Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "λίθος"

Βρέθηκαν 3 λήμματα [1 - 3]
λίθος[ῐ], -ου, , I. 1. πέτρα, σε Όμηρ., κ.λπ.· πολύτιμος λίθος, σε Ηρόδ.· μάρμαρο, στον ίδ.· παροιμ., λίθον ἕψειν, κάνεις μια τρύπα στο νερό, δηλ. χάνεις την ώρα σου, το χρόνο σου, ματαιοπονείς, σε Αριστοφ.· λέγεται για ηλιθιότητα, λίθοι, «στόκοι», «αναίσθητοι», στον ίδ. 2. πέτρα σαν ύλη, αντίθ. προς ξύλο, σάρκα κ.λπ., σε Ομήρ. Ιλ., κ.λπ. II. επίσης, θηλ. σε Όμηρ., Θεόκρ.· το θηλ. χρησιμ. για κάποιο ιδιαίτερο είδος λίθου, όπως ο μαγνήτης, σε Ευρ., Πλάτ.· λέγεται για δοκιμαστικό λίθο, σε Πλάτ.· ἡ διαφανὴς λίθος, κομμάτι κρυστάλλου που χρησιμοποιούνταν για άναμμα φωτιάς μέσα από τη συγκέντρωση σε αυτό των ακτίνων του ηλίου, σε Αριστοφ. III. στην Αθήνα, λίθος (αρσ.), ονομαζόταν και το συγκρότημα βράχων που χρησιμοποιούσαν σαν βήμα οι κήρυκες ή οι ρήτορες, όπως: 1. το βήμα της Πνύκας, σε Αριστοφ. 2. άλλο βήμα στην ἀγορά το οποίο χρησιμοποιούσαν οι κήρυκες, σε Πλούτ. 3. βωμό στην ἀγοράν, σε Δημ. IV. πιόνι, πούλι, στη ντάμα, ζατρίκιο, σε Θεόκρ.
λῐθο-σπᾰδὴςἁρμός, , χάσμα προερχόμενο από την απόσπαση βράχων, σε Σοφ.
λῐθό-στρωτος, -ον, στρωμένος με λίθους, σε Σοφ.· λιθόστρωτον, τό, έδαφος στρωμένο με ψηφίδες, με μωσαϊκό, σε Κ.Δ.