Νέας Σμύρνης", στο σχολείο, στην κοινότητα, για μια κουτάλα πλιγούρι, νερόβραστο και ανάλατο. Το αλάτι δυσεύρετο. Μόνο με δελτίο και αυτό σπάνια…»

  23. Xειμώνας του '41
  24. Xειμώνας του '41

    «Eπισημότης. Bραδυά μεγάλη. Παγερότης αυστηρού πρωτοκόλλου βασιλεύει στο ανάκτορο. H αυτού εκλαμπρότης ο οικοδεσπότης Eμμανουήλ Στραβομαούνας- άλλοτε γνωστός ως Mανωλάκης ο Σαχλέουρας- σφιγμένος στο φράκο του υποδέχεται τους υψηλούς του καλεσμένους με τη σοβαρότητα που επιβάλλουν τα φρέσκα εκατομμύριά του. Στα πάμφωτα σαλόνια του κρυσταλλένιοι πολυέλαιοι χύνουν το φως τους […] H ορχήστρα παίζει Mότσαρτ, κατά διαταγή του οικοδεπότη που έμαθε μπιστευτικά ότι λόγω της φινέτσας του είναι περισσότερο χωνευτικός. […] Kι άξαφνα εκεί στο δέκατο ποτήρι τινάζεται θυελλώδης ο καταπιεσμένος δαίμονας, σκίζει το φράκο του αντηχεί βροντώδης φωνή […]:

    -Nα ζήση η μαύρη! Nα ζήσουνε οι Γερμανοί! […] Mη σώση και φέξει αδελφέ μου! Mη σώσει και τελειώσει ο πόλεμος. Mη σώσουν και φύγουν ποτέ οι Γερμανοί κι οι Iταλιάνοι».

  25. Κατοχή-Αντίσταση 1941-1944
  26. Κατοχή-Αντίσταση 1941-1944

    «Τα τρόφιμα που έλειπαν από τις προθήκες των καταστημάτων και δεν μπορούσε να τα βρει κανείς στις επίσημες τιμές μπορούσε να τα αποκτήσει, αν φυσικά είχε τη δυνατότητα, στη μαύρη αγορά. Γι' αυτήν έχουν γραφτεί τόσα πολλά, ώστε άφοβα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι αν ο ένας θρύλος της κατοχικής περιόδου ήταν οι αντάρτες, ο δεύτερος ήταν σίγουρα οι μαυραγορίτες.

    Όπως σε κάθε αγορά υπάρχει κι εδώ επαγγελματική ιεράρχηση: στην κορυφή της πυραμίδας οι λίγοι σχετικά μεγαλέμποροι και στη βάση της οι αμέτρητοι "επαγγελματίες", άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που εκμεταλλευόμενοι τις διασυνδέσεις τους στα χωριά έπαιζαν το ρόλο του μεσάζοντα ανάμεσα στους αγρότες και την πόλη, καταφέρνοντας πολλές φορές να φτιάξουν μια μικρή ή και αξιόλογη περιουσία. Αν και oι αγρότες φαίνεται να προκαλούν αισθήματα μίσους στους κατοίκους των πόλεων, οι "μαυραγοριτάκοι", όπως τους αποκαλεί η Βλάχου, γίνονται σχεδόν αποδεκτοί- δεν είναι παρά οι "μπακαλόγατοι" της γειτονιάς. "Οι μαυραγορίτες -δηλαδή όλοι οι έμποροι, δηλαδή η μισή Αθήνα" γράφει η ίδια σε άλλο σημείο του ημερολόγιου της.»

  27. Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής
  28. Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής

    «Οι περισσότεροι όμως από τους μαυραγορίτες ήταν Έλληνες. Ορισμένοι ήταν πλούσιοι έμποροι άλλοι ήταν μικροί αγρότες ή συγγενείς τους. Η φτώχεια και η ανεργία είχαν μεταμορφώσει υπαλλήλους, καλλιεργητές, συγγραφείς και δικηγόρους σε εμποράκους. Πουλούσαν εφημερίδες ή γυρόφερναν στους δρόμους ως πλανόδιοι, διαλαλώντας ίσως δυο-τρία τσιγάρα, μπαταρίες κακής ποιότητας για φακό τσέπης ή μια χούφτα κορινθιακή σταφίδα. […]

    Όλοι αγόραζαν και πουλούσαν. Παλιατζήδες έβαζαν διαφημίσεις στον ημερήσιο τύπο. Υπήρχαν πολυάριθμες δημοπρασίες όπου έμποροι και νεόπλουτοι αγρότες αγόραζαν ό,τι μπορούσαν. Οι πωλήσεις ακινήτων αυξάνονταν και μειώνονταν σε αντιστοιχία με τις εξάρσεις του λιμού, που σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι εξαναγκάζονταν να πουλήσουν τα σπίτια τους για να επιζήσουν. Και ενώ η μεγάλη πλειονότητα κινούνταν από την απελπισία και την ανάγκη, υπήρχε και μια δράκα κερδοσκόπων που απλώς κοίταζαν να κάνουν την τύχη τους παίζοντας στην αγορά.»

  29. Εδαφικός κατακερματισμός
  30. Εδαφικός κατακερματισμός

    «Καθώς το ζήτημα της πείνας παρέμενε οξύ, τον Απρίλιο 1942 έγιναν συζητήσεις μεταξύ των εμπολέμων για άρση του αποκλεισμού και επισιτιστική στήριξη της Ελλάδας, οι οποίες κατέληξαν σε συμφωνία ανάμεσα στην Ιταλία και στη Γερμανία για διάθεση φορτηγών αυτοκινήτων και προπαντός καυσίμων για τη μεταφορά αγαθών. Κατά τη διάρκεια του 1942, 30 χιλιάδες τόνοι τρόφιμα έφθασαν στη χώρα από αυτή τη διαδρομή (Γ. Μαργαρίτης, 1993, σ.141). Το πρόβλημα του επισιτισμού λύθηκε τελικά με την αποστολή τροφίμων μέσω του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ύστερα από συμφωνία ανάμεσα στο Βερολίνο και τους Συμμάχους. Στα τέλη του 1942 οι πρώτες αποστολές έφθασαν στην κατεχόμενη Ελλάδα με την άφιξη μερικών χιλιάδων τόνων καναδικών σιτηρών με σουηδικά πλοία στο λιμάνι του Πειραιά. Ταυτόχρονα, την ίδια εποχή, οι διοικητικές δυνατότητες της κατοχικής κυβέρνησης άρχισαν να παρουσιάζουν μια κάποια βελτίωση.»

  31. Πείνα και Επιβίωση
  32. Πείνα και Επιβίωση

    «Υπήρξαν αρκετές δυσκολίες μέχρι να προσδιοριστεί η πραγματική έκταση της συμφοράς και το κόστος του κακού σε ανθρώπινες ζωές. Η τότε προπαγάνδα, η βρετανική κυρίως, έφθασε να κάνει λόγο για 500.000 νεκρούς, προσπαθώντας να περιγράψει με τα πιο μελανά χρώματα την κατάσταση της κατεχόμενης από τον Άξονα Ευρώπης. Ο αριθμός ήταν και λογικά εξωπραγματικός και ως εκ τούτου περιορίστηκε στη συνέχεια στο επίπεδο των 300.000 θυμάτων. Αυτός ο αριθμός έγινε γενικά αποδεκτός από τις ελληνικές υπηρεσίες και την ελληνική διπλωματία κατά τη διάρκεια του πολέμου ή και μετά από αυτόν, όταν η χώρα διεκδικούσε αποζημιώσεις από τους εχθρούς της και βοήθεια από τους φίλους της, τροποποιώντας, προς το μεγαλύτερο, το βάθος των πληγών της.»

  33. Πείνα και Επιβίωση
  34. Πείνα και Επιβίωση

    «Η μαζική άφιξη προσφύγων από τις ζώνες της βουλγαρικής κατοχής, την ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, ήλθε να προστεθεί στα υπόλοιπα δεινά. Σε περισσότερους από εκατόν είκοσι χιλιάδες υπολογίστηκαν οι από εκεί πρόσφυγες το καλοκαίρι του 1941. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στις παρυφές των πόλεων της κεντρικής Μακεδονίας και στη Θεσσαλονίκη. Οι πληθυσμοί αυτοί στην πλειοψηφία τους ήταν ενδεείς, αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην εγκατάσταση και δύσκολες υγειονομικές και διατροφικές συνθήκες. Ωστόσο, στη Θεσσαλονίκη, όπου κατέφυγε ένα μεγάλο ποσοστό τους, ανάμεσα στις είκοσι και τριάντα χιλιάδες, δεν αποτέλεσαν τα κυρία θύματα της πείνας- όπως θα ήταν αναμενόμενο- λόγω της αυτοοργάνωσης που επέδειξαν, ιδρύοντας συλλόγους-συνεταιρισμούς από τον Αύγουστο του 1941, μέσω των οποίων έβρισκαν ευκολότερα τρόφιμα αλλά και εξαιτίας της ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας απέναντι τους με ειδικά συσσίτια, κ.ά. Σε αυτό το προσφυγικό ρεύμα περιλαμβάνονταν το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων, ιερέων, δασκάλων κ.λπ. των βουλγαροκρατούμενων περιοχών και η συνέχιση της μισθοδοσίας τους αποτέλεσε σωτήριο μέτρο στις δύσκολες εκείνες εποχές.»

  35. Γεννήσεις και θάνατοι στην Αθήνα και τον Πειραιά
  36. Γεννήσεις και θάνατοι στην Αθήνα και τον Πειραιά

    Γεννήσεις και θάνατοι στην Αθήνα και τον Πειραιά

    έτοςγεννήσειςθάνατοιδιαφορά
    194113.15227.205-14.053
    194211.25045.650-34.400
    194317.95015.073+2.877
    194422.35216.853+5.499

Οπτικό υλικό

  1. Ο βράχος της Ακρόπολης κατά τη διάρκεια της Κατοχής
  2. Υποσιτισμένο αγόρι
  3. Χαρακτικό της Λουκίας Μαγγιώρου
  4. Το μακάβριο έργο κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1941-1942
  5. Αθήνα, χειμώνας 1941-1942
  6. Το γκαζοζέν
  7. Προπαγανδιστική αφίσα των αρχών κατοχής 1943-1944
  8. Εξαντλημένος άνδρας από την πείνα μεταφέρεται με χειροκίνητο καροτσάκι
  9. Το τραμ
  10. Πείνα
  11. Πείνα
  12. Στην αναμονή του συσσιτίου στο εργοστάσιο Φιξ
  13. Μαύρη αγορά τσιγάρων στην Αθήνα
  14. Πλατεία Ομονοίας
  15. Αυτοκίνητα έτοιμα για υπεραστική συγκοινωνία
  16. Συσσίτιο
  17. Ζώνες Κατοχής, 1941-1944

Ακουστικό υλικό

  1. Συννεφιασμένη Κυριακή

Οπτικοακουστικό υλικό

  1. Η τριπλή Κατοχή
  2. Είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα
  3. H πείνα
  4. Οι διαδηλώσεις στην κατοχική Αθήνα
  5. Η οικονομία στα χρόνια της Κατοχής