Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ποικίλος"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
ποικίλος[ῐ], , -ον, I. πολύχρωμος, πιτσιλωτός, διάστικτος, παρδαλός, κατάστικτος, λέγεται για λεοπαρδάλεις ή για ελαφάκια, σε Όμηρ. κ.λπ. II. 1. λέγεται για ενδύματα, δουλεμένος με ποικίλα, διάφορα χρώματα, κεντημένος, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· ἐν ποικίλοις κάλλεσιν, λέγεται για ένα πλούσιο κάλυμμα, σε Αισχύλ.· ομοίως, τὰ ποικίλα, στον ίδ. 2. χρησιμοποιείται για την εργασία του μεταλλουργού, τεύχεα ποικίλα χαλκῷ, δουλεμένα με χαλκό, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· αλλά, ποικίλος δεσμός, πολύπλοκος, σε Ομήρ. Οδ. 3. ἡ στοὰ ἡ ποικίλη, μεγάλη στοά στην Αθήνα η οποία κοσμούνταν από την γραφή του Πολύγνωστου από τη μάχη του Μαραθώνα, σε Αισχίν. κ.λπ. III. 1. μεταφ., διαφορετικός, ποικίλος, παρηλλαγμένος, πολλαπλός, πολυμερής, σε Αισχύλ., Πλάτ.· ποικίλοι μῆνες, οι μήνες που εναλλάσσονται, σε Πίνδ. 2. λέγεται για την τέχνη, ποικίλος ὕμνος, τραγούδι που έχει ποικίλη μελωδία ή είναι γεμάτο από ανομοιόμορφη σύνθεση, στον ίδ.· ομοίως, ποικίλον κιθαρίζων, στον ίδ. 3. α) πολύπλοκος, περίπλοκος, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· επίρρ., ποικίλως αὐδώμενος, μιλώ με διπλή σημασία, διφορούμενα, σε Σοφ. β) λέγεται για την ασαφή γνώση, πολύπλοκη, περίπλοκη, ποικίλον τι εἰδέναι, σε Ευρ.· οὐδὲν ποικίλον, τίποτα ασαφές ή δύσκολο, σε Πλάτ.· ομοίως, λέγεται για πρόσωπα, ποικιλότροπος, πανούργος, σε Αισχύλ.· ποικίλος γὰρ ἀνήρ, σε Αριστοφ. 4. ευμετάβλητος, μεταβλητός, ασταθής, σε Αριστ.· ποικίλως ἔχειν, είμαι διαφορετικός, σε Ξεν.
ποικῐλό-στολος, -ον (στόλος II), λέγεται για πλοίο, με πλώρη πολύχρωμη, σε Σοφ.