Η μεταμόρφωση της Δάφνης στις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου. Έρως και πολιτική.

 

Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού, η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη -

δεν το 'φερε η τύχη στα τυφλά, μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.

Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός καμάρωνε σα νικητής του δράκου·

της Αφροδίτης σύντυχε το γιο, που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,

και «τι μπερδεύεσαι με τ' άρματα εσύ, παλιόπαιδο», του είπε, «τ'

αντριωμένα;

Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν και στις δικές μου πρέπουνε τις

πλάτες.

Έχω σημάδι αλάθευτο - εχτρούς λαβώνω και θεριά αγριεμένα·

να τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν, που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,

με σαϊτιές αμέτρητες εγώ τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.

Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί - ν' ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό

σου φτάνει!

Μη θες απ' τα δικά μου μερτικό, κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»

Είπε της Αφροδίτης το παιδί «ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,

κι εγώ σ' εσένα, Απόλλωνα. Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,

κι η δόξα στο δικό σου μερτικό κατώτερη απ' τη δικά μου δόξα».

Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη

και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.

Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ, γι' άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:

φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές, τον έρωτα τον αποδιώχνει τ' άλλο.

Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,

το δεύτερο δεν είναι σουβλερό κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.

Το στομωμένο το 'ριξε ο θεός στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο

τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά πήγε βαθιά, ως μέσα στο μεδούλι.

Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή για έρωτες μήτε ν' ακούσει στέργει,

για τα βαθιά ρουμάνια έχει καημό, για τα θεριά που αγρεύει λάφυρά της,

και της παρθένας Άρτεμης πιστή, της Άρτεμης παθαίνεται να μοιάσει,

με την κορδέλα πιάνοντας ψηλά τ' ανάκατα κι αχτένιστα μαλλιά της.

Άντρες τη Δάφνη γύρεψαν πολλοί, μα σε πολλούς εγύρισε την πλάτη·

μακριά απ' των αντρών τη συντροφιά σε απάτητα λημέρια τριγυρνούσε,

Υμέναιος, αγάπες, παντρειά τι πα' να πει δεν έβαζε στο νου της.

Κι όλο ο γονιός της έλεγε «γαμπρό θα καρτερώ να φέρεις, θυγατέρα»,

κι όλο ο γονιός της έλεγε «ξεχνάς που μου χρωστάς εγγόνια, θυγατέρα».

 

Της φαίνονταν βαριά η παντρειά κι απόδιωχνε τη σκέψη της σα κρίμα

και της ντροπής μια ρόδινη χροιά απλώνονταν στην όμορφη θωριά της.

Σφίγγονταν στου πατέρα το λαιμό, τον χάιδευε με λόγια μελωμένα:

«Μια χάρη, πατερούλη, σου ζητώ, κόρη να μείνω πάντα και παρθένα·

το γύρεψε κι η Άρτεμη παλιά, κι είδε τέτοια χάρη απ' τον γονιό της».

Της έκανε κι εκείνος την καρδιά - μόνο που εσένα η ομορφιά σου, Δάφνη,

εμπόδιο θα σταθεί σ' αυτό που θες· είσαι ωραία, δε θα πιάσει η ευχή σου.

Την είδε ο Φοίβος και τη λαχταρά και θέλει για γυναίκα του τη Δάφνη -

ό,τι ποθεί το ελπίζει ο θεός, κι αν είναι ο ίδιος μάντης ξεγελιέται.

Πώς καίγονται οι καλαμιές μετά που οι θεριστές μαζώνουνε τα στάρια,

πώς καίγονται στους φράχτες τα ξερά από δαδί που άφηκε διαβάτης

ή στρατοκόπος που άναψε φωτιά και κίνησε χαράματα να φύγει,

παρόμοια και του Φοίβου η πυρκαγιά, ολάκερη η καρδιά του ένα καμίνι.

Από μακριά προσώρας την ποθεί κι η αγάπη του κρεμιέται στην ελπίδα.

Βλέπει τ' αχτένιστά της τα μαλλιά - «αν χτενιζόταν κιόλας», συλλογιέται,

«τι όμορφη θα φάνταζε!» Θωρεί τα δυο μεγάλα φωτεινά της μάτια

που λάμπουν σαν τ' αστέρια τ' ουρανού· το στόμα της θωρεί, τα δυο της

χείλη

που δε χορταίνει μόνο να κοιτά. Τα χέρια της, κι εκείνα τα παινεύει,

δάχτυλα σαν τα κρίνα και καρποί και μπράτσα γυμνωμένα ως απάνω,

και πιο πολύ παινεύει τα κρυφά. Όλα καλά, μόνο που εκείνη φεύγει

γρήγορη σαν τον άνεμο - θεού δεν την κρατούν τα χίλια παρακάλια:

«Νύμφη ωραία, κόρη ποταμού, δεν είμαι εχτρός για να σε κυνηγήσω!

Μακριά απ' τον λύκο τρέχουνε τ' αρνιά, τα ελάφια μακριά απ' το

λιοντάρι,

οι περιστέρες τρέμουν στο φτερό όταν πλακώσει άρπαγας γεράκι -

τρέχουνε να ξεφύγουν τον εχτρό· εγώ σ' ακολουθώ από αγάπη.

Πόσο φοβάμαι, πόσο ανησυχώ μη πέσεις καταγής, βάτοι κι αγκάθια

αναίτια μη σου βλάψουν τα σφυρά, να μην πονέσεις κι είμαι εγώ η αιτία.

Δύσβατος είναι ο τόπος και τραχύς· χαλάρωσε, μη παίρνεις τόση φόρα,

για φρέναρε κομμάτι το φευγιό, κι εγώ ξοπίσω αγάλια ακολουθάω.

Στάσου και ρώτα ποιος σ' αποζητά. Δεν είμαι εγώ χοντράνθρωπος

βουνίσιος,

μήτε τσομπάνης άξεστος· εγώ δε σαλαγάω κοπάδια με γελάδες.

Αστόχαστο κορίτσι, βιαστικό, ποιος είναι αυτός που αρνιέσαι, δεν το

ξέρεις·

αν ήξερες δε θα 'φευγες μακριά. Εγώ είμαι εκείνος που η Κλάρος,

η Τένεδος, τα Πάταρα, οι Δελφοί με ξέρουνε θεό και άρχοντά τους.

Γονιός μου ο Δίας· όσα έχουν συμβεί, συμβαίνουνε και μέλλουν να

συμβούνε

όλα τα φανερώνω - μουσική, τραγούδι, λύρα εγώ τα συνταιριάζω.

Σκοπεύω κι έχω σίγουρη σαϊτιά, μόνο που τώρα αλλουνού σαΐτα

πιο σίγουρη με πήρε στην καρδιά που έγνοια δεν τη βάραινε ως τα τώρα.

Εφεύρημα δικό μου η γιατρική, όλος ο κόσμος για γιατρό με ξέρει,

και τα βοτάνια τα ξαρρωστικά, όπου της γης όλα στους ορισμούς μου.

Όμως, για της αγάπης τον καημό, αλίμονο, δεν βρίσκεται βοτάνι,

κι εκείνος που γιατρεύει αλλουνούς, τον εαυτό του δεν μπορεί να γιάνει».

 

Ήθελε κι άλλα να της πει· εκείνη σκιάχτηκε και το 'βαλε στα πόδια,

άφηκε πίσω τον θεό, και του θεού ημιτελή παράτησε τα λόγια.

Πιο όμορφη απάνω στο φευγιό: ο άνεμος φαινόταν να τη γδύνει,

φυσώντας τη λεπτή της φορεσιά κατάσαρκα στου τρέξιμου τη δίνη,

κι οι αύρες από πίσω μαλακές ανέμιζαν της κεφαλής την κόμη -

όμορφη κόρη, έτρεχε γοργά και γίνονταν πιο όμορφη ακόμη.

Στέρεψε του θεού η υπομονή, «χάνω τα λόγια μου», είπε, «κι είναι κρίμα»,

κι όπως του έδινε το πάθος του ορμή εχύμηξε και άνοιξε το βήμα.

Πώς το ζευγάρι το γαλατικό σβέλτο λαγό στο ίσιωμα ξανοίγει,

κι ενώ τρεχάτο τον ακολουθεί, εκείνος πολεμάει να ξεφύγει·

του πλάκωσε τα πισινά, θαρρείς, λίγο ακόμα και τον έχει φτάσει,

τανύζει τη μουσούδα του μπροστά, λίγο ακόμα και θα τον δαγκάσει.

Τρέχει ο λαγός - ξεφεύγει απ' το σκυλί για πιάστηκε, δεν το γνωρίζει

ακόμα,

τραβιέται απ' τα σαγόνια του εχθρού και ξεμακραίνει απ' τ' ανοιχτό του

στόμα.

Όμοια τρέχαν κόρη και θεός - με πόθο αυτός, εκείνη από τρόμο,

μόνο που ο Φοίβος τρέχει πιο καλά με τα φτερά του Έρωτα στον ώμο.

Δε βρίσκει πια η κόρη ανασασμό, ξοπίσω αυτός κι αυτή ξεθεωμένη

τον νιώθει πως στη ράχη της σιμά και τα λυτά μαλλιά βαριανασαίνει.

Η δύναμή της σώθηκε, χλομή, κατάκοπη απ' της φυγής το μόχθο

έβγαλε απ' τα στήθια της φωνή στρεφόμενη στου Πηνειού τον όχτο:

«Πατέρα, βόηθα. Αν οι ποταμοί λογιάζονται μες στων θεών την τάξη,

απ' τη μορφή που άρεσε πολύ απάλλαξέ με, καν' την να χαλάσει!»

Το λόγο αυτό δεν πρόκανε να πει και λήθαργος τα μέλη της πλακώνει,

λεπτή δεντρίσια φλούδα τρυφερά τύλιξε το κορμάκι της σα ζώνη.

Γίνεται τώρα η κόμη φυλλωσιά, μπράτσα και χέρια γίνονται κλωνάρια,

κι ασάλευτα ριζώνουν μες στη γη τα δυο της γοργοκίνητα ποδάρια.

Η κεφαλή της έγινε κορφή, η λάμψη της επέρασε στο φύλλο.

Δεν παύει ο Φοίβος να την αγαπά, και ακουμπώντας του κορμού το ξύλο,

κάτω απ' τη φρέσκια φλούδα του κορμού νιώθει καρδιά που χτύπαγε

ακόμα.

Τους κλώνους τότε αγκάλιασε σφιχτά, σα να 'τανε τ' αλλοτινό της σώμα

κι έκανε να της δώσει ένα φιλί· κι όπως το ξύλο αποτραβιόταν πίσω,

«σ' αγάπησα», της είπε ο θεός, «κι αφού γυναίκα δε θα σ' αγαπήσω,

το δέντρο που 'χεις γίνει θ' αγαπώ, κι έτσι, σα δάφνη, πάντοτε δικιά μου,

θα στεφανώνεις πάντα εν τιμή κιθάρα και φαρέτρα και μαλλιά μου.

Όπου του Λάτιου οι άρχοντες, κι εσύ, κι όπου κραυγή της νίκης

βακχεμένη

με δάφνινο στεφάνι ο νικητής στο Καπιτώλιο πάντα θ' ανεβαίνει.

Σύμβολο και πιστός φρουρός εσύ θα σημαδεύεις του Αύγουστου το θρόνο,

του ηγεμόνα θα 'σαι θυρεός αγκαλιαστής με της δρυός τον κλώνο.

Σαν το μακρύ κι ακούρευτο μαλλί στου Απόλλωνα το αγέραστο κεφάλι,

όμοια της φυλλωσιάς σου η ομορφιά παντοτινή κι ολόφρεσικα θα

θάλλει!»

Σειώντας αυτή στα λόγια του θεού κλαριά που ήταν νιόβγαλτα ακόμη

της φυλλωσιάς της νεύει την κορφή σα να 'στερξε του Απόλλωνα τη

γνώμη.

(Οβ., Μετ. 1. 452-567, μετ. Θ.Δ. Παπαγγελής [από το βιβλίο Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους. Διαδρομές στις "Μεταμορφώσεις" του Οβίδιου. Ανθολόγηση - μετάφραση: Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής. Αθήνα: Gutenberg,

2009])