Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "τράγος"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
τράγος[ᾰ], (τρᾰγεῖν), τράγος, αρσενική αίγα, Λατ. hircus, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.
τρᾰγο-σκελής, -ές (σκέλος), αυτός που έχει πόδια τράγου, σε Ηρόδ., Λουκ.