Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "χόρτος"

Βρέθηκε 1 λήμμα
χόρτος, , I. 1. κλειστό μέρος, τόπος περιφραγμένος τόπος βοσκής, αὐλῆς ἐν χόρτοισι, σε Ομήρ. Ιλ. 2. γενικά, κάθε τόπος όπου εκτρέφονται ζώα, σε πληθ., χόρτοι λέοντος, σε Πίνδ.· χόρτος εὔδενδροι, σε Ευρ. II. τροφή, σανός, ζωοτροφή, ιδίως, λέγεται για βοοειδή, σε Ησίοδ. κ.λπ.· χορτάρι, σε Κ.Δ.· χόρτος κοῦφος, άχυρο, σε Ξεν.· αντίθ. προς το σῖτος (τροφή για τον άνθρωπο), σε Ηρόδ., Ξεν.· φαγητό, γενικά, σε Ευρ., Ανθ.