Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Περὶ τοῦ στεφάνου (18) (276-284)


[276] Καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὥσπερ αὐτὸς ἁπλῶς καὶ μετ᾽ εὐνοίας πάντας εἰρηκὼς τοὺς λόγους, φυλάττειν ἐμὲ καὶ τηρεῖν ἐκέλευεν, ὅπως μὴ παρακρούσομαι μηδ᾽ ἐξαπατήσω, δεινὸν καὶ γόητα καὶ σοφιστὴν καὶ τὰ τοιαῦτ᾽ ὀνομάζων, ὡς ἐὰν πρότερός τις εἴπῃ τὰ προσόνθ᾽ ἑαυτῷ περὶ ἄλλου, καὶ δὴ ταῦθ᾽ οὕτως ἔχοντα, καὶ οὐκέτι τοὺς ἀκούοντας σκεψομένους τίς ποτ᾽ αὐτός ἐστιν ὁ ταῦτα λέγων. ἐγὼ δ᾽ οἶδ᾽ οἶδ᾽ ὅτι γιγνώσκετε τοῦτον ἅπαντες, καὶ πολὺ τούτῳ μᾶλλον ἢ ἐμοὶ νομίζετε ταῦτα προσεῖναι. [277] κἀκεῖν᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι τὴν ἐμὴν δεινότητα—ἔστω γάρ. καίτοι ἔγωγ᾽ ὁρῶ τῆς τῶν λεγόντων δυνάμεως τοὺς ἀκούοντας τὸ πλεῖστον κυρίους· ὡς γὰρ ἂν ὑμεῖς ἀποδέξησθε καὶ πρὸς ἕκαστον ἔχητ᾽ εὐνοίας, οὕτως ὁ λέγων ἔδοξε φρονεῖν. εἰ δ᾽ οὖν ἐστι καὶ παρ᾽ ἐμοί τις ἐμπειρία τοιαύτη, ταύτην μὲν εὑρήσετε πάντες ἐν τοῖς κοινοῖς ἐξεταζομένην ὑπὲρ ὑμῶν ἀεὶ καὶ οὐδαμοῦ καθ᾽ ὑμῶν οὐδ᾽ ἰδίᾳ, τὴν δὲ τούτου τοὐναντίον οὐ μόνον τῷ λέγειν ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ καὶ εἴ τις ἐλύπησέ τι τοῦτον ἢ προσέκρουσέ που, κατὰ τούτων. οὐ γὰρ αὐτῇ δικαίως, οὐδ᾽ ἐφ᾽ ἃ συμφέρει τῇ πόλει, χρῆται. [278] οὔτε γὰρ τὴν ὀργὴν οὔτε τὴν ἔχθραν οὔτ᾽ ἄλλ᾽ οὐδὲν τῶν τοιούτων τὸν καλὸν κἀγαθὸν πολίτην δεῖ τοὺς ὑπὲρ τῶν κοινῶν εἰσεληλυθότας δικαστὰς ἀξιοῦν αὑτῷ βεβαιοῦν, οὐδ᾽ ὑπὲρ τούτων εἰς ὑμᾶς εἰσιέναι, ἀλλὰ μάλιστα μὲν μὴ ἔχειν ταῦτ᾽ ἐν τῇ φύσει, εἰ δ᾽ ἄρ᾽ ἀνάγκη, πράως καὶ μετρίως διακείμεν᾽ ἔχειν. ἐν τίσιν οὖν σφοδρὸν εἶναι τὸν πολιτευόμενον καὶ τὸν ῥήτορα δεῖ; ἐν οἷς τῶν ὅλων τι κινδυνεύεται τῇ πόλει, καὶ ἐν οἷς πρὸς τοὺς ἐναντίους ἐστὶ τῷ δήμῳ, ἐν τούτοις· ταῦτα γὰρ γενναίου καὶ ἀγαθοῦ πολίτου. [279] μηδενὸς δ᾽ ἀδικήματος πώποτε δημοσίου, προσθήσω δὲ μηδ᾽ ἰδίου, δίκην ἀξιώσαντα λαβεῖν παρ᾽ ἐμοῦ μήθ᾽ ὑπὲρ τῆς πόλεως μήθ᾽ ὑπὲρ αὑτοῦ, στεφάνου καὶ ἐπαίνου κατηγορίαν ἥκειν συνεσκευασμένον καὶ τοσουτουσὶ λόγους ἀνηλωκέναι ἰδίας ἔχθρας καὶ φθόνου καὶ μικροψυχίας ἐστὶ σημεῖον, οὐδενὸς χρηστοῦ. τὸ δὲ δὴ καὶ τοὺς πρὸς ἔμ᾽ αὐτὸν ἀγῶνας ἐάσαντα νῦν ἐπὶ τόνδ᾽ ἥκειν, καὶ πᾶσαν ἔχει κακίαν. [280] καί μοι δοκεῖς ἐκ τούτων, Αἰσχίνη, λόγων ἐπίδειξίν τινα καὶ φωνασκίας βουλόμενος ποιήσασθαι τοῦτον προελέσθαι τὸν ἀγῶνα, οὐκ ἀδικήματος οὐδενὸς λαβεῖν τιμωρίαν. ἔστι δ᾽ οὐχ ὁ λόγος τοῦ ῥήτορος, Αἰσχίνη, τίμιον, οὐδ᾽ ὁ τόνος τῆς φωνῆς, ἀλλὰ τὸ ταὐτὰ προαιρεῖσθαι τοῖς πολλοῖς καὶ τὸ τοὺς αὐτοὺς μισεῖν καὶ φιλεῖν οὕσπερ ἂν ἡ πατρίς. [281] ὁ γὰρ οὕτως ἔχων τὴν ψυχήν, οὗτος ἐπ᾽ εὐνοίᾳ πάντ᾽ ἐρεῖ· ὁ δ᾽ ἀφ᾽ ὧν ἡ πόλις προορᾶταί τινα κίνδυνον ἑαυτῇ, τούτους θεραπεύων οὐκ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁρμεῖ τοῖς πολλοῖς, οὔκουν οὐδὲ τῆς ἀσφαλείας τὴν αὐτὴν ἔχει προσδοκίαν. ἀλλ᾽, ὁρᾷς; ἐγώ· ταὐτὰ γὰρ συμφέρονθ᾽ εἱλόμην τουτοισί, καὶ οὐδὲν ἐξαίρετον οὐδ᾽ ἴδιον πεποίημαι. [282] ἆρ᾽ οὖν οὐδὲ σύ; καὶ πῶς; ὃς εὐθέως μετὰ τὴν μάχην πρεσβευτὴς ἐπορεύου πρὸς Φίλιππον, ὃς ἦν τῶν ἐν ἐκείνοις τοῖς χρόνοις συμφορῶν αἴτιος τῇ πατρίδι, καὶ ταῦτ᾽ ἀρνούμενος πάντα τὸν ἔμπροσθε χρόνον ταύτην τὴν χρείαν, ὡς πάντες ἴσασιν. καίτοι τίς ὁ τὴν πόλιν ἐξαπατῶν; οὐχ ὁ μὴ λέγων ἃ φρονεῖ; τῷ δ᾽ ὁ κῆρυξ καταρᾶται δικαίως; οὐ τῷ τοιούτῳ; τί δὲ μεῖζον ἔχοι τις ἂν εἰπεῖν ἀδίκημα κατ᾽ ἀνδρὸς ῥήτορος ἢ εἰ μὴ ταὐτὰ φρονεῖ καὶ λέγει; [283] σὺ τοίνυν οὗτος εὑρέθης. εἶτα σὺ φθέγγει καὶ βλέπειν εἰς τὰ τούτων πρόσωπα τολμᾷς; πότερ᾽ οὐχ ἡγεῖ γιγνώσκειν αὐτοὺς ὅστις εἶ; ἢ τοσοῦτον ὕπνον καὶ λήθην ἅπαντας ἔχειν ὥστ᾽ οὐ μεμνῆσθαι τοὺς λόγους οὓς ἐδημηγόρεις ἐν τῷ πολέμῳ, καταρώμενος καὶ διομνύμενος μηδὲν εἶναι σοὶ καὶ Φιλίππῳ πρᾶγμα, ἀλλ᾽ ἐμὲ τὴν αἰτίαν σοι ταύτην ἐπάγειν τῆς ἰδίας ἕνεκ᾽ ἔχθρας, οὐκ οὖσαν ἀληθῆ. [284] ὡς δ᾽ ἀπηγγέλθη τάχισθ᾽ ἡ μάχη, οὐδὲν τούτων φροντίσας εὐθέως ὡμολόγεις καὶ προσεποιοῦ φιλίαν καὶ ξενίαν εἶναί σοι πρὸς αὐτόν, τῇ μισθαρνίᾳ ταῦτα μετατιθέμενος τὰ ὀνόματα· ἐκ ποίας γὰρ ἴσης ἢ δικαίας προφάσεως Αἰσχίνῃ τῷ Γλαυκοθέας τῆς τυμπανιστρίας ξένος ἢ φίλος ἢ γνώριμος ἦν Φίλιππος; ἐγὼ μὲν οὐχ ὁρῶ, ἀλλ᾽ ἐμισθώθης ἐπὶ τῷ τὰ τουτωνὶ συμφέροντα διαφθείρειν. ἀλλ᾽ ὅμως, οὕτω φανερῶς αὐτὸς εἰλημμένος προδότης καὶ κατὰ σαυτοῦ μηνυτὴς ἐπὶ τοῖς συμβᾶσιν γεγονώς, ἐμοὶ λοιδορεῖ καὶ ὀνειδίζεις ταῦτα, ὧν πάντας μᾶλλον αἰτίους εὑρήσεις.


[276] Και κοντά στα άλλα, λες και όσα έχει πει ήταν όλα ειλικρινή και έδειχναν φιλική διάθεση, σας συμβούλευσε να φυλάγεστε από μένα και να προσέχετε μήπως σας παρασύρω και σας εξαπατήσω, αποκαλώντας με φοβερό ρήτορα, γητευτή, σοφιστή και όλα τα παρόμοια. Πιστεύει, προφανώς, ότι, αν κάποιος αποδώσει πρώτος σε άλλον χαρακτηρισμούς που ταιριάζουν στον ίδιο, πράγματι έτσι έχουν αυτά και ότι δεν θα εξετάσουν πια οι ακροατές ποιός τέλος πάντων είναι αυτός που λέει αυτά. Εγώ όμως είμαι σίγουρος ότι όλοι ξέρετε το ποιόν του και πιστεύετε ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί ταιριάζουν πολύ περισσότερο σ᾽ αυτόν παρά σε μένα. [277] Επίσης, είμαι σίγουρος ότι τη δική μου ρητορική δεινότητα — αλλά ας είναι. Ωστόσο βλέπω ότι τις περισσότερες φορές οι ακροατές είναι αρμόδιοι να κρίνουν τη ρητορική ικανότητα των ομιλητών· γιατί η εξυπνάδα του ρήτορα θα κριθεί από την εκ μέρους σας αποδοχή των λόγων του και τη φιλική διάθεση που θα κρατήσετε απέναντί του. Εάν λοιπόν έχω και εγώ κάποια τέτοια ικανότητα, θα διαπιστώσετε όλοι σας ότι τη χρησιμοποιούσα πάντοτε για τις κοινές υποθέσεις, για το συμφέρον σας, και σε καμιά περίπτωση εναντίον σας, ούτε και για ιδιωτικές υποθέσεις. Αντίθετα, η δική του ικανότητα θα διαπιστώσετε ότι χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο στο να συνηγορεί υπέρ των εχθρών αλλά και εναντίον μεμονωμένων ατόμων, αν κάποιος τον έβλαψε σε κάτι ή ήρθε σε σύγκρουση μαζί του σε κάποια περίπτωση. Γιατί ούτε έντιμα τη χρησιμοποιεί ούτε και για τα συμφέροντα της πόλης. [278] Ο καλός και ενάρετος πολίτης δεν πρέπει να απαιτεί από τους δικαστές, που ήρθαν εδώ για τα κοινά ζητήματα, να του ικανοποιούν ούτε την οργή ούτε την έχθρα ούτε και κανένα άλλο από τα παρόμοια πάθη της ψυχής, ούτε και είναι σωστό να παρουσιάζεται ενώπιόν σας γι᾽ αυτά τα ζητήματα· πάνω από όλα πρέπει να μην έχει από φυσικού του αυτά τα πάθη· αν όμως του είναι έμφυτα, τότε οφείλει να τα εξωτερικεύει με ηρεμία και με μέτρο. Σε ποιές περιπτώσεις τότε πρέπει να είναι παθιασμένος ο πολιτικός και ο ρήτορας; Στις περιπτώσεις που διακυβεύονται τα συμφέροντα της πόλης στο σύνολό τους και σ᾽ εκείνες που ο λαός, βρίσκεται στην ανάγκη να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του, σ᾽ αυτές και μόνο τις περιπτώσεις. Αυτό το πάθος πρέπει να χαρακτηρίζει έναν γενναίο και συνετό πολίτη. [279] Αλλά για έναν άνθρωπο που δεν ζήτησε ποτέ ως τώρα να τιμωρηθώ για κανένα δημόσιο αδίκημα, και θα προσθέσω, ούτε και ιδιωτικό ούτε για λογαριασμό της πόλης ούτε για δικό του, το να έρχεται τώρα με καλά σχεδιασμένη κατηγορία για την απονομή στεφάνου και επαίνου και το να έχει σπαταλήσει όλους αυτούς τους λόγους για το ζήτημα αυτό, είναι απόδειξη προσωπικής έχθρας, φθόνου και μικροψυχίας και όχι ανθρώπου με χρηστά ήθη. Εξάλλου, το ότι εγκατέλειψε την αντιπαράθεση προς εμένα προσωπικά και επιτίθεται τώρα εναντίον αυτού εδώ του Κτησιφώντα, αυτό πια δείχνει τη μοχθηρία του σε όλο το μεγαλείο της. [280] Με όλα αυτά, Αισχίνη, μου δίνεις την εντύπωση ότι επιδίωξες αυτή τη δίκη, επειδή ήθελες να επιδείξεις τις ρητορικές και φωνητικές σου ικανότητες και όχι για να λάβεις ικανοποίηση για κάποιο αδίκημα. Αυτό που αξίζει όμως Αισχίνη, δεν είναι ο λόγος του ρήτορα ούτε και η ένταση της φωνής του, αλλά να επιλέγει την ίδια πολιτική με τον λαό και να έχει τους ίδιους ακριβώς εχθρούς και φίλους που έχει και η πατρίδα του. [281] Γιατί όποιος είναι έτσι ψυχικά προετοιμασμένος, όλα όσα θα λέει, θα είναι με καλή διάθεση· όποιος όμως υπηρετεί αυτούς από τους οποίους προβλέπει η πόλη κάποιο κίνδυνο, αυτός δεν στηρίζεται στις ίδιες ελπίδες με τον λαό, και επομένως δεν περιμένει και τη σιγουριά του από εκεί που την περιμένει ο λαός. Αλλά, εγώ, το βλέπεις; Έχω ταυτίσει τα συμφέροντά μου με τα συμφέροντα αυτών εδώ και δεν έχω κάνει τίποτε έξω από τα δικά τους συμφέροντα, ούτε κάτι για τον εαυτό μου. [282] Μπορείς και εσύ να πεις το ίδιο; Όχι βέβαια. Εσύ αμέσως μετά τη μάχη αναχωρούσες ως πρεσβευτής προς τον Φίλιππο, τον υπαίτιο των συμφορών της πατρίδας εκείνη την περίοδο, όταν μάλιστα αρνιόσουν, όπως γνωρίζουν όλοι, όλο τον προηγούμενο καιρό αυτή την αποστολή. Ποιός αλήθεια είναι αυτός που εξαπατά την πόλη; Δεν είναι αυτός που δεν λέει όσα αισθάνεται; Ποιόν καταριέται δίκαια ο κήρυκας; Όχι έναν τέτοιο άνθρωπο; Ποιό μεγαλύτερο έγκλημα θα μπορούσε κανείς να καταλογίσει σε έναν ρήτορα, αν όχι την ασυμφωνία σκέψης και λόγου; [283] Αποδείχτηκε λοιπόν ότι εσύ είσαι αυτός. Παρ᾽ όλα αυτά υψώνεις τη φωνή σου και τολμάς να αντικρίζεις τα πρόσωπα αυτών εδώ των ανθρώπων; Νομίζεις ότι δεν ξέρουν αυτοί ποιός είσαι; Ή πιστεύεις ότι όλοι έχουν πέσει σε τόσο βαθύ ύπνο και λήθαργο ώστε να μη θυμούνται τους λόγους που εκφωνούσες μπροστά στον λαό, ενώ συνεχιζόταν ακόμη ο πόλεμος, όταν καταριόσουν τον εαυτό σου και ορκιζόσουν ότι δεν υπάρχει τίποτε το κοινό ανάμεσα σ᾽ εσένα και στον Φίλιππο, αλλά ότι εγώ από προσωπική έχθρα αποδίδω σ᾽ εσένα αυτή την ψευδή κατηγορία; [284] Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει η είδηση για το αποτέλεσμα της μάχης και αμέσως αδιαφόρησες εντελώς γι᾽ αυτά, παραδεχόσουν τώρα ανοιχτά αυτά που αρνιόσουν προηγουμένως και έλεγες πως είχες τάχα δεσμό φιλίας και φιλοξενίας με τον Φίλιππο, κρύβοντας με αυτές τις λέξεις ότι ήσουν μίσθαρνο όργανό του. Γιατί με ποιά πρόφαση ισότητας ή βάσει ποιού δικαίου θα μπορούσε να ήταν ο Φίλιππος οικοδεσπότης ή φίλος ή γνωστός του Αισχίνη, του γιου της Γλαυκοθέας της τυμπανίστριας; Εγώ τουλάχιστον δεν τη βλέπω· αυτό που βλέπω όμως είναι ότι έγινες μίσθαρνο όργανο του Φιλίππου για να βλάψεις τα συμφέροντα αυτών εδώ. Και όμως, εσύ, ένας δημόσια αναγνωρισμένος προδότης που κατάγγειλες ο ίδιος τον εαυτό σου για τα όσα συνέβησαν, λοιδορείς και κατηγορείς εμένα για πράγματα για τα οποία θα βρεις τους πάντες να έχουν μεγαλύτερη ευθύνη από μένα.