Εξώφυλλο

Εργαλεία

Κατάλογος ρηματικών τύπων της Αρχαίας Ελληνικής

του John J. Bodoh

Αποτελέσματα για: "Π"

Βρέθηκαν 4.456 ρηματικοί τύποι [1 - 20]
παγ
αόρ. παθ. ρ. πήγνυμι
πάγεν
Επκ. αόρ. παθ. ορ., 3ο πλ. ρ. πήγνυμι
παγησ1
μέλλ. παθ. ρ. πήγνυμι
παγκρατιασ2
αόρ. ρ. παγκρατιάζω
πάδη
Δωρ. ενστ. ενεργ. πρ., 2ο εν. ρ. πηδάω (Αριστοφ. Λ. 1317)
παδῇ
Δωρ. ενστ. ενεργ. ορ., 3ο εν. ρ. πηδάω (Σώφρ. 20)
παθ3
αόρ.2 ρ. πάσχω
παθέειν
Επκ. αόρ. ενεργ. απρφ. ρ. πάσχω
πάθην
Λεσβ. αόρ. ενεργ. απρφ. ρ. πάσχω (Αλκ.)
παθην2
αόρ.1 ρ. παθαίνω
πάθῃσθα
Επκ. αόρ. ενεργ. υπ., 2ο εν. ρ. πάσχω
πάθῃσι(ν)
Επκ. αόρ. ενεργ. υπ., 3ο εν. ρ. πάσχω
παῖ
Αττ. ενστ. ενεργ. πρ., 2ο εν. ρ. παίω (Ξενοφ. Κυν. 6.18) [εάν όχι η κλητ. του παῖς]
παιανιξ2
Αιολ. αόρ. ρ. παιανίζω (Βακχυλ. 16.129) [=> Jebb, σ. 81]
παιανισ2
αόρ. ρ. παιωνίζω
παιδαγωγηθ
αόρ. παθ. ρ. παιδαγωγέω
παιδαγωγηθέωσι
Ιων. αόρ. παθ. υπ., 3ο πλ. ρ. παιδαγωγέω (Ιπποκρ.)
παιδδωᾶν [τ.έ. -ωᾇν]
Λακ. = παιζουσῶν [μτχ., θ. γεν. πλ.] στον Αριστοφ. Λ. 1313 [῾ = σ, => & παισδ1]
παιδευθ
αόρ. παθ. ρ. παιδεύω
παιδευθησ1
μέλλ. παθ. ρ. παιδεύω