Ερμού και Απόλλωνος διάλογος για τον Υάκινθο

 

ΕΡ. Διατί σκυθρωπός, Απόλλων;

ΑΠ. Διότι είμαι ατυχής εις τον έρωτα, ω Ερμή.

ΕΡ. Αυτό είναι τωόντι λυπηρόν· αλλά εις τι δυστυχείς; Ή μήπως το επεισόδιον της Δάφνης σε λυπή ακόμη;

ΑΠ. Όχι, αλλ' έχασα τον Λάκωνα ερμωμένον μου τον υιόν του Οιβάλου.

ΕΡ. Πώς απέθανεν ο Υάκινθος; Ειπέ μου.

ΑΠ. Εφονεύθη.

ΕΡ. Παρά τίνος; Ποίος υπήρξε τόσον αφιλόκαλος ώστε να φονεύση τον ωρείον εκείνον έφηβον;

ΑΠ. Εγώ αυτός τον εφόνευσα.

ΕΡ. Μήπως ετρελλάθης, Απόλλων;

ΑΠ. Όχι, αλλά συνέβη ακούσιον δυστύχημα.

ΕΡ. Πώς; Θέλω να μάθω λεπτομερείας.

ΑΠ. Εγυμνάζετο εις τον δίσκον και εγώ συνεδίσκευα μετ' αυτού· ο δε κατηραμένος ο Ζέφυρος ο οποίος τον ηγάπα προ πολλού, αλλ' επεριφρονείτο και δεν υπέφερε την περιφρόνησιν, παρενέβη δια να εκδικηθή. Όταν δε εγώ έρριψα προς τα επάνω τον δίσκον, αυτός καταπνεύσας από τον Ταΰγετον παρέσυρε τον δίσκον και τον έρριψεν εις την κεφαλήν του νέου, ούτως ώστε από την πληγήν εχύθη αίμα πολύ και ο νέος εντός ολίγου απέθανεν. Εγώ επετέθην αμέσως κατά του Ζεφύρου και τον κατετόξευσα, φεύγοντα δε τον κατεδίωξα μέχρι του όρους· τον δε νέον έθαψα κατασκευάσας τάφον εις τα Αμύκλας, όπου ο δίσκος τον εφόνευσε· και από το αίμα του εφύτρωσε εις την γην άνθος ωραιότατον και χαριέστερον όλων των ανθέων, το οποίον μάλιστα έχει και γράμματα εκφράζοντα την λύπην μου δια τον νεκρόν. Λοιπόν, σου φαίνεται τώρα παράλογος η λύπη μου;

ΕΡ. Ναι, διότι εγνώριζες ότι ερωμένος σου ήτο θνητός και δεν έπρεπε να απορής διότι απέθανε.

(Λουκ., Θεών διάλ. 14, μετ. Ι. Κονδυλάκη)