Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "χρυσός"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
χρυσός[ῡ], -οῦ, , χρυσός, Λατ. aurum, σε Όμηρ. κ.λπ.· χρυσὸν ἔδυνε, φόρεσε χρυσή πανοπλία, σε Ομήρ. Ιλ.· χρυσὸς ἄπυρος, αχώνευτος, αντίθ. προς το χρυσὸς ἄπεφθος (καθαρός, χωνευμένος χρυσός), σε Ηρόδ.· λευκὸς χρυσός, λευκός χρυσός, λευκόχρυσος, δηλ. κεκραμένος χρυσός με ασήμι, στον ίδ.· χρυσὸς κοῖλος, χρυσός κατεργασμένος σε σκεύη, χρυσά σκεύη, σε Λουκ.
χρῡσο-στέφᾰνος, -ον, στεφανωμένος με χρυσό, σε Ησίοδ., Ευρ. κ.λπ.· χρυσοστέφανα ἄεθλα, αγώνες στους οποίους το έπαθλο ήταν στεφάνι από χρυσό, σε Πίνδ.