Καθημερινή ζωή στην Κατοχή
Λογοτεχνία
▲
Αχ και να ξανάρχονταν…
(απόσπασμα)
«Τα μόνα κάλαντα, που αποπειράθηκα να πω, ήταν εκείνα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1943. Ολόκληρη την εβδομάδα τα προβάριζα και δε θα μπορούσα να πω ότι το βράδυ της προπαραμονής τα 'ξερα στην εντέλεια. Έφταιγαν, ασφαλώς, οι μεγάλοι στο σπίτι μας, που βάλθηκαν να μου τα μάθουνε όλα μαζί και μονοκοπανιάς· κάλαντα, δηλαδή, Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων! Πού να χωρέσουν όλα εκείνα τα άγνωστα και μυστήρια λόγια μες στο μυαλό εξάχρονου παιδιού; Κι ύστερα, άντε να πεις πως χώραγαν· πού να τα ξεχωρίσει, να τα κατατάξει σε ξεχωριστές μερίδες, στίχους, στροφές…; Όμως, παρ' όλα αυτά, τίποτ' εγώ. Εκεί, τα κάλαντα θα τα 'λεγα ό,τι κι αν γίνονταν κι ας δημιουργούσα, δε βαριέσαι, στους μεγάλους μια γενική θυμηδία ή, ανάλογα με τη διάθεσή τους, μια γενική αγανάκτηση. Κι επέμενα να ξεφουρνίζω ό,τι μου κατέβαινε. Φτάνει να συνταιριάζονταν τα λόγια με τη μουσική:
Καλήν εσπέραν άρχοντες
από την Καισαρεία…
Όταν, όμως, μπερδευόμουνα και δε μπορούσα να χωρέσω τα λόγια στη μουσική, βαρούσα δυνατά και σα δαιμονισμένος το τρίγωνο, έτσι, που τελικά, να μην ακούγονται ούτε λόγια ούτε μουσική ούτε τίποτε, παρά μονάχα εκείνος ο συνεχής μεταλλικός ήχος. Τραγέλαφος, θα πεις, μα έλα που εγώ, καλά και σώνει, ήθελα να πω τα κάλαντα. Τα ονειρευόμουνα, τα τακτοποιούσα όλα με το νου μου μέρες και μέρες πριν κι εκείνη τη νύχτα, που θα ξημέρωνε την πολυπόθητη παραμονή των Χριστουγέννων, ύπνος δε με κολλούσε.
Έμεινα ξύπνιος, μα ωστόσο ονειρευόμουν· το πώς θα σηκωνόμουνα μες στο σκοτάδι, πώς θα ντυνόμουνα στα γρήγορα, ακροπατώντας στα νύχια των ποδιών, πώς θα' βγαινα - πρώτος εγώ απ' όλα τα παιδιά της γειτονιάς και θα τους έτρωγα όλους το καϊμάκι εισπράττοντας το πιο γερό μπαχσίσι, λες κι ο κόσμος άλλο γκαϊλέ δεν είχε, μόνο να περιμένει ξάγρυπνος, μες στ' άγρια χαράματα, να ιδεί ποιος θα 'ρχονταν πρώτος για να του δώσει το βραβείο.
[…]
Δίστασα για λίγο, κι ύστερα «ένα, δύο, τρία», είπα μέσα μου αποφασιστικά και τινάχτηκα επάνω κι άρχισα να ντύνομαι γρήγορα και στα τυφλά. Στάθηκα, για μια στιγμή, στην πόρτα κι αναλογίστηκα, μήπως είχα ξεχάσει τίποτε. Πήρα το τρίγωνο απ' το χερούλι. Δεν έμεινε παρά να βγάλω το σύρτη απ' την πόρτα, να σταθώ στο πλατύσκαλο, όσο να κλείσω πίσω μου την πόρτα, να κατέβω προσεκτικά την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στην αυλή μας, να βγάλω το σίδερο που σφαλίζαμε την εξώπορτα κι από κει θα 'σερνα το μάνταλο και, μεμιάς, θα βρισκόμουνα έξω στο δρόμο, για να πάρω ένα ένα τα σπίτια της γειτονιάς, να τα πω…
Έτσι κι έκανα, μα σαν στάθηκα στο πλατύσκαλο, μια παγωμένη πνοή του ανέμου ήρθε και μου μαστίγωσε, θαρρείς, το πρόσωπο, τα χέρια και τα γυμνά λιπόσαρκα πόδια μου. Κατέβηκα βιαστικά κάτω στην αυλή, κι όσο να πεις, η μάντρα γύρω γύρω έκοβε λιγάκι τη φόρα του αέρα. Έβγαλα το σίδερο κι ήμουνα έτοιμος να τραβήξω το μάνταλο και να βγω έξω· δεν χρειάζονταν παρά μονάχα μια ανεπαίσθητη κίνηση· μια μικρή πίεση του δάχτυλού μου πάνω στο γλωσσίδι κι από κει και ύστερα… Στάθηκα, για μια στιγμή, αναποφάσιστος· έξω στο δρόμο δεν ακούγονταν ψυχή κι εξάλλου -αυτό πώς μου διέφυγε;- με την κυκλοφορία, τι γινότανε; Από ποια ώρα και μετά επιτρεπόταν η κυκλοφορία και τι ώρα ήταν τώρα; Έπρεπε να περιμένω εδώ στο κρύο, ώσπου ν' ακούσω έξω κάποια κίνηση, βήματα, ομιλίες οτιδήποτε. Κάθισα χαμηλά και ζάρωσα στην κόχη της εξώπορτας, ενώ προσπαθούσα να σκεπαστώ όσο γινότανε καλύτερα, μ' εκείνο το παλιοπανωφόρι μου, αυτό που πριν φτάσει σε μένα έφτασε παλιωμένο απ' τον πατέρα μου στο μεγάλο μου αδερφό κι απ' αυτόν, αφού πρώτα το 'λιωσε όσο μπορούσε κι αυτός, έφτασε σε μένα, φαρδύ σαν κελεμπία, μπαλωμένο παντού, λεπτό σα γάζα πια, ανίκανο να με προστατέψει απ' το παραμικρό κρύο, τόσο που απορούσες, τι περίμενε η μάνα μου τόσον καιρό και δεν έλεγε να το κάνει πατσαβούρες ή ξεσκονόπανα ή να το φτιάξει λουρίδες για κουρελού.
Ένα κονσερβοκούτι κατρακυλούσε πάνω στο καλντερίμι κι έκανε την καρδιά μου να κλοτσάει μέσα μου δυνατά και άρρυθμα. Ο φόβος μου, όσο πήγαινε, αβγάτιζε. Η αίσθηση της κοντινής παρουσίας των δικών μου, που κοιμόνταν ήσυχοι μες στα ζεστά τους σκεπάσματα, δε μ' ηρεμούσε. Και ξαφνικά, άκουσα εκείνα τα γρήγορα, τα τρεχάτα βήματά του να κατρακυλούν, θαρρείς, απ' τη γωνιά του δρόμου προς τα δω, προς το σπίτι μας. Έτρεμα σαν κάνα ξερόφυλλο, κουλουριασμένος, δυο κάτια, μες στην απάνεμη κόχη μου. Τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο κοντινά. Πόσο κοντινά όμως; Κόλλησα τ' αυτί μου στην πόρτα. Απ' την άλλη μεριά άκουγα τη λαχανιασμένη αναπνοή του. Δοκίμαζε με την πλάτη του ν' ανοίξει την πόρτα μας. Αν άπλωνα το χέρι μου και πίεζα το δάχτυλό μου επάνω στο γλωσσίδι, θα βρίσκονταν μέσα σε μια στιγμή κι από κει… Κατέστρωσα στα γρήγορα το σχέδιο· απ' την αυλή μας θα βρισκόταν μ' ένα σάλτο στο φωταγωγό του πλαϊνού κι από κει, ίσια στον αυλόγυρο της «Νέας Παναγίας»… Άπλωσα το χέρι μου κι ακούμπησα το δάχτυλο πάνω στο γλωσσίδι· μια κίνηση απόμενε, μια μόνον κίνηση κι από κει κι ύστερα, όλα θα πήγαιναν καλά. Το χέρι μου, όμως, απόμενε κοκαλωμένο εκεί επάνω, στη σιδερένια επιφάνεια. Ο άνθρωπος απ' την άλλη πλευρά της πόρτας μας δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε να την ανοίξει σκουντώντας την με την πλάτη. Απ' τη γωνιά ακούστηκαν τα ποδοβολητά απ' τις μπότες τους, οι προσταχτικές φωνές τους, οι βλαστήμιες τους (δε μπορεί· βλαστήμιες γερμανικές θα πρέπει να 'τανε αυτές οι αγριοφωνάρες τους).
Ο άλλος έκανε την τελευταία, πιο απελπισμένη, προσπάθεια ν' ανοίξει την πόρτα μας σκουντώντας την μ' όλο του το κορμί δυνατά κι επίμονα. Κι ύστερα, θαρρείς πως έπαιρνε φόρα απ' αυτό το σκούντημα, ξεχύθηκε με γρήγορα κι αλαφιασμένα τρεχαλητά στο δρόμο. Πού μπορούσε, όμως, να πάει; Από ποια μεριά μπορούσε να ξεφύγει; «Αλτ», ακούστηκε η άγρια φωνή και ταυτόχρονα μια ριπή, μια μονάχα ριπή απ' αυτόματο έσκισε τον παγωμένο αέρα κι ο γδούπος που έκανε το κορμί του ανθρώπου, καθώς σωριάζονταν άπνοο πάνω στο δρόμο. Οι μπότες απομακρύνθηκαν, ώσπου σβήσανε εντελώς μαζί με τα ξεδιάντροπα και θριαμβευτικά εκείνα γέλια τους.»
Βιβλιογραφικά
Τόλης Καζαντζής, «Αχ και να ξανάρχονταν», Το τελευταίο καταφύγιο και άλλα διηγήματα, Νεφέλη, Αθήνα 1989, σ. 96-97 & 100-102.
Μεταδεδομένα
< Καζαντζής > < Οπτική γωνία παιδιού > < Γερμανοί >▲ ▲
Τα λεμόνια ήταν ακριβά
Εγώ που ξέρω πρόσωπα και πράγματα σ’ αυτή τη μουχλιασμένη πόλη και που προπάντων δεν ξεχνώ, όποτε περνώ απ’ την πιο κεντρική λεωφόρο, κοιτάζω πάντα σ’ ένα σπίτι γωνιακό, να δω αν φαίνονται ακόμα τα σημάδια, εκεί στον τρίτο όροφο κοντά στο δεύτερο μπαλκόνι. Είναι τώρα κάτι μπαλώματα στον τοίχο αδιόρατα σχεδόν, σουβάδες κάπως πιο καινούριοι, που όμως κανένα βάψιμο δεν έχει καταφέρει να τους αφομοιώσει εντελώς με την παλιά επιφάνεια. Σίγουρο πως οι σημερινοί ένοικοί του δεν έχουνε ιδέα για τους λεκέδες αυτούς, ίσως να μην τους έχουνε προσέξει κιόλας. Άλλωστε, αμφιβάλλω ζωηρά, αν υπάρχει άλλος κανείς, που να θυμάται τίποτε για το μπαλκόνι αυτό. Και φοβούμαι πως, όταν οι λεκέδες εξαφανιστούν, κάτι θα γίνει.
Το σπίτι αυτό το είχαν επιτάξει οι γερμανοί στην Κατοχή. Μάλλον γραφεία είχαν στήσει, κάτι τέτοιο. Έβλεπες και πολλές στρατιωτίνες τους να μπαινοβγαίνουν, τις επηρμένες εκείνες «φροϋλάιν» με τις δυο αστραπές στο μανίκι και που με τους τρόπους τους σ’ έκαμναν να σκέφτεσαι πως, αν έπεφτες καμιά φορά στα χέρια τους, ήσουν χαμένος. Ένας κουρέας, πρώην παλαιστής, που όταν σε κούρευε τα μάτια σου βγάζανε δάκρυα απ’ τις τρίχες που ξερίζωνε χωρίς να το θέλει, μου διηγόταν πως αποδώ ακριβώς πετάχτηκε μια στρατιωτίνα μέρα μεσημέρι και με κρυφά νοήματα τον κάλεσε να την ακολουθήσει. Το πράγμα έμοιαζε σχεδόν με σύλληψη κι αυτός ακολουθούσε ξυλιασμένος. Τον έμπασε σ’ ένα διαμέρισμα, τον έβαλε να φάει γερά και μετά γδύθηκε για να τον προκαλέσει. Μα, ακόμα και γυμνή ήτανε κρύα κι ο νεαρός, παρόλο που είχε γερό στομάχι σε κάτι τέτοια, είδε κι έπαθε ώσπου να την ικανοποιήσει. Ύστερα τη συνήθισε και πήγαινε κάθε τόσο. Η σχέση αυτήν τον είχε σώσει απ’ την πείνα. Τα ’λεγε ταπεινά, σα να ’χε κάνει κάτι το εντελώς συνηθισμένο. Ελληνικός λαός στα χαρακώματα…
Κάποτε, μεσημέρι θα ’ταν —έμοιαζε πάντως με απόγευμα— είδα κόσμο να στέκεται στις γωνίες κάτω απ’ το σπίτι και να μην αποφασίζει να προχωρήσει. Όλοι κοιτάζανε ψηλά στο τρίτο πάτωμα. Οι γερμανοί, γυναίκες-άντρες, βρίσκονταν στα παράθυρα και γέλαγαν χοντρά, μολονότι δε φαινόταν τίποτε το αστείο. Μα, για τους κατακτητές εκείνους δεν ήταν ανάγκη να είναι κάτι αστείο για να γελούνε εις βάρος μας. Μήπως την άλλη φορά, όταν περνούσαμε απογευματάκι χιλιάδες λαός, γυρίζοντας τον Επιτάφιο του Αγίου Μηνά στους δρόμους, με χορωδίες, μουσικές και τον δεσπότη, δεν είχαν βγει όλοι τους απ’ τα γύρω σπίτια και δεν κρατούσαν την κοιλιά τους απ’ τα γέλια; Εμείς τότε κάναμε πως δε βλέπαμε και δεν ακούγαμε. Περάσαμε με σκυφτό το κεφάλι, ενώ η χορωδία έψελνε τα εγκώμια. Εδώ όμως δεν μπορούσες να περάσεις ούτε με σκυφτό το κεφάλι, κάτι το πολύ σοβαρό συνέβαινε. Κάποια στιγμή ένας πιτσιρίκος έτρεξε. Οι γερμανοί αμέσως του πετάξανε με φόρα δυο τρία λεμόνια. Λεμόνια λοιπόν έριχναν στον κόσμο. Όμως ο μικρός ήτανε γρήγορος κι οι φαντάροι δεν ήθελαν για τέτοιο ασήμαντο στόχο να χαραμίσουν τα λεμόνια τους. Τα λεμόνια κύλησαν στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου βρίσκονταν μερικά ακόμα. Ο κόσμος κοίταζε μια τα λεμόνια μια τους γερμανούς και δεν κινιόταν. Το πράγμα ήταν περίεργο σχεδόν˙ δεν έμοιαζαν τα λεμόνια αυτά για σάπια. Ύστερα, αποκλείεται να έχουν τη συνήθεια να πετούν αυτοί λεμόνια, όταν, όπως είναι γνωστό, στη χώρα τους τα εσπεριδοειδή τα βλέπουνε με το τηλεσκόπιο. Και μόνο τα εσπεριδοειδή; μήπως τα λαχανικά; Είχανε θεαθεί να τρων ωμές μελιτζάνες, αγγουρομάνες και σποριάρικα κολοκυθάκια. Μάλλον κανένα καΐκι με λεμόνια θα ’χαν κατασχέσει και κάποιος δικός μας χαφιές θα τους είχε δώσει την έμπνευση.
Εκείνη τη στιγμή ένας πολύ γνωστός και σεβαστός σε όλους μας κύριος, πρώην βουλευτής του Βενιζέλου, του πατέρα βέβαια, με μούσι, μπαστούνι, ρεπούμπλικα και μονόκλ, παραμέρισε με σιχασιά το πλήθος και προχώρησε αγέρωχος. Θαρρείς αυτό περίμεναν και οι γερμανοί. Τον άφησαν να προχωρήσει λίγο και μετά όλοι μαζί ουρλιάζοντας άρχισαν να του ρίχνουνε λεμόνια. Κυρίως τον σημαδεύαν στο κεφάλι. Έπεσε η ρεπούμπιλκα και το μπαστούνι, έφυγε το μονόκλ. Οι γερμανοί αλάλαζαν. Έκανε να τα πάρει, μα του ρίξανε ακόμα πιο πολλά. Τότε αυτός ακούμπησε το πρόσωπό του στον απέναντι τοίχο, όπου παλιά κρεμούσαν τις εφημερίδες, και σκεπάζοντάς το με τα χέρια, έμεινε εκεί ακίνητος. Τα λεμόνια τώρα τον χτυπούσανε καλύτερα. Άκουγες έναν γδούπο. Δεκάδες λεμόνια κύλαγαν απ’ το πεζοδρόμιο στο ρείθρο. Ξαφνικά σταμάτησαν, δεν τους άρεζε ο ακίνητος στόχος, ήθελαν να τον κάνουν να ξεκινήσει. Οπότε το πλήθος πια δεν βάσταξε, όρμηξε στα λεμόνια. Οι γερμανοί από πάνω οργίαζαν. Ό,τι είχαν και δεν είχαν το πέταξαν πάνω στον μπερδεμένο ανθρωποσωρό. Στο τέλος έριξαν και τα κασόνια. Και τι φωνές ήταν εκείνες, τι αλαλαγμοί, τι χειροκροτήματα! Εκείνο που τους τρέλαινε ήταν, φαντάζομαι, πως μας έκαμναν να κυλιόμαστε και ν’ αλληλοδερνόμαστε για τα δικά μας είδη, αυτά που τους τα πουλούσαμε ακριβά πριν λίγα χρόνια.
Σε λίγες μέρες μάθαμε όλοι με ανακούφιση πως χέρι άγνωστο μα ευλογημένο πέταξε μέρα μεσημέρι από απέναντι μια γερμανικιά χειροβομβίδα —από κείνες με το ξύλινο χερούλι— στο μπαλκόνι. Έπεσαν οι σουβάδες, τα τζάμια έσπασαν και τα παραθυρόφυλλα πετάχτηκαν στο δρόμο. Ίσως και να χτυπήθηκε κανένας τους —μακάρι. Πάντως δε χωρούσε αμφιβολία πως για κείνα τα λεμόνια τιμωρήθηκαν. Μπορούσαμε λοιπόν να περνάμε στο εξής περήφανοι κι από κείνο το σημείο.
Τώρα, όποτε συλλογιέμαι τις μεγάλες ντροπές που έχω νιώσει στη ζωή μου, τους εξευτελισμούς —και έχω δοκιμάσει πάμπολλους— τα λεμόνια αυτά, και κάτι άλλα που δε λέγονται ακόμα, τα βάζω στην κορφή κορφή. Μα, κατά βάθος ζω πια με την πεποίθηση πως το κραταιό χέρι του Θεού αποκατασταίνει κάποτε την δικαιοσύνη, σηκώνοντας απάνω τους τσαλαπατημένους και στράφτοντας σκαμπίλια ηχηρά στα μούτρα των υπεροπτών, που νόμισαν ότι μπορούν να φτύνουν και να ποδοπατούν ατιμώρητα. «Ο Θεός αργεί, μα δεν αλησμονεί».
▲▲▲
Ο άφρων μαυραγορίτης
«Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού: Ψυχή έχεις πολλά αγαθά. Φάγε, πίε, ευφραίνου». Αλλά την ίδια νύχτα ο άγγελος τον εκάλεσε να τα μαζέψει για το αιώνιο ταξίδι.
Ο άφρων του Ευαγγελίου είναι ο έξυπνος της ζωής. Ο μαυραγορίτης. Με τη διαφορά πως δε βάζει λόγο στην «ψυχή» του. Δεν έχει τέτοιο πράμα. Έχει κοιλιά. Όταν, λοιπόν, στρώνεται στο τραπέζι και στρογγυλοκάθεται, χαϊδολογά την κοιλιά του, που του κρέμεται ως τα γόνατα, και της λέγει: «Ψυχή μου (=πολυαγαπημένη μου!) έχεις όλα τα καλά. Φάγε, πιες και γλέντησε… Αύριο θα πεθάνουμε… Κόσμε ψεύτη. Χάρο κλέφτη…»
Και πραγματικά, ένα «αύριο» πέθανε ξαφνικά κι αυτός και η κοιλιά του γεμάτοι ως τα μπούνια.
Και να πώς έγινε αυτό το πράμα: Ο μαυραγορίτης, ένας περιβολάρης, είχε αγοράσει την προηγουμένη μέρα την πρώτη του πολυκατοικία στην Αθήνα. Από το χωριό στην πρωτεύουσα, από την καλύβα στον έβδομο ουρανό! Είχε υπογράψει τα συμβόλαια, είχε πληρώσει ένα τσουβάλι εκατομμύρια και την άλλη μέρα θα έμπαινε στο παλάτι του εν χορδαίς και οργάνοις να ενθρονισθεί ως άρχων του κόσμου. Μπροστά θα πήγαινε η Αφθονία με το κέρας της Αμαλθείας γεμάτο μπάμιες, κολοκυθάκια, ντομάτες. Από το δεξί μπράτσο θα τον κρατούσε η θεά Τύχη κι από το ζερβί ο θεός Πλούτος. Και θ' αφηνότανε να τον σέρνουν οι θεοί μεθυσμένον από την ευτυχία, όπως οι Βακχίδες σέρνουνε το μεθυσμένο από τα κρασιά Σιληνό στα ταμπλό του Ρούμπενς. Και κοιτάζοντας γύρω τα κορόιδα, που θα τον θαυμάζανε, θα τους μορμούριζε:
—Εν ιδρώτι του προσώπου σας φαγείν τον άρτον μου!…
Για να γιορτάσει λοιπόν αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός παρέθεσε δείπνο στον πρώην ιδιοκτήτη, στο δικηγόρο, στο μεσάζοντα και στους φίλους. Δείπνο που θα το ζήλευε κι ο Λούκουλλος: μια φοβερή απλάδα μακαρόνια με μπόλικη σάλτσα και τυρί, ολάκερο αρνί με πατάτες στη λαμαρίνα, κρασί από το βαρέλι (Α! όλα κι όλα! το κρασί πρέπει να πίνεται με τη φυσική του δροσιά, μόλις τραβιέται από την κάνουλα! Όχι πάγο!…) και στο τέλος τα εντόσθια και το κεφαλάκι λαδορίγανη για μπεκρή μεζέ. Κι άφησε πια τις σαλάτες, τα φρούτα, τα τυριά, καθώς και τα ορεχτικά, από τη μυρωδάτη σαρδέλα (σαρδέλα - μία μπέλα!), ίσαμε την «ταραμοσαλάτα» από αυγά ρέγκας! Το δείπνο έπρεπε να μείνει ιστορικό. Ο άνθρωπος του αγρού έκαμνε την πρώτη του είσοδο στη μεγάλη ζωή των πόλεων. Δυστυχώς η ζωή ήτανε πολύ μικρή για έναν τόσο μεγάλον άνθρωπο.
Φάγανε όλοι κι ήπιανε μέχρι διαρρήξεως.
—Μη σταματάτε, φώναζε ο Αμφιτρύων στους καλεσμένους του. Έχουμε κι άλλους μεζέδες: μαρίδες της ώρας κι αυγά τηγανητά με λουκάνικο. Θα δοκιμάσουμε και το τέταρτο βαρέλι. Έστειλα να το ανοίξουνε…
Έστειλε μαζί και κάλεσε τα «λαλήματα»: λαγούτο, κανόνι και κλαρίνο!
—Και τώρα θα χορέψουμε:
Την πι - μωρέ - την πίτα
πο 'φαγε ο σπανός, αμάν!
Και η κοιλιά του κυρ Χαράλαμπου «ηγείτο του… στομαχίμου εκείνου χορού».
—Να μας ζήσεις, αφέντη! Τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να 'χουνε τα λεφτά…
—Άιντε και με καλό για τη δεύτερη πολυκατοικία…
—Σε κάνα-δυο μήνες, απάντησε ο κυρ Χαράλαμπος κλείνοντας το μάτι.
Όλη τη νύχτα είχε αναστατωθεί το χωριό. Αλλ' ο κυρ Χαράλαμπος δε θ' αναστηθεί πια. Γιατί, όταν κατά τη χαραυγή τελείωσε το γλέντι κι ο «αφέντης» έπεσε να κοιμηθεί, δεν ξύπνησε πια. Αντί ν' ανεβεί, όπως σχεδίαζε, στον έβδομο ουρανό της πολυκατοικίας, κατέβηκε στα άπατα του Άδη.
Ας έτρωγε λιγότερο…
Βιβλιογραφικά
Κώστας Βάρναλης, «Ο άφρων μαυραγορίτης» στο Γιώργος Ζεβελάκης (επιμ.), Φέιγ Βολάν της Κατοχής, Καστανιώτης, Αθήνα 2007, σ. 65-67.
Μεταδεδομένα
< Χρονογράφημα >▲▲
Ουζέρι Τσιτσάνης
(απόσπασμα)
Προχωρώ προς την Παύλου Μελά. Η ομίχλη είναι πιο αραιή μέσα στους δρόμους.
Βαδίζω κοιτάζοντας μπροστά σε μεγάλη απόσταση μην πέσω σε κανένα μπλόκο απ' όπου κανείς ποτέ δεν ξέρει πώς θα βγει. Τι θα του συμβεί.
Με το πρώτο χτύπημα μ' ανοίγει η Ζωή. Τα χέρια της αλευρωμένα κι ακούω, από μέσα, πενιές.
—Έλα, Γιώργο…
Μπαίνω. Ζέστη, μπερδεμένο άρωμα ψημένης φλούδας πορτοκαλιού και σπανακόπιτας.
[…]
Ο Τσιτσάνης πίνει κάτι σ' ένα φλιτζάνι - μάλλον το μαντζούνι για τις αμοιβάδες του. Ρίχνει μια ρουφηξιά κι αφήνει το φλιτζάνι δίπλα του, πάνω στο κομοδίνο. Μετά σκύβει στο μπουζούκι και πιάνει ένα αργό ταξίμι. Πρώτη φορά προσέχω ότι κρατάει την πένα απ' την άκρη, όπως οι κιθαρίστες, κι όχι όπως άλλοι μπουζουξήδες που την κρατούν βαθιά, γερά, ίσως επειδή οι χορδές του μπουζουκιού είναι διπλές και πιο ζόρικο το παίξιμο. Ο Τσίλας [παρατσούκλι του Τσιτσάνη] έχει δικό του στιλ: κρατάει την κοκαλένια πένα ελαφρά, αφήνει αβάντσο, την παίζει χαλαρά, χαϊδευτά, σαν μικροσκοπική βεντάλια, πάνω στις χορδές.
Η κόρη του βαράει την κουδουνίστρα.
Ο Βασίλης μπαίνει όσο γίνεται πιο χαμηλόφωνα, σ' ένα ζεϊμπέκικο:
Σου 'ξηγήθηκα εντάξει, απ' την πρώτη τη στιγμή, και ζητούσα από σένα μιαν εξήγηση,
να μην έχουμε στο τέλος παραξήγηση…
Συνεχίζει την μουσική, μπερδεύεται λίγο. Σταματάει. Δεν θυμάται τα λόγια απ' το δεύτερο κουπλέ. Λέει:
Νννννννν
και τα συμφωνήσαμε…
Μετά περνάει κατευθείαν στο τρίτο κουπλέ, που με τη δεύτερη δοκιμή το θυμάται:
Έχεις μάθει…
Και πάλι:
Έχεις μάθει στη ζωή σου, διπλωμάτισσα να ζεις, για το γούστο το δικό σου εγώ ρεστάρισα, δώσε τώρα απολογία κατεργάρισσα…
Στο μεταξύ η Ζωή φέρνει ένα πιάτο με γιαχνί και ένα μικρότερο με τουρσιά, μικρές στραβές πιπεριές, άσπρο ρεπάνι, κομμάτια ντομάτες πράσινες και τ' αφήνει όλα μπροστά μου στο τραπέζι. Ξαναπάει προς το κουζινάκι.
Ο Τσιτσάνης ρουφάει άλλη μια ρουφηξιά απ' το φλιτζάνι του, με κοιτάζει ερωτηματικά και αρχίζει ένα άλλο τραγουδάκι, με μια εισαγωγή που δεν ξανάκουσα. Του κάνω νόημα με το κεφάλι και με το δεξί χέρι, ενώνοντας τα τρία πρώτα δάχτυλα ότι μ' άρεσε. Του λέω μετά:
—Πολύ φίνο, ρε Τσίλα…
—Καλό;
—Πολύ καλό… και με μαλακούς στίχους… Ενώ ο Μάρκος σε τέτοια ερωτικά τραγούδια είναι πιο σκληρός… έτσι μου φαίνεται… όσες τον πουλάνε, τις σκοτώνει, τις καίει με πετρέλαια… τις ρίχνει στα πηγάδια… Άκουγα προχτές ένα δικό του στου Μουσχουντή το σπίτι… Πολύ μοβόρος είναι στο στίχο…
Ο Τσιτσάνης σταματάει την εισαγωγή και λέει χαμογελώντας:
—Κοίτα να δεις… Το ρεμπέτικο χαρμανιάζει ένα κομμάτι της πιάτσας… της ζωής. Ένα μέρος της… Το δικό μου το τραγούδι είναι πιο πολύ λαϊκό, παρά ρεμπέτικο… Είναι και ρεμπέτικο, δε λέω, αλλά θέλω να είναι πιο σένιο… πιο καθαρό… πιο πλατύ… Για τον πολύ κόσμο… Πιο κοντά στον μέσο Έλληνα, για να το αγαπήσουνε περισσότεροι… εγώ θέλω να εκφράσω τον κοινωνικό ρεφενέ… να πιάσω το παλιό να το δέσω με το καινούργιο και το ανατολίτικο με το ευρωπαϊκό… με μια δικιά μου μουσική… όπως καταλαβαίνω τον κόσμο πού πηγαίνει… την ψυχή, το χνότο της πιάτσας…
Η Ζωή φέρνει μαχαιροπίρουνα, ψωμί και λίγο ούζο και τ' αφήνει δίπλα στο γιαχνί.
Λέω:
—Ναι, αλλά κι ο Μάρκος είναι πολύ δυνατός…
—Ε, σίγουρα… ο Μάρκος είναι το θεμέλιο… η βάση… Ο Μάρκος είναι δυνατός. Είναι ο πατέρας, αλλά στη δικιά του την αυλή… Ζει μέσα στους δικούς του ανθρώπους και τέτοιο τραγούδι κάνει. Για τον κόσμο του… Ρεμπέτικο βαρύ. Είναι φίνο τραγούδι, σέρτικο, με καημό… αλλά μέχρι πότε θα υπάρχουνε ρεμπέτες; Άσε που πολλοί μάγκες απ' αυτούς τα έχουνε πλακάκια με την εξουσία… Η μορτιά, ή είναι εξουσία από μόνη της, ή δεν είναι τίποτα, παύει να υπάρχει…
—Κι εσύ είσαι με την εξουσία… έχεις κουμπάρο τον Μουσχουντή…
—Σωστά, αλλά ο Μουσχουντής είναι μάγκας, δερβίσης… προστάτης του ρεμπέτικου… στην Αθήνα το κυνηγούνε με το νόμο του Μεταξά, κι αυτός εδώ έστησε δικό του βασίλειο κι έφερε τον Μάρκο στου «Κέρκυρα»… τον Στελλάκη, τον Ανεστάκο τον Δελλιά, τον Στράτο, τους πάντες…
—Και οι άλλοι, οι νεώτεροι;
- Έχει μερικούς καλούς, αλλά θέλουν ακόμα… πέσαμε και μέσα στην Κατοχή… δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι γίνεται… ποιος φεύγει μπροστά… Θα σου πω… Είναι όπως τότε… γύρω στο '30, που έτυχε, τον ίδιο καιρό, να είναι στη φυλακή όλοι οι μεγάλοι γκάνγκστερς… Ο Αλ Καπόνε, ο Λάκι Λουτσιάνο κι ο Ντίλιγκερ… Αυτό τι σημαίνει, ότι έπρεπε όλοι οι παρακατιανοί γκάνγκστερς κι οι λουμπίνες να γίνουν, ξαφνικά, αυτοί αρχηγοί; Μπορεί να γίνανε… αλλά στις συνοικίες… Έτσι… χωρίς κότσια… χωρίς αίμα, αρχηγός γίνεσαι;
—Μερικοί νέοι είναι πολύ καλοί…
—Είναι, αλλά θέλουνε δρόμο ακόμα… Έχουν ποδάρια; Ας δουλέψουνε τώρα… η μαγκιά του καθενός θα φανεί μετά την Κατοχή…
Η Ζωή:
—Γιώργο, αφήστε τα τραγούδια, ρίξε και καμιά πιρουνιά να μου πεις αν σ' αρέσει…
Βιβλιογραφικά
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης, Κέδρος, Αθήνα 2001, σ. 197 & 198-201.
Δείτε επίσης:
Μεταδεδομένα
< Θεσσαλονίκη > < Πολιτισμός >▲▲
Σημείωση: Οι αριθμοί αριστερά του κειμένου στο παρακάτω θεατρικό απόσπασμα αντιστοιχούν στους πέντε ηθοποιούς που ερμηνεύουν το κείμενο της παράστασης. Κάθε αριθμός δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σ’ ένα και μόνο πρόσωπο.
Γιοι και κόρες
(απόσπασμα)
3 Πέθανα ξαφνικά το 1937. […]
4 Βάζουν δικηγόρο οι δικοί μου, να καθαρίσει τα κληρονομικά. Από τα λεφτά που περίμεναν όλοι, ύστερα από μια ζωή στην Αμερική, βρίσκονται όλο κι όλο 20.000 δραχμές. Κάτι δεν είχε πάει καλά…
5 Μια μέρα του 1938…
2 «Σας καλέσαμε στην τράπεζα γιατί έχει βρεθεί ένας λογαριασμός στο όνομα του συζύγου σας».
1 «Τον ξέρουμε. 20.000 δραχμές».
2 «Ένας δεύτερος. Τέσσερα εκατομμύρια».
ΟΛΟΙ «Τι;»
2 Προφανώς τα κατέθετε για να βρεθούν όταν θα επέστρεφε στην Ελλάδα μετά το τέλος της ερημοδικίας.
5 Καταλαβαίνετε τι ακολουθεί.
1 Αρχίζουν οι διαδικασίες για να εισπραχτούν τα χρήματα και οι σκέψεις για το πώς θα επενδυθούν. Ξαφνικά, ήμασταν πλούσιοι!
5 Να πάρουμε χωράφια.
1 Να κατέβουμε στην Αθήνα.
2 Να πάρουμε κι άλλα ζώα.
4 Η γης έχει αξία!
5 Βρισκόμαστε αρχές Οκτώβρη του 1940. Ο πόλεμος πλησιάζει και τα λεφτά είναι σαν αναμμένα κάρβουνα, πρέπει να φύγουν αμέσως από τα χέρια και να γίνουν γης.
4 Ερχόμαστε στην Αθήνα, ψάχνοντας να αγοράσουμε ένα σπίτι.
3 Όχι.
2 Δεν πουλάμε.
1 Όχι.
4 Κανένας δεν πουλάει παραμονές πολέμου.
5 Τελικά βρίσκουμε ένα από τα αρχοντικά της οθωνικής εποχής στο Γαλάτσι.
4 «Στο Γαλάτσι;»
5 «Εκεί θα μας φάνε οι λύκοι!»
1 «Είπα στο Γαλάτσι. Εντάξει;»
2 «Εντάξει. Αύριο στον συμβολαιογράφο για τα συμβόλαια».
3 Και εκεί το πράγμα χαλάει.
2 «Γιατί να πληρώσω κι εγώ για τα συμβολαιογραφικά;»
1 «Μα είπαμε μισά μισά».
2 «Εγώ δεν συμμετέχω σε αυτά».
1 «Μα μισά μισά!»
3 Το συμβόλαιο δεν υπογράφεται εκείνη τη μέρα.
5 Ο συμβολαιογράφος προσπαθεί να τα συμβιβάσει και κανονίζει νέα συνάντηση.
3 «Θέλετε να το ξανασκεφτείτε και να συναντηθούμε πάλι εδώ τη Δευτέρα;»
1 «Ας γίνει έτσι».
3 «Ραντεβού λοιπόν τη Δευτέρα».
5 Τα χαράματα της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου, οι Ιταλοί μπαίνουνε στην Ελλάδα. Κηρύσσεται ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος.
3 Με την Απελευθέρωση, ο υπουργός Οικονομικών της Κυβέρνησης, Αλέξανδρος Σβώλος, φτιάχνει τον Νόμο 18, που λέει ότι μια προπολεμική δραχμή εξισώνεται με μια μεταπολεμική.
4 Τα τέσσερα εκατομμύρια τα εξανέμισε ο πληθωρισμός…
1 …σπίτι στο Γαλάτσι δεν προλάβαμε να πάρουμε…
2 …ο πωλητής μάλλον θα του άναψε του πολέμου λαμπάδα…
5 …και ο Αλέξανδρος Σβώλος έγινε δρόμος στη Θεσσαλονίκη.
4 Τον Μάρτιο του 1945, ο αδερφός μου πέρασε από την τράπεζα στη Λαμία για να εισπράξει εκείνα τα προκατοχικά εκατομμύρια του πατέρα μας από την Αμερική. Με τα λεφτά που έμειναν από την υποτιμημένη ζωή του, αγόρασε μια κούτα τσιγάρα, μία καφέ μαντίλα για τη μαμά μου με κίτρινα λουλουδάκια και ένα κουτί καραμέλες Αστακός, γεμιστές, για τα παιδιά μου. Η μαμά μου δάκρυσε. Από τον άντρα της, που δεν τον ξαναείδε ύστερα από τόσα χρόνια στην Αμερική, δεν είχε απομείνει παρά μια καφέ μαντίλα με κίτρινα λουλουδάκια. Τα παιδιά δεν καταλάβαιναν γιατί έκλαιγε. Ήταν πολύ ωραίες οι καραμέλες. Έτρωγαν γεμιστές καραμέλες για πρώτη φορά.
Ιστορία
Γραπτές πηγές
- Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε
- Πείνα και Επιβίωση
- Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας
- Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο
- Η Κατοχή
- Εφ. Παρατηρητής Χανίων
- Πείνα και Επιβίωση
- Η Κατοχή. Φωτογραφικά τεκμήρια 1941-1944
- Πείνα και Επιβίωση
- Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής
- Ο ανθόκηπος
- Xειμώνας του '41
- Κατοχή-Αντίσταση 1941-1944
- Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής
- Εδαφικός κατακερματισμός
- Πείνα και Επιβίωση
- Πείνα και Επιβίωση
- Γεννήσεις και θάνατοι στην Αθήνα και τον Πειραιά
Οπτικό υλικό
- Ο βράχος της Ακρόπολης κατά τη διάρκεια της Κατοχής
- Υποσιτισμένο αγόρι
- Χαρακτικό της Λουκίας Μαγγιώρου
- Το μακάβριο έργο κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1941-1942
- Αθήνα, χειμώνας 1941-1942
- Το γκαζοζέν
- Προπαγανδιστική αφίσα των αρχών κατοχής 1943-1944
- Εξαντλημένος άνδρας από την πείνα μεταφέρεται με χειροκίνητο καροτσάκι
- Το τραμ
- Πείνα
- Πείνα
- Στην αναμονή του συσσιτίου στο εργοστάσιο Φιξ
- Μαύρη αγορά τσιγάρων στην Αθήνα
- Πλατεία Ομονοίας
- Αυτοκίνητα έτοιμα για υπεραστική συγκοινωνία
- Συσσίτιο
- Ζώνες Κατοχής, 1941-1944