Η Φωτιά της Θεσσαλονίκης

Λογοτεχνία

▲▲

Το νήμα

(απόσπασμα)


Ενώ ο Κωνσταντίνος καθόταν στο γραφείο του και μελετούσε τα λογιστικά του βιβλία, υπολογίζοντας νοερά τα τρέχοντα εβδομαδιαία έσοδα εν σχέσει με τα επιτόκια και τις αυξανόμενες δαπάνες και πώς η διαφορά θα αντισταθμιζόταν από μια νέα παραγγελία για δεκαπέντε χιλιάδες μέτρα μάλλινο για στρατιωτικές χλαίνες -υλικό που θα αντλούσε από προπέρσινο απόθεμα αλλά θα το πουλούσε στην τρέχουσα τιμή-, ο αδελφός του κατηφόριζε τρέχοντας σαν τρελός τον άδειο δρόμο.

Καθώς όρμησε μέσα στην έκθεση, ο Τάσος, που έπαιρνε έναν υπνάκο, ξύπνησε από το σαματά.

«Τάσο…» είπε λαχανιασμένος ο Λεωνίδας, μόλις αρθρώνοντας τις λέξεις, «…πρέπει να βρούμε τον Κώστα!»

«Εδώ είναι. Στο γραφείο του», απάντησε ο επιστάτης. «Μα τι έγινε; Τι συμβαίνει; Γιατί τέτοια φούρια;»

Ο Λεωνίδας τον προσπέρασε τρεχάτος, μπήκε στην έκθεση και άρχισε να ανεβαίνει δύο-δύο τα σκαλοπάτια της περιστροφικής σκάλας προς το γραφείο του Κωνσταντίνου.

«Κώστα, η πόλη καίγεται! Πρέπει να αδειάσουμε την έκθεση και την αποθήκη!»

«Μου είπε ο Τάσος πως είχες πάει να χαζέψεις μια φωτιά», είπε ο μεγάλος αδελφός, χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του από τις στήλες των αριθμών του. Η υψηλή αίσθηση της θέσης και αξιοπρέπειάς του δεν του επέτρεπαν να αντιδράσει διαφορετικά. «Δεν την έσβησαν ακόμη;»

«ΟΧΙ! Καίει ακόμα, Κώστα. Μαίνεται ανεξέλεγκτα! Έλα, κατέβα και βγες στο δρόμο αυτή τη στιγμή να τη μυρίσεις! Έρχεται κατά δω! Για όνομα του Θεού, δεν το βγάζω απ' το μυαλό μου!»

Ο Κωνσταντίνος διέκρινε τον τρόμο στη φωνή του αδελφού του. Δεν είχε τον τόνο που έπαιρνε όταν του έκανε πλάκα.

Ο Λεωνίδας τον έπιασε από το μπράτσο, τον κατέβασε στο ισόγειο και τον έβγαλε έξω στο δρόμο.

«Δεν φαίνεται τίποτε ακόμη, αλλά δεν την οσφραίνεσαι; Και δες τον ουρανό! Το σούρουπο απέχει ώρες ακόμα κι όμως έχει σκοτεινιάσει!»

Ο Λεωνίδας είχε δίκιο. Η καπνιά ήταν αισθητή και ο καθαρός απογευματινός ουρανός είχε σκεπαστεί από μια καταχνιά.

«Θέλω να δω πού είναι η φωτιά, Λεωνίδα. Δεν θέλω να πανικοβαλλόμαστε χωρίς λόγο».

«Καλά, αλλά εκεί που ήταν πριν από δέκα λεπτά, μπορεί να μην είναι τώρα πια… Τέλος πάντων, πάμε να δούμε μπας κι έχουν αρχίσει να την περιορίζουν».

[…]

Προχωρώντας βόρεια, ο καπνός πύκνωσε και ο Κωνσταντίνος σταμάτησε για να δέσει γύρω από το πρόσωπό του το μεταξωτό του μαντήλι, προκειμένου να προστατευτεί από τη στάχτη που στροβιλιζόταν γύρω τους. Στρίβοντας σε έναν κεντρικό δρόμο, έπεσαν επάνω σε ένα πλήθος ανθρώπων που έρχονταν προς το μέρος τους. Ο Κωνσταντίνος είχε δει πολλές φορές συγκεντρωμένους όχλους τα τελευταία χρόνια με τις πολιτικές αναταραχές, όμως αυτοί εδώ οι άνθρωποι είχαν άλλη έκφραση στα πρόσωπά τους.

Πολλοί απ' αυτούς κουβαλούσαν με κόπο στην πλάτη τους τα υπάρχοντά τους· ογκώδη αντικείμενα που είχαν αποκτήσει με το υστέρημά τους - ντουλάπια, καθρέφτες, μέχρι και στρώματα. Τέτοια πράγματα ήταν πολύτιμα για να τα αφήσουν στην τύχη τους. Η επιχειρηματική ευκαιρία που δημιουργούσε η καταστροφή είχε προσελκύσει κάθε αγωγιάτη της πόλης και οι δρόμοι τώρα είχαν φρακάρει από τις χειράμαξες που ξεχείλιζαν από κάθε λογής ετερόκλητη συλλογή αντικειμένων.

Πέρα στον ορίζοντα, κάπως μακριά ακόμη, ο Κωνσταντίνος είδε τη γιγαντωμένη πύρινη λάμψη της φωτιάς να διαποτίζει τον ουρανό.

«Με πιστεύεις τώρα;» του πέταξε ο Λεωνίδας και σταμάτησε για να βήξει και να πάρει μια ανάσα.

[…]

Εντέλει, βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα που θα λύγιζε και την πιο σκληρή καρδιά - τον καμένο ναό του Αγίου Δημητρίου, του προστάτη άγιου της πόλης. Οι φλόγες τον είχαν κατασπαράξει. Και τα δύο αδέλφια είχαν αναμνήσεις από τις κηδείες των γονιών τους σ' αυτή την εκκλησία και εδώ είχαν παντρευτεί ο Κωνσταντίνος με την Όλγα. Τώρα δεν ήταν παρά ένα ίσωμα, μια αλάνα, με σωριασμένα μπάζα στο δάπεδό του και τη ζωγραφισμένη αψίδα του εκτεθειμένη στον ήλιο και τον αέρα, για πρώτη φορά μέσα στα εκατοντάδες χρόνια της ιστορίας του. Έστεκε γυμνός, ατιμασμένος. Ένας μοναχικός ιερέας περιφερόταν ανάμεσα στα χαλάσματα. Έκλαιγε. Κάποιος άλλος ξεφώνιζε φρενήρης τα λόγια που είχε απευθύνει ο Απόστολος Παύλος στους κατοίκους αυτής εδώ της πόλης. Ποτέ πριν δεν είχαν ηχήσει τόσο βροντερά.

«…ἐν τῇ ἀποκαλύψει τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀπ’ οὐρανοῦ μετ’ ἀγγέλων δυνάμεως αὐτοῦ ἐν πυρὶ φλογός, διδόντος ἐκδίκησιν τοῖς μὴ εἰδόσι Θεὸν καὶ τοῖς μὴ ὑπακούουσι τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ…»

Εκτός από τις εκκλησίες, ο Κωνσταντίνος και ο Λεωνίδας είδαν και τα ερείπια συναγωγών και τζαμιών, και διαπίστωσαν πως ο κόσμος έβρισκε ακόμα παρηγοριά στους τόπους λατρείας του. Όπου έστεκαν ακόμα όρθιοι οι τοίχοι τους, οι άνθρωποι έστηναν αντίσκηνα στον ίσκιο τους. Κρεμούσαν την μπουγάδα τους ανάμεσα στους στύλους των ναών, είχαν κιόλας στήσει αυτοσχέδιες κουζίνες στις εισόδους των συναγωγών και είχαν ήδη στρώσει κουβέρτες καταγής μέσα σε καμένα τεμένη, δημιουργώντας πρόχειρους αλλά τακτικούς κοιτώνες.

Στη θέα δύο τραπεζών, της Banque de Salonique και της Banque d' Athenes, σχεδόν άθικτων, ο Κωνσταντίνος ένιωσε μια στιγμιαία αισιοδοξία, όπως και όταν είδε σώο ένα πελώριο πολυκατάστημα με μαρμάρινη πρόσοψη, όμως αυτά τα κτίρια δεν ήταν παρά θαυματουργές εξαιρέσεις.

Το Hotel Splendide, όπου ο κόσμος έτρωγε αμέριμνος τη νύχτα της δεκάτης ογδόης Αυγούστου, απόλυτα βέβαιος πως οι φλόγες δεν θα έφταναν ποτέ ως εκεί, τώρα ήταν κι αυτό ένα μαύρο λείψανο. Την ίδια κατάληξη είχε και το αγαπημένο στέκι του Λεωνίδα, ένα παραλιακό καφέ στην άκρη της Πλατείας Ελευθερίας. Η πλατεία, που κάποτε ήταν η καρδιά της κοινωνικής ζωής της πόλης, είχε τώρα σιγήσει.

Οι δύο άντρες έφτασαν τελικά στην περιοχή λίγο βόρεια από το λιμάνι, όπου βρισκόταν η κεντρική αποθήκη του Κομνηνού.

Στάθηκαν πλάι-πλάι κι έμειναν να κοιτάζουν ό,τι είχε απομείνει από την πελώρια αποθήκη. Ένα ξεκοιλιασμένο κουφάρι.

«Η πανέμορφη αποθήκη μου», ψιθύρισε ο Κωνσταντίνος μετά από λίγα δευτερόλεπτα. «Η πανέμορφη, πανέμορφη αποθήκη μου».

Ο αδελφός του τον κοίταξε και είδε πως έχυνε δάκρυα ποτάμι.

Έκανε σαν να θρηνούσε το χαμό της αγαπημένης του, σκέφτηκε ο Λεωνίδας, συγκλονισμένος από αυτή την πρωτόγνωρη επίδειξη συναισθήματος από μέρος του αδελφού του. Ούτε όταν είχε πεθάνει ξαφνικά η μάνα τους δεν είχε κλάψει τόσο ο Κωνσταντίνος.

Εκεί που στέκονταν και επόπτευαν την καταστροφή, πέρασε πάνω από τα κεφάλια τους ένα γερμανικό αεροπλάνο. Ο πιλότος θα έδινε αναφορά στους ανωτέρους του πως η Θεσσαλονίκη τα είχε καταφέρει και είχε ισοπεδωθεί από μόνη της. Ούτε οι ίδιοι δεν θα τα κατάφερναν καλύτερα.

Στο μεταξύ, μια τοπική γαλλόφωνη εφημερίδα ετοίμαζε την πρώτη της έκδοση μετά τη φωτιά. Ο λακωνικός τίτλος στο πρωτοσέλιδο τα έλεγε όλα:

LA MORT D' UNE VILLE

Ο Θάνατος μιας Πόλης

Βιβλιογραφικά

Victoria Hislop, Το νήμα, μτφρ. Φωτεινή Πίπη, Διόπτρα, Αθήνα 2011, σ. 296-299.

Μεταδεδομένα

< Θεσσαλονίκη > < Φυσική καταστροφή >

Ιστορία

Γραπτές πηγές

  1. Πυρκαγιά του '17 και ανασχεδιασμός
  2. Πυρκαγιά του '17 και ανασχεδιασμός

    «H πυρκαγιά εκδηλώθηκε το απόγευμα της 5ης (18ης) Αυγούστου 1917 στην βορειοδυτική πλευρά της πόλης, και κατέκαυσε σε τριάντα δύο ώρες 120 εκτάρια του σημαντικότερου τμήματος του κέντρου. Δεκάδες περιγραφές, άλλοτε ψυχρές και συστηματικές, άλλοτε γλαφυρές και συνεπαρμένες από φρίκη και δέος, καταθέτουν τη μαρτυρία τους για την τρομακτική ταχύτητα με την οποία οι φλόγες εξαφάνισαν οριστικά τα ίχνη που απανωτές ιστορικές περιπέτειες και διαφορετικοί πολιτισμοί είχαν συσσωρεύσει στο χώρο της βαλκάνιας κοσμόπολης. H καταστροφή έπληξε αδιάκριτα τις λιγοστές μοντέρνες συνοικίες της παραλίας και της οδού Aγίας Σοφίας, τις μεσαιωνικές σκεπαστές αγορές και τις εκτεταμένες, πολυάνθρωπες και δαιδαλώδεις φτωχογειτονιές που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της εντός των τειχών πόλης. 9.500 κτίσματα έγιναν παρανάλωμα του πυρός και 70.000 άνθρωποι (χριστιανοί, μουσουλμάνοι και κυρίως ισραηλίτες) έμειναν άστεγοι. Οικονομικές λειτουργίες, διοικητικές υπηρεσίες, χώροι αναψυχής και τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά κτίσματα των θρησκευτικών κοινοτήτων μαζί με τα αρχεία τους (μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός συναγωγών και η αρχιραββινεία, τζαμιά και χριστιανικοί ναοί, όπως η Αγία Θεοδώρα, ο Άγιος Νικόλαος ο Tρανός και ο ναός του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημητρίου) καταστράφηκαν ολοσχερώς. Στις πολυάριθμες εκθέσεις των αρμοδίων υπηρεσιών και στις αναφορές των κοινοτήτων και διαφόρων ιδιωτών δεν αναφέρονται ανθρώπινα θύματα. Είναι, ωστόσο, σίγουρο ότι υπήρξαν, τόσο μεταξύ των σωστικών συνεργείων όσο και μεταξύ πυροπαθών που έψαχναν απεγνωσμένα τα ερείπια στις μέρες που ακολούθησαν.»

  3. Η Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου
  4. Η Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου

    «Η φωτιά μέσα σε 32 ώρες κατέκαψε 120 εκτάρια του ιστορικού πυρήνα της πόλης, ισοπέδωσε 9.500 κτίρια, εκ των οποίων 3.900 μαγαζιά (περίπου το 80% των καταστημάτων που βρίσκονταν στην περιοχή) και άφησε χωρίς στέγη 14.200 νοικοκυριά, 73.448 κατοίκους, από τους οποίους οι περίπου 52.000 ήταν Εβραίοι. Η πυρκαγιά ανέτρεψε τους όρους δόμησης και κατοικίας στη Θεσσαλονίκη και μαζί μ' αυτούς την ίδια την κοινωνική δομή της πόλης. […] Το 70% των κατοίκων του κέντρου έμειναν άνεργοι, η πυρίκαυστος ζώνη μετατράπηκε σε οικονομική έρημο για τα δύο χρόνια που ακολούθησαν την πυρκαγιά, μέχρις ότου ολοκληρωθεί το έργο της καταγραφής των ζημιών. Η τεχνική υποδομή της πόλης επλήγη επίσης, συχνά καθοριστικά. Τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και φωταερίου καταστράφηκαν ολοσχερώς και η καταστροφή αυτή λόγω των εκρήξεων που προκάλεσε ενοχοποιήθηκε για την επέκταση της πυρκαγιάς νότια της Εγνατίας. Το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου διανομής νερού καταστράφηκε επίσης από τις εκσκαφές και τις εκχωματώσεις, ενώ αρκετοί αγωγοί τέθηκαν σε αχρηστία από την αλλαγή του ρυμοτομικού σχεδίου. Όταν μετά το 1922 έφθασαν στην πόλη τα κύματα των προσφύγων, το πρόβλημα της υδροδότησης αναδείχτηκε κυρίαρχο, ζήτημα "το οποίον καταντά να εξισωθή με το περίφημον ανατολικόν τοιούτο".»

  5. Πυρκαγιά του '17 και ανασχεδιασμός
  6. Πυρκαγιά του '17 και ανασχεδιασμός

    «Το σχέδιο που εκπόνησε για τη Θεσσαλονίκη η Διεθνής Επιτροπή Σχεδιασμού υπό την καθοδήγηση του Eρνέστ Eμπράρ υιοθέτησε τις πιο σύγχρονες σχεδιαστικές αντιλήψεις της εποχής και τις μετέφερε στις τοπικές γεωγραφικές και ιστορικές ιδιομορφίες. H πόλη απέκτησε κλασικές γεωμετρικές χαράξεις (άξονες, διαγωνίους, μνημεία-εστιακά σημεία…) κι ένα οδικό δίκτυο με φαρδείς δρόμους και κυκλοφοριακή ιεράρχηση. Yποδείχθηκαν χώροι για όλα τα σημαντικά δημόσια κτίρια, αναδείχθηκαν τα βυζαντινά μνημεία και μερικά οθωμανικά που είχαν γλιτώσει από την πυρκαγιά, ορίσθηκε διατηρητέα η Πάνω Πόλη. Ένα γενικό σχέδιο για την πόλη προέβλεπε νέες επεκτάσεις για 350.000 κατοίκους και κάλυπτε συνολικά 2.400 εκτάρια. Προσδιορίζονταν και οριοθετούνταν οι βιομηχανικές ζώνες, οι εργατικοί οικισμοί, οι περιοχές κατοικίας και αναψυχής. Βασικό οργανωτικό στοιχείο του αστικού ιστού αποτελούσε το γεωμετρικό οικοδομικό τετράγωνο, που αντικατέστησε τις ακανόνιστες και λαβυρινθώδεις συνοικίες.»

  7. Σελίδες Αυτοβιογραφίας


  8. Σελίδες Αυτοβιογραφίας



    «Εκεί όπου άλλοτε απλώνονταν οι λαβύρινθοι των εβραϊκών συνοικιών, υπήρχαν τώρα μονάχα πέτρες και πυρωμένη στάχτη. Στην άλλη περιοχή, όπου υψώνονταν τα μεγάλα καταστήματα και τα ξενοδοχεία, τραγικά ερείπια θύμιζαν την παλιά τους δόξα. Κι όλα τούτα τα θλιβερά κατάλοιπα μιας πλούσιας μεγάλης πολιτείας, ήσαν τυλιγμένα σε βαριά σύννεφα καπνού. Στα βαθιά τους υπόγεια η χόβολη είχε συντηρηθεί για πολλούς μήνες μετά τη φωτιά. Και καθώς διαπιστώθηκε αργότερα, τόση ήταν η δύναμη τούτης της φωτιάς, ώστε όλα τα γυάλινα είδη είχαν λιώσει, και μέσα στα χαλάσματα των ζαχαροπλαστείων μπορούσε κανείς να διακρίνει τα βάζα με τις καραμέλες, πούχανε μεταβληθεί σε μια μάζα από καμένη ζάχαρη και γυαλί. Η τεράστια αυτή έκταση της συμφοράς πήρε το όνομα τα "Καμένα". Τούτα τα "καμένα" είχαν μεταβληθεί σε μια καινούρια Πομπηία, όπου την ημέρα δούλευαν συνεργεία ανασκαφών και τις νύχτες βρίσκανε άσυλο οι αλήτες, οι κακοποιοί κι οι ερωτευμένοι.»

  9. Η πόλη των φαντασμάτων
  10. Η πόλη των φαντασμάτων

    «Αμέσως μετά την πυρκαγιά το συμμαχικό στρατιωτικό προσωπικό βοήθησε τις ελληνικές αρχές να βρουν κατάλυμα για τους αστέγους. Πολλούς τους εγκατέστησαν προσωρινά σε σκηνές, παράγκες και υπόστεγα γύρω από την πόλη. όσοι μπορούσαν να μείνουν σε συγγενείς τους αλλού, παροτρύνθηκαν να φύγουν. Πέντε χιλιάδες Έλληνες μετακόμισαν στην Αθήνα, στο Βόλο και στη Λάρισα, και αρκετές εκατοντάδες Εβραίοι- πολύ φτωχοί οι περισσότεροι- μετανάστευσαν στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τις ΗΠΑ και την παλιά Ελλάδα. Οργανώθηκαν λαϊκά συσσίτια, που σίτιζαν 30.000 ανθρώπους την ημέρα. Το Σεπτέμβρη έμεναν ακόμα σε σκηνές μόλις 7.500. Ωστόσο η ανοικοδόμηση θα έπαιρνε πολύ περισσότερο καιρό.»

  11. Η πόλη των φαντασμάτων
  12. Η πόλη των φαντασμάτων

    «Έξι μέρες μετά τη φωτιά είχε γίνει σύσκεψη στην Αθήνα για να συζητηθεί ποια θα ήταν αντίδραση της κυβέρνησης. σε αυτήν πάρθηκε η σημαντική απόφαση ν' απαλλοτριωθεί ολόκληρο το ρημαγμένο από τη φωτιά κέντρο της πόλης και να ξαναχτιστεί η έκταση σε νέα βάση. Ο στρατηγός Σαράιγ προσφέρθηκε να βοηθήσει και συνέστησε στις ελληνικές αρχές τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς του επιτελείου του. Έτσι συγκροτήθηκε γρήγορα μια επιτροπή από Έλληνες, Γάλλους και Βρετανούς ειδικούς. Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος είχε τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια εκφράσει την απογοήτευσή του που δεν μπορούσε να επιφέρει στη Θεσσαλονίκη τις αισθητικές και υγειονομικές βελτιώσεις που θεωρούσε παραπάνω από απαραίτητες. Η πυρκαγιά ήρθε, όπως έλεγε, "σχεδόν σταλμένη από τη θεία πρόνοια", και είπε στον πρόεδρο της επιτροπής, τον διακεκριμένο Βρετανό αρχιτέκτονα τοπίου Τόμας Μόσον, να αντιμετωπίσει την πόλη σαν ένα άγραφο φύλλο χαρτί.»

Οπτικό υλικό

  1. Αεροφωτογραφία της Θεσσαλονίκης
  2. Η περιοχή της Θεσσαλονίκης που κάηκε κατά την πυρκαγιά του 1917
  3. Η ισοπέδωση κτιρίων και χάραξη οικοπέδων στην πυρίκαυστη περιοχή της Θεσσαλονίκης
  4. Το ξενοδοχείο Splendid καμένο
  5. Τουρκικό χαμάμ στις φλόγες
  6. Ερείπια σπιτιών στην οδό Αγίας Σοφίας
  7. Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου μετά την πυρκαγιά
  8. Το καφέ Φλόκα και το Hotel de Rouce
  9. Μετά την πυρκαγιά στην Θεσσαλονίκη
  10. Η Διεθνής Επιτροπή του Νέου Σχεδίου της Θεσσαλονίκης

Οπτικοακουστικό υλικό

  1. Καίγεται η Θεσσαλονίκη!
  2. Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης
  3. Η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης «El incendio de Salonica»