Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (549-630)

ΧΟ. καὶ μὴν ἄναξ ὅδ᾽ ἡμὶν Αἰγέως γόνος
550 Θησεὺς κατ᾽ ὀμφὴν σὴν ἀποσταλεὶς πάρα.
ΘΗΣΕΥΣ
πολλῶν ἀκούων ἔν τε τῷ πάρος χρόνῳ
τὰς αἱματηρὰς ὀμμάτων διαφθορὰς
ἔγνωκά σ᾽, ὦ παῖ Λαΐου, τανῦν θ᾽ ὁδοῖς
ἐν ταῖσδ᾽ ἀκούων μᾶλλον ἐξεπίσταμαι·
555 σκευή τε γάρ σε καὶ τὸ δύστηνον κάρα
δηλοῦτον ἡμῖν ὄνθ᾽ ὃς εἶ· καί σ᾽ οἰκτίσας
θέλω ᾽περέσθαι, δύσμορ᾽ Οἰδίπου, τίνα
πόλεως ἐπέστης προστροπὴν ἐμοῦ τ᾽ ἔχων,
αὐτός τε χἠ σὴ δύσμορος παραστάτις.
560 δίδασκε· δεινὴν γάρ τιν᾽ ἂν πρᾶξιν τύχοις
λέξας ὁποίας ἐξαφισταίμην ἐγώ,
ὃς οἶδα καὐτὸς ὡς ἐπαιδεύθην ξένος,
ὥσπερ σύ, χὠς εἷς πλεῖστ᾽ ἀνὴρ ἐπὶ ξένης
ἤθλησα κινδυνεύματ᾽ ἐν τὠμῷ κάρᾳ·
565 ὥστε ξένον γ᾽ ἂν οὐδέν᾽ ὄνθ᾽, ὥσπερ σὺ νῦν,
ὑπεκτραποίμην μὴ οὐ συνεκσῴζειν· ἐπεὶ
ἔξοιδ᾽ ἀνὴρ ὢν χὤτι τῆς εἰς αὔριον
οὐδὲν πλέον μοι σοῦ μέτεστιν ἡμέρας.
ΟΙ. Θησεῦ, τὸ σὸν γενναῖον ἐν σμικρῷ λόγῳ
570 παρῆκεν ὥστε βραχέα μὴ αἰδεῖσθαι φράσαι.
σὺ γάρ μ᾽ ὅς εἰμι κἀφ᾽ ὅτου πατρὸς γεγὼς
καὶ γῆς ὁποίας ἦλθον εἰρηκὼς κυρεῖς·
ὥστ᾽ ἐστί μοι τὸ λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο πλὴν
εἰπεῖν ἃ χρῄζω, χὠ λόγος διοίχεται.
575 ΘΗ. τοῦτ᾽ αὐτὸ νῦν δίδασχ᾽, ὅπως ἂν ἐκμάθω.
ΟΙ. δώσων ἱκάνω τοὐμὸν ἄθλιον δέμας
σοὶ δῶρον, οὐ σπουδαῖον εἰς ὄψιν· τὰ δὲ
κέρδη παρ᾽ αὐτοῦ κρείσσον᾽ ἢ μορφὴ καλή.
ΘΗ. ποῖον δὲ κέρδος ἀξιοῖς ἥκειν φέρων;
580 ΟΙ. χρόνῳ μάθοις ἄν, οὐχὶ τῷ παρόντι που.
ΘΗ. ποίῳ γὰρ ἡ σὴ προσφορὰ δηλώσεται;
ΟΙ. ὅταν θάνω ᾽γὼ καὶ σύ μου ταφεὺς γένῃ.
ΘΗ. τὰ λοίσθι᾽ αἰτῇ τοῦ βίου, τὰ δ᾽ ἐν μέσῳ
ἢ λῆστιν ἴσχεις ἢ δι᾽ οὐδενὸς ποιῇ.
585 ΟΙ. ἐνταῦθα γάρ μοι κεῖνα συγκομίζεται.
ΘΗ. ἀλλ᾽ ἐν βραχεῖ δὴ τήνδε μ᾽ ἐξαιτῇ χάριν.
ΟΙ. ὅρα γε μήν· οὐ σμικρός, οὔχ, ἁγὼν ὅδε.
ΘΗ. πότερα τὰ τῶν σῶν ἐκγόνων ἢ ᾽μοῦ λέγεις;
ΟΙ. κεῖνοι κομίζειν κεῖσ᾽ ἀναγκάζουσί με.
590 ΘΗ. ἀλλ᾽ εἰ θέλοντ᾽ ἄν γ᾽, οὐδὲ σοὶ φεύγειν καλόν.
ΟΙ. ἀλλ᾽ οὐδ᾽, ὅτ᾽ αὐτὸς ἤθελον, παρίεσαν.
ΘΗ. ὦ μῶρε, θυμὸς δ᾽ ἐν κακοῖς οὐ ξύμφορον.
ΟΙ. ὅταν μάθῃς μου, νουθέτει, τανῦν δ᾽ ἔα.
ΘΗ. δίδασκ᾽· ἄνευ γνώμης γὰρ οὔ με χρὴ λέγειν.
595 ΟΙ. πέπονθα, Θησεῦ, δεινὰ πρὸς κακοῖς κακά.
ΘΗ. ἦ τὴν παλαιὰν ξυμφορὰν γένους ἐρεῖς;
ΟΙ. οὐ δῆτ᾽, ἐπεὶ πᾶς τοῦτό γ᾽ Ἑλλήνων θροεῖ.
ΘΗ. τί γὰρ τὸ μεῖζον ἢ κατ᾽ ἄνθρωπον νοσεῖς;
ΟΙ. οὕτως ἔχει μοι· γῆς ἐμῆς ἀπηλάθην
600 πρὸς τῶν ἐμαυτοῦ σπερμάτων· ἔστιν δέ μοι
πάλιν κατελθεῖν μήποθ᾽, ὡς πατροκτόνῳ.
ΘΗ. πῶς δῆτά σ᾽ ἂν πεμψαίαθ᾽, ὥστ᾽ οἰκεῖν δίχα;
ΟΙ. τὸ θεῖον αὐτοὺς ἐξαναγκάζει στόμα.
ΘΗ. ποῖον πάθος δείσαντας ἐκ χρηστηρίων;
605 ΟΙ. ὅτι σφ᾽ ἀνάγκη τῇδε πληγῆναι χθονί.
ΘΗ. καὶ πῶς γένοιτ᾽ ἂν τἀμὰ κἀκείνων πικρά;
ΟΙ. ὦ φίλτατ᾽ Αἰγέως παῖ, μόνοις οὐ γίγνεται
θεοῖσι γῆρας οὐδὲ κατθανεῖν ποτε,
τὰ δ᾽ ἄλλα συγχεῖ πάνθ᾽ ὁ παγκρατὴς χρόνος·
610 φθίνει μὲν ἰσχὺς γῆς, φθίνει δὲ σώματος,
θνῄσκει δὲ πίστις, βλαστάνει δ᾽ ἀπιστία,
καὶ πνεῦμα ταὐτὸν οὔποτ᾽ οὔτ᾽ ἐν ἀνδράσιν
φίλοις βέβηκεν οὔτε πρὸς πόλιν πόλει·
τοῖς μὲν γὰρ ἤδη, τοῖς δ᾽ ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ
615 τὰ τερπνὰ πικρὰ γίγνεται καὖθις φίλα.
καὶ ταῖσι Θήβαις εἰ τανῦν εὐημερεῖ
καλῶς τὰ πρὸς σέ, μυρίας ὁ μυρίος
χρόνος τεκνοῦται νύκτας ἡμέρας τ᾽ ἰών,
ἐν αἷς τὰ νῦν ξύμφωνα δεξιώματα
620 δόρει διασκεδῶσιν ἐκ σμικροῦ λόγου·
ἵν᾽ οὑμὸς εὕδων καὶ κεκρυμμένος νέκυς
ψυχρός ποτ᾽ αὐτῶν θερμὸν αἷμα πίεται,
εἰ Ζεὺς ἔτι Ζεύς, χὠ Διὸς Φοῖβος σαφής.
ἀλλ᾽, οὐ γὰρ αὐδᾶν ἡδὺ τἀκίνητ᾽ ἔπη,
625 ἔα μ᾽ ἐν οἷσιν ἠρξάμην, τὸ σὸν μόνον
πιστὸν φυλάσσων· κοὔποτ᾽ Οἰδίπουν ἐρεῖς
ἀχρεῖον οἰκητῆρα δέξασθαι τόπων
τῶν ἐνθάδ᾽, εἴπερ μὴ θεοὶ ψεύσουσί με.
ΧΟ. ἄναξ, πάλαι καὶ ταῦτα καὶ τοιαῦτ᾽ ἔπη
630 γῇ τῇδ᾽ ὅδ᾽ ἁνὴρ ὡς τελῶν ἐφαίνετο.

ΧΟ. Μα νά, του Αιγέα ο γιος, ο βασιλιάς Θησέας,
550στο κάλεσμά σου ανταποκρίθηκε και φτάνει εδώ.
ΘΗΣΕΑΣ
Από παλιά και από πολλούς ακούγοντας
τον ματωμένο των ματιών σου χαλασμό,
σ᾽ αναγνωρίζω· αλλά κι απ᾽ όσα στον δρόμο μου άκουσα για σένα,
καθώς ερχόμουν, βέβαιος είμαι πια ποιός είσαι.
555Τα ρούχα σου, το σκοτεινό κεφάλι σου δείχνουν σ᾽ εμένα
πως είσαι εσύ, δύσμοιρε Οιδίποδα. Γι᾽ αυτό και συμπονώντας,
θέλω να σε ρωτήσω με ποιά ικεσία προς την πόλη
και σ᾽ εμένα στέκεις εδώ, εσύ κι η δύστυχη κοπέλα
που σε παραστέκει.
560Πες μου να μάθω. Γιατί θα πρέπει αυτό που θα ζητήσεις
να είναι κάτι φοβερό, για να με δεις να κάνω πίσω.
Ξέρω καλά την ξενιτιά, ξένος μεγάλωσα κι εγώ στα ξένα,
όπως κι εσύ, κι απ᾽ τον καθένα περισσότερο σε ξένη χώρα
πάλεψα, παίζοντας το κεφάλι μου.
565Δεν πρόκειται λοιπόν κανέναν ξένο, σαν κι εσένα,
να τον κάνω πέρα, να μην παρασταθώ για να τον σώσω.
Γιατί το ξέρω, άνθρωπος είμαι, το αύριό μου
δεν είναι περισσότερο απ᾽ ό,τι το δικό σου.
ΟΙ. Θησέα, λιγόλογη η γενναιοφροσύνη σου,
570μου επιτρέπει να πω κι εγώ δίχως ντροπή δυο λόγια.
Ποιός είμαι, ποιός ο πατέρας που με γέννησε,
ποιά η πατρίδα μου, τα είπες όλα καθαρά.
Ώστε σ᾽ εμένα πια δεν υπολείπεται άλλο τίποτε,
παρά να πω αυτό που εύχομαι να γίνει — κι εδώ ο λόγος μου
τελειώνει.
575ΘΗ. Πες το λοιπόν, τώρα αμέσως, να το μάθω.
ΟΙ. Είμαι εδώ να σου προσφέρω δώρο
το άθλιο σώμα μου — δεν έχει αξία η όψη του·
κι όμως τα κέρδη του θα δεις πως ξεπερνούν την όποια ομορφιά.
ΘΗ. Και ποιό το κέρδος που ισχυρίζεσαι πως φέρνεις;
580ΟΙ. Αυτό δεν είναι του παρόντος· θα το μάθεις στον καιρό του.
ΘΗ. Και πότε θα φανερωθεί η προσφορά σου;
ΟΙ. Όταν πεθάνω, κι εσύ φροντίσεις την ταφή μου.
ΘΗ. Μιλάς λοιπόν για τα στερνά· τ᾽ ανάμεσα όμως
ή τα λησμονείς ή και καθόλου δεν τα λογαριάζεις
585ΟΙ. Για μένα στη στερνή στιγμή όλα μαζεύονται.
ΘΗ. Έτσι όμως φαίνεται μικρή η χάρη που ζητάς.
ΟΙ. Πρόσεξε ωστόσο· μικρός ο αγώνας της δεν είναι.
ΘΗ. Για τους δικούς σου γιους μιλάς ή και για μένα;
ΟΙ. Θέλουν εκείνοι βίαια να με σηκώσουν και να με πάνε εκεί.
590ΘΗ. Αν όμως το ᾽θελες κι εσύ; καλή η εξορία δεν είναι.
ΟΙ. Κι όμως, όταν το θέλησα, δεν μ᾽ άφησαν να μείνω εκεί.
ΘΗ. Φτωχέ, χωρίς μυαλό· στις συμφορές το πείσμα δεν συμφέρει.
ΟΙ. Πρώτα να μάθεις, κι ύστερα να δίνεις συμβουλές,
προς το παρόν κρατήσου.
ΘΗ. Εξήγησε λοιπόν, γιατί χωρίς να σχηματίσω γνώμη
δεν πρέπει να μιλώ.
595ΟΙ. Έπαθα πάθη αλγεινά, Θησέα, το ᾽να μετά το άλλο.
ΘΗ. Θέλεις να πεις για της γενιάς σου την παλιά εκείνη συμφορά;
ΟΙ. Όχι, καθόλου· γι᾽ αυτήν μιλούν όλοι οι Έλληνες.
ΘΗ. Τότε ποιό μεγαλύτερο κακό σε βασανίζει,
πάνω απ᾽ την αντοχή του ανθρώπου;
ΟΙ. Άκου λοιπόν τί μου συμβαίνει· από τον τόπο μου εξορίστηκα,
600μ᾽ εξόρισαν οι γιοι που εγώ τους έσπειρα, κι απαγορεύεται
για πάντα ως πατροκτόνος πίσω να γυρίσω.
ΘΗ. Πώς γίνεται όμως να σε προσκαλούν, αλλά συνάμα
και να θέλουν χώρια απ᾽ αυτούς να μείνεις;
ΟΙ. Σ᾽ αυτό τους αναγκάζει ο δελφικός χρησμός.
ΘΗ. Ποιό πάθος ο χρησμός τούς κάνει να φοβούνται;
605ΟΙ. Είναι γραφτό τους να δεχτούν πλήγμα από τη χώρα σας.
ΘΗ. Μα πώς μπορεί ν᾽ ανάψει ξαφνικά έχθρα πικρή ανάμεσά μας;
ΟΙ. Ω φίλτατε γιε του Αιγέα, μόνο οι θεοί,
μήτε γερνούν μήτε ποτέ πεθαίνουν. Τα άλλα,
όλα ο πανδαμάτωρ χρόνος τ᾽ αντιστρέφει·
610φθίνει η γονιμότητα της γης, φθίνει του σώματος η δύναμη,
πεθαίνει η πίστη, η απιστία γεννιέται.
Ποτέ του δεν φυσά ίδιος ο άνεμος, που σμίγει φιλικά
άνθρωπο μ᾽ άνθρωπο, πόλη με πόλη.
Σ᾽ άλλους αμέσως, σ᾽ άλλους αργότερα, γυρίζουν
615σε πικρά τα ευχάριστα, και καταλήγουν πάλι φιλικά.
Έτσι και με τη Θήβα· αν τώρα η σχέση της μ᾽ εσάς
ευημερεί, καθώς κυλά αμέτρητος ο χρόνος κι αμέτρητες γεννοβολά
νύχτες και μέρες, μπορεί, γι᾽ ασήμαντη αφορμή,
620την αγαστή ομόνοιά σας με μια μάχη να την τινάξει στον αέρα.
Οπότε το δικό μου σώμα κρύο, θαμμένο κάτω από τη γη,
σ᾽ ύπνο αξύπνητο, θα πιει ζεστό το αίμα τους,
αν παραμένει ο Δίας Δίας, κι αλάθητος ο γιος του ο Φοίβος.
Αλλά δεν είναι ευχάριστο να ανακινείς λόγια ακίνητα·
625γι᾽ αυτό άσε με εμένα εκεί που άρχισα μιλώντας,
κι εσύ κράτησε μόνο την υπόσχεσή σου. Τότε ποτέ σου
δεν θα πεις για τον Οιδίποδα, πως δέχτηκες στον τόπο σου
συγκάτοικο άχρηστο, αν οι θεοί δεν μ᾽ απατήσουν.
ΧΟ. Από ώρα τώρα βασιλιά, αυτά και τέτοια
630φαίνεται στη χώρα να προσφέρει ο ξένος.


ΧΟΡ. Μα νά κι ο γιος του Αιγέα, ο βασιλιάς μας
Θησέας, που στο κάλεσμά σου αμέσως
550γι᾽ αυτά που τον ζητάς κίνησε κι ήρθε.
ΘΗΣΕΥΣ
Από πολλούς ακούοντας κι από πριν
για το σκληρό χαλασμό τω ματιώ σου,
σε γνώρισα, γιε του Λαΐου, και τώρα,
μ᾽ όσα στο δρόμον άκουσα που ερχόμουν,
καλύτερα τα ξέρω· γιατί κι όλη
η αλλαξιά σου και το συφοριασμένο
κεφάλι αυτό σου μου το φανερώνουν
πως είσαι εκείνος που είσαι· και, συμπόνια
γεμάτος, θέλω, πολυπαθιασμένε,
να σε ρωτήσω, Οιδίποδα, ποιάν έχεις
παράκληση στην πόλη και σε μένα
να κάμεις, που μας ήρθες και συ ο ίδιος
κι αυτ᾽ η φτωχούλα που σε παραστέκει.
560Λέγε μου, γιατί θα ᾽πρεπ᾽ ένα πράμα
να ζητάς φοβερό, για να τραβιόμουν
εγώ που ξέρω, γιατί κι ο ίδιος ξένος,
σαν και σένα, μεγάλωσα στα ξένα
και καθώς όποιος κι άλλος πέρασα
σε ξένη γη τους πιο σκληρούς αγώνες
με κίντυνο της κεφαλής μου. Κι έτσι
κανένα ξένο, να ᾽ναι όπως συ τώρα,
ποτέ δε θα τον παρατούσα, δίχως
να κάμω ό,τι μπορώ για να τον σώσω,
γιατί πως είμαι άνθρωπος γνωρίζω
και πως δεν έχω πιο πολύ δική μου
παρ᾽ ό,τι συ την αύριο την ημέρα.
ΟΙΔ. Η ευγένεια, ω Θησέα, της ψυχής σου
με τα λίγα σου λόγια, μου επιτρέπει
570και μένα να μην έχω την ανάγκη
να λέω πολλά· γιατί συ και ποιός είμαι
κι από ποιόν εγεννήθηκα πατέρα
κι από ποιά νά ᾽ρθω κίνησα πατρίδα,
τα ᾽χεις ειπεί· ώστε πια τίποτ᾽ άλλο
δε μένει εμένα, παρά να εξηγήσω
ποιά σού έχω ανάγκη και τελειώνει ο λόγος.
ΘΗΣ. Αυτό λοιπόν και λέγε μου να μάθω.
ΟΙΔ. Να δώσω έχω έρθει το άθλιο το κορμί μου
σε σένα δώρο, όχι σπουδαίο στην όψη,
μα που το κέρδος απ᾽ αυτό θενά ᾽ναι
πολύ πιο ανώτερο απ᾽ την ομορφιά του.
ΘΗΣ. Και ποιό πιστεύεις νά ηρθες άξιο δώρο
να μας φέρεις; ΟΙΔ. Αυτό με τον καιρό
580λέω θα το μάθεις, μα όχι τώρ᾽ ακόμα.
ΘΗΣ. Και ποιό καιρό λοιπόν η προσφορά σου
θα βγει στη μέση; ΟΙΔ. Όταν εγώ πεθάνω
και συ μου γίνεις ο ενταφιαστής μου.
ΘΗΣ. Για τα στερνά σου εσύ μιλάς, μα ό,τ᾽ είναι
κι ανάμεσα, ή ξεχνάς ή δεν τους δίνεις
σημασία καμία. ΟΙΔ. Γιατί σε κείνα
κι όλα τ᾽ άλλα μαζεύονται για μένα.
ΘΗΣ. Μα λοιπόν τότε τίποτα δεν είναι
η χάρη που ζητάς. ΟΙΔ. Μα πρόσεξε όμως·
μικρός δεν είναι ο αγώνας αυτός, όχι.
ΘΗΣ. Τάχα λες για τους γιους σου, ή ίσως για μένα;
ΟΙΔ. Εκείνοι φοβερίζουν να με πάρουν
δια της βίας εκεί. ΘΗΣ. Μα αν δεν το θέλουν,
590ούτε για σένα είναι καλό να ζεις
στην εξορία. ΟΙΔ. Μα ούτε και κείνοι τότε
που ήθελα εγώ το δέχτηκαν να μείνω.
ΘΗΣ. Μα, ω άμυαλε, στις δυστυχείς το πείσμα
καλό δεν κάνει. ΟΙΔ. Όταν θα μ᾽ ακούσεις
συμβούλευε· τώρα άφησ᾽ με κι ας λέω.
ΘΗΣ. Τότ᾽ εξηγήσου· γιατί αν δεν γνωρίζω
και γω δεν πρέπει να μιλώ. ΟΙΔ. Έχω πάθει
συφορές πάνω επανωτές, Θησέα.
ΘΗΣ. Για την παλιά θα πεις της γενεάς σου
τη συφορά; ΟΙΔ. Μα όχι· απ᾽ αυτήν είναι
γιομάτη και τη διαλαλεί μια Ελλάδα.
ΘΗΣ. Τί άλλο λοιπόν ανώτερο απ᾽ του ανθρώπου
τη δύναμη παθαίνεις; ΟΙΔ. Άκου τί ᾽ναι·
απ᾽ τη χώρα μου διώχτηκα, απ᾽ τους ίδιους
600τους γιους μου και δεν ημπορώ ποτέ πια
να πάω πίσω, τάχα ως πατροκτόνος.
ΘΗΣ. Μα πώς λοιπόν θα σε καλούσαν πίσω
κι όμως χώρια να κάθεσαι; ΟΙΔ. Σ᾽ αυτό,
το θεϊκό στόμα θα τους αναγκάσει.
ΘΗΣ. Και τί ο χρησμός τούς κάνει να φοβούνται;
ΟΙΔ. Πως είναι το γραφτό τους να την πάθουν
απ᾽ αυτή σου τη χώρα. ΘΗΣ. Και πώς θα ᾽ταν
έχθρα πικρή ν᾽ ανάψει ανάμεσά μας;
ΟΙΔ. Ε φίλτατέ μου γιε του Αιγέα, μόνο
οι θεοί ποτέ δεν έχουν να γνωρίσουν
γερατειά μήτε θάνατο· όλα τ᾽ άλλα
φέρνει άνω-κάτω ο παντοδύναμος
610ο χρόνος· χάν᾽ η γη τη δύναμή της,
τη χάνει το κορμί, πεθαίν᾽ η πίστη
κι η απιστία φουντώνει· κι ούτε το ίδιο
φυσάει πάντα αγέρι ανάμεσα
σε φίλους, ή από μια στην άλλη πόλη·
γιατί σε τούτους ευτύς κιόλας, σ᾽ άλλους
αργότερα η καλή διάθεση αλλάζει
σε πίκρα και ξανά γυρνά σε αγάπη.
Και με τη Θήβα, αν σήμερα κυλούνε
καλές κι ειρηνικές μαζί σου ημέρες,
μύριες ο μύριος χρόνος που προβαίνει
γεννά μέρες και νύχτες, που σ᾽ αυτές
τη σημερνή σας ταιριασμένη ομόνοια
620θα καταλύσουν με σπαθί στο χέρι
γι᾽ ασήμαντη αφορμή· μα τότε θα ᾽ναι
που το ψυχρό μου το κορμί, στον ύπνο
που θα κοιμάται μες στη γη κρυμμένο,
το ζεστό το αίμα των θα πιει· αν ακόμα
ο Δίας είναι Δίας και προφήτης
αληθινός του Δία ο γιος, ο Φοίβος.
Μα όμως δεν μου έρχεται καλά να λέγω
τ᾽ απόρρητα τα λόγια, κι άφησέ με
μ᾽ όσα είπα στην αρχή· μόνο συ κράτα
την υπόσχεση πὄδωκες σε μένα
και ποτέ δε θα πεις πως άχρηστο έτσι
δέχτηκες τον Οιδίποδα στη γη σου,
εχτός αν οι θεοί δε με γελάσουν.
ΧΟΡ. Βασιλιά μου, κι αυτά κι άλλα παρόμοια
ο άνθρωπος κι από πριν μας υποσχόνταν
630πως για καλό της χώρας θα κάμει.


ΧΟΡ. Μα νά, που φθάνει ο βασιλιάς Θησέας ο γιος του Αιγέα
550γι᾽ αυτά που τον καλέσαμε, καθώς παρακαλούσες.
ΘΗΣΕΑΣ
Από πολλούς ακούγοντας και πρώτα των ματιών σου
το ματοστάλαχτο χαμό, παιδί του Λάιου, σ᾽ είχα
γνωρίσει και τα τωρινά στο δρόμο μου γρικώντας
γνωρίζω σε καλύτερα. Γιατί κι η φορεσιά σου
κι η κεφαλή σου η δύστυχη δείχνουν σ᾽ εμάς ποιός είσαι·
κι αφού πια σε συμπόνεσα να σε ρωτήσω θέλω
δυστυχισμένε Οιδίποδα, σ᾽ αυτό το μέρος ήλθες
ποιό παρακάλεμα έχοντας για με και για τη χώρα,
κι εσύ κι αυτή η βαριόμοιρη παραστεκάμενή σου.
560Λέγε· κι αν έχεις να μου ειπείς κανένα παρακάλιο
μεγάλο, που εξαιτίας του μακριά θενα τραβιόμουν,
εγώ, που ξένος τί θα ειπεί το ξέρω, γιατί ξένος,
καθώς εσύ όταν ήμουνα, το ᾽μαθα και στα ξένα
σαν άντρας εκινδύνεψα πολύ για το κορμί μου,
κι έτσι δε δύνουμαι κρυφά κανένα ν᾽ αποφύγω,
που ξένος είναι, όπως εσύ, για να μη τον βοηθήσω.
Γιατί, πως είμαι άνθρωπος καλά το ξέρω κι ότι
δεν είν᾽ δικό μου τ᾽ αύριο περσότερο από σένα.
ΟΙΔ. Θησέα, η μεγαλοκάρδια σου με λίγα λόγια εφάνη
570γι᾽ αυτό πρέπει με λιγοστά κι εγώ να σου μιλήσω.
Επειδή εσύ ποιός είμ᾽ εγώ και ποιός είν᾽ ο γονιός μου
κι από ποιόν τόπον ήλθα εδώ τα ᾽χεις όλα ειπωμένα·
κι έτσι δε μου απολείπεται να λέω τίποτ᾽ άλλο
παρ᾽ όσα μου χρειάζονται, και τελειώνει ο λόγος.
ΘΗΣ. Λέγε το τούτο στη στιγμή για να το μάθω. ΟΙΔ. Δώρο
για να σου δώσω έρχουμαι τ᾽ άραχλο το κορμί μου,
όχι σπουδαίο στη θωριά· μα είν᾽ απ᾽ αυτό τα κέρδη
τρανότερα ή όσο φαίνεται το πρόσωπό μου ωραίο.
ΘΗΣ. Και ποιό διάφορο φέρνοντας θαρρείς ότι εδώ φτάνεις;
580ΟΙΔ. Θενα το μάθεις κάποτε, με τον καιρό, όχι τώρα.
ΘΗΣ. Και πότε θα φανερωθεί λοιπόν το χάρισμά σου;
ΟΙΔ. Όταν πεθάνω εγώ κι εσύ φροντίσεις να με θάψεις.
ΘΗΣ. Ζητάς της ζήσης τα στερνά· μα όσα στ᾽ ανάμεσα είναι
ή τα ξεχνάς ολότελα ή δεν τα λογαριάζεις.
ΟΙΔ. Γιατί μέσα στο θάψιμο για με βρίσκουνται κείνα.
ΘΗΣ. Μα η χάρη αυτή, που μου ζητάς, πολύ μικρή είναι χάρη.
ΟΙΔ. Όμως για πρόσεξε· μικρό δεν είν᾽ αυτό το πράμα.
ΘΗΣ. Για τα παιδιά σου τάχατε το λες αυτό ή για μένα;
ΟΙΔ. Εκείνοι μ᾽ αναγκάζουνε να πάω κει πέρα πάλι.
590ΘΗΣ. Όμως δεν πρέπει μήτ᾽ εσύ να φεύγεις σαν δε θέλουν.
ΟΙΔ. Μα όταν το ᾽θελα κι εγώ, δε μ᾽ άφηναν να φύγω.
ΘΗΣ. Τρελέ! ο θυμός στις συφορές ωφέλεια δεν είναι.
ΟΙΔ. Όταν μ᾽ ακούσεις, συμβουλές λέγε· τώρα όμως άσ᾽ τες.
ΘΗΣ. Λέγε· γιατί δεν είν᾽ πρεπό να λέω χωρίς να ξέρω.
ΟΙΔ. Θησέα, δοκίμασα κακά, το ένα πάνω στ᾽ άλλο.
ΘΗΣ. Θέλεις να πεις για την παλιά κατάρα της γενιάς σου;
ΟΙΔ. Όχι, καθόλου, γιατί αυτή κάθ᾽ Έλληνας τη λέει.
ΘΗΣ. Τί από τ᾽ ανθρώπινα κακά περσότερο υποφέρνεις;
ΟΙΔ. Έτσ᾽ είναι· απ᾽ την πατρίδα μου μ᾽ εδιώξαν οι σπορές μου
600και πια δεν μου είναι βολετό να πάω κει πέρα πάλι,
γιατί είμαι του πατέρα μου φονιάς. ΘΗΣ. Λοιπόν πώς πίσω
να σε γυρίσουνε μπορούν, ώστε να μένεις χώρια;
ΟΙΔ. Το στόμα το θεοτικό θα τους εξαναγκάσει.
ΘΗΣ. Ποιά δυστυχία φοβούμενοι από τις προφητείες;
ΟΙΔ. Ότι είναι το γραμμένο τους εδώ να σκοτωθούνε.
ΘΗΣ. Και πώς μπορεί έχτρητα να μπει σ᾽ εμένα και σ᾽ εκείνους;
ΟΙΔ. Παιδί του Αιγέα πολυακριβό, μόνο οι θεοί δεν ξέρουν
γεράματα, μηδέ ποτέ πεθαίνουν· μα όλα τ᾽ άλλα
ο παντοδύναμος καιρός τ᾽ αναποδογυρίζει.
610Σβήνει κι η δύναμη της γης και του σωμάτου σβήνει
η πιστοσύνη χάνεται κι η απιστιά γεννιέται,
μήτε ποτές ανάμεσα σε φίλους άντρες μένει
η ίδια γνώμη και μηδέ σε χώρα για άλλη χώρα.
Γιατί σε τούτους τώρα δα κι αργότερα σ᾽ εκείνους
μίσος η αγάπη γίνεται κι ύστερα πάλι αγάπη.
Κι ανίσως τώρ᾽ ανάμεσα σ᾽ εσένα και τη Θήβα
όλα καλά πηγαίνουνε, διαβαίνοντας ο χρόνος
ο αμέτρητος αρίφνητες γεννάει νύχτες κι ημέρες,
που απ᾽ αφορμή παραμικρή σκορπιούνται στους ανέμους
620με πόλεμον οι τωρινές φιλιές και συμμαχίες·
όταν καμιά φορά θα πιει ζεστό το αίμα εκείνων
το κρύο το κουφάρι μου που θα ᾽ναι μες στο χώμα,
αν είναι Ζευς ακόμη ο Ζευς κι αληθινός ο Φοίβος.
Μα αφού δεν είν᾽ πρεπούμενο τ᾽ απόκρυφα να λέω,
σ᾽ αυτά που αρχίνησα άσε με, φυλάγοντας μονάχα
την πιστοσύνη σου· κι εσύ δε θενα πεις ποτέ σου
πως τον Οιδίποδα σ᾽ αυτούς τους τόπους τον εδέχτης
να κάτσει ανώφελα, αν οι θεοί βέβαια δε με γελάσουν.
ΧΟΡ. Ω βασιλιά και πρίντερα στη χώρα πως θα δώσει
630ο άνθρωπος τούτος έταζε και τούτα κι άλλα λόγια.