Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Περὶ τοῦ στεφάνου (18) (9-16)


[9] Εἰ μὲν οὖν περὶ ὧν ἐδίωκε μόνον κατηγόρησεν Αἰσχίνης, κἀγὼ περὶ αὐτοῦ τοῦ προβουλεύματος εὐθὺς ἂν ἀπελογούμην· ἐπειδὴ δ᾽ οὐκ ἐλάττω λόγον τἄλλα διεξιὼν ἀνήλωκε καὶ τὰ πλεῖστα κατεψεύσατό μου, ἀναγκαῖον εἶναι νομίζω καὶ δίκαιον ἅμα βραχέ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ τούτων εἰπεῖν πρῶτον, ἵνα μηδεὶς ὑμῶν τοῖς ἔξωθεν λόγοις ἠγμένος ἀλλοτριώτερον τῶν ὑπὲρ τῆς γραφῆς δικαίων ἀκούῃ μου.
[10] Περὶ μὲν δὴ τῶν ἰδίων ὅσα λοιδορούμενος βεβλασφήμηκεν περὶ ἐμοῦ, θεάσασθ᾽ ὡς ἁπλᾶ καὶ δίκαια λέγω. εἰ μὲν ἴστε με τοιοῦτον οἷον οὗτος ᾐτιᾶτο (οὐ γὰρ ἄλλοθί που βεβίωκ᾽ ἢ παρ᾽ ὑμῖν), μηδὲ φωνὴν ἀνάσχησθε, μηδ᾽ εἰ πάντα τὰ κοινὰ ὑπέρευ πεπολίτευμαι, ἀλλ᾽ ἀναστάντες καταψηφίσασθ᾽ ἤδη· εἰ δὲ πολλῷ βελτίω τούτου καὶ ἐκ βελτιόνων, καὶ μηδενὸς τῶν μετρίων, ἵνα μηδὲν ἐπαχθὲς λέγω, χείρονα καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς ἐμοὺς ὑπειλήφατε καὶ γιγνώσκετε, τούτῳ μὲν μηδ᾽ ὑπὲρ τῶν ἄλλων πιστεύετε (δῆλον γὰρ ὡς ὁμοίως ἅπαντ᾽ ἐπλάττετο), ἐμοὶ δ᾽, ἣν παρὰ πάντα τὸν χρόνον εὔνοιαν ἐνδέδειχθ᾽ ἐπὶ πολλῶν ἀγώνων τῶν πρότερον, καὶ νυνὶ παράσχεσθε. [11] κακοήθης δ᾽ ὤν, Αἰσχίνη, τοῦτο παντελῶς εὔηθες ᾠήθης, τοὺς περὶ τῶν πεπραγμένων καὶ πεπολιτευμένων λόγους ἀφέντα με πρὸς τὰς λοιδορίας τὰς παρὰ σοῦ τρέψεσθαι. οὐ δὴ ποιήσω τοῦτο· οὐχ οὕτω τετύφωμαι· ἀλλ᾽ ὑπὲρ μὲν τῶν πεπολιτευμένων ἃ κατεψεύδου καὶ διέβαλλες ἐξετάσω, τῆς δὲ πομπείας ταύτης τῆς ἀνέδην γεγενημένης, ὕστερον, ἂν βουλομένοις ᾖ τουτοισί, μνησθήσομαι.
[12] Τὰ μὲν οὖν κατηγορημένα πολλά, καὶ περὶ ὧν ἐνίων μεγάλας καὶ τὰς ἐσχάτας οἱ νόμοι διδόασι τιμωρίας, τοῦ δὲ παρόντος ἀγῶνος ἡ προαίρεσις αὕτη· ἐχθροῦ μὲν ἐπήρειαν ἔχει καὶ ὕβριν καὶ λοιδορίαν καὶ προπηλακισμὸν ὁμοῦ καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα, τῶν μέντοι κατηγοριῶν καὶ τῶν αἰτιῶν τῶν εἰρημένων, εἴπερ ἦσαν ἀληθεῖς, οὐκ ἔνι τῇ πόλει δίκην ἀξίαν λαβεῖν, οὐδ᾽ ἐγγύς. [13] οὐ γὰρ ἀφαιρεῖσθαι δεῖ τὸ προσελθεῖν τῷ δήμῳ καὶ λόγου τυχεῖν, οὐδ᾽ ἐν ἐπηρείας τάξει καὶ φθόνου τοῦτο ποιεῖν· οὔτε μὰ τοὺς θεοὺς ὀρθῶς ἔχον οὔτε πολιτικὸν οὔτε δίκαιόν ἐστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· ἀλλ᾽ ἐφ᾽ οἷς ἀδικοῦντά μ᾽ ἑώρα τὴν πόλιν, οὖσί γε τηλικούτοις ἡλίκα νῦν ἐτραγῴδει καὶ διεξῄει, ταῖς ἐκ τῶν νόμων τιμωρίαις παρ᾽ αὐτὰ τἀδικήματα χρῆσθαι, εἰ μὲν εἰσαγγελίας ἄξια πράττονθ᾽ ἑώρα, εἰσαγγέλλοντα καὶ τοῦτον τὸν τρόπον εἰς κρίσιν καθιστάντα παρ᾽ ὑμῖν, εἰ δὲ γράφοντα παράνομα, παρανόμων γραφόμενον· οὐ γὰρ δήπου Κτησιφῶντα μὲν δύναται διώκειν δι᾽ ἐμέ, ἐμὲ δ᾽, εἴπερ ἐξελέγξειν ἐνόμιζεν, αὐτὸν οὐκ ἂν ἐγράψατο. [14] καὶ μὴν εἴ τι τῶν ἄλλων ὧν νυνὶ διέβαλλε καὶ διεξῄει ἢ καὶ ἄλλ᾽ ὁτιοῦν ἀδικοῦντά μ᾽ ὑμᾶς ἑώρα, εἰσὶ νόμοι περὶ πάντων καὶ τιμωρίαι, καὶ ἀγῶνες καὶ κρίσεις πικρὰ καὶ μεγάλ᾽ ἔχουσαι τἀπιτίμια, καὶ τούτοις ἐξῆν ἅπασι χρῆσθαι, καὶ ὁπηνίκ᾽ ἐφαίνετο ταῦτα πεποιηκὼς καὶ τοῦτον τὸν τρόπον κεχρημένος τοῖς πρὸς ἐμέ, ὡμολογεῖτ᾽ ἂν ἡ κατηγορία τοῖς ἔργοις αὐτοῦ. [15] νῦν δ᾽ ἐκστὰς τῆς ὀρθῆς καὶ δικαίας ὁδοῦ καὶ φυγὼν τοὺς παρ᾽ αὐτὰ τὰ πράγματ᾽ ἐλέγχους, τοσούτοις ὕστερον χρόνοις αἰτίας καὶ σκώμματα καὶ λοιδορίας συμφορήσας ὑποκρίνεται· εἶτα κατηγορεῖ μὲν ἐμοῦ, κρίνει δὲ τουτονί, καὶ τοῦ μὲν ἀγῶνος ὅλου τὴν πρὸς ἔμ᾽ ἔχθραν προΐσταται, οὐδαμοῦ δ᾽ ἐπὶ ταύτην ἀπηντηκὼς ἐμοὶ τὴν ἑτέρου ζητῶν ἐπιτιμίαν ἀφελέσθαι φαίνεται. [16] καίτοι πρὸς ἅπασιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῖς ἄλλοις οἷς ἂν εἰπεῖν τις ὑπὲρ Κτησιφῶντος ἔχοι, καὶ τοῦτ᾽ ἔμοιγε δοκεῖ καὶ μάλ᾽ εἰκότως ἂν λέγειν, ὅτι τῆς ἡμετέρας ἔχθρας ἡμᾶς ἐφ᾽ ἡμῶν αὐτῶν δίκαιον ἦν τὸν ἐξετασμὸν ποιεῖσθαι, οὐ τὸ μὲν πρὸς ἀλλήλους ἀγωνίζεσθαι παραλείπειν, ἑτέρῳ δ᾽ ὅτῳ κακόν τι δώσομεν ζητεῖν· ὑπερβολὴ γὰρ ἀδικίας τοῦτό γε.


[9] Εάν λοιπόν ο Αισχίνης με κατηγορούσε μόνο για όσα ζητήματα αναφέρονταν στην καταγγελία του, θα περιόριζα και εγώ την απολογία μου κατευθείαν στην προκαταρκτική απόφαση της Βουλής. Επειδή όμως αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του λόγου του αναπτύσσοντας άσχετα θέματα, και μάλιστα αράδιασε ένα σωρό ψέματα εναντίον μου, θεωρώ ότι είναι αναγκαίο και συνάμα δίκαιο, Αθηναίοι, να πω στην αρχή λίγα λόγια γι᾽ αυτά τα θέματα, για να μην παρασυρθεί κανένας από σας από λόγια άσχετα με την υπόθεση και παραξενευτεί ακούγοντας την υπεράσπισή μου σχετικά με την καταγγελία.
[10] Σχετικά λοιπόν με όσες βλασφημίες έχει εκστομίσει για την ιδιωτική μου ζωή χλευάζοντάς με, κοιτάξτε πόσο ευθεία και δίκαιη είναι η απάντησή μου. Αν λοιπόν με ξέρετε να είμαι τέτοιος που ο Αισχίνης με παρέστησε με τις κατηγορίες του (δεν έχω ζήσει, άλλωστε, και κάπου αλλού παρά ανάμεσά σας), μην ανεχθείτε μήτε και τη φωνή μου, και αν ακόμη έχω διαχειριστεί τις δημόσιες υποθέσεις παραπάνω από καλά, αλλά σηκωθείτε και καταδικάστε με χωρίς καμιά επιφύλαξη. Αν όμως έχετε σχηματίσει τη γνώμη για μένα και ξέρετε ότι είμαι πολύ καλύτερος από αυτόν και από καλύτερους γονείς και ακόμη ότι τόσο εγώ προσωπικά όσο και οι δικοί μου άνθρωποι είμαστε, για να μην πω τίποτε το προσβλητικό, τόσο καλοί όσο ο μέσος όρος των ευυπόληπτων πολιτών, τότε μήτε καν να δίνετε πίστη σ᾽ αυτόν για τις εν γένει καταγγελίες του (γιατί προφανώς είναι όλες κατά τον ίδιο τρόπο χαλκευμένες), σε μένα όμως δείξτε και σήμερα την εύνοια που μου έχετε δείξει σε όλη μου τη ζωή σε πολλές προηγούμενες δίκες. [11] Αλλά, ενώ είσαι πανούργος, Αισχίνη, φάνηκες εντελώς αφελής πιστεύοντας ότι εγώ θα αφήσω κατά μέρος τη συζήτηση για τις ενέργειές μου ως ιδιώτη και πολιτικού ανδρός και θα στραφώ προς τις λοιδορίες σου. Δεν πρόκειται βέβαια να το κάνω αυτό· δεν είμαι τόσο ανόητος. Αλλά θα εξετάσω πρώτα όσα ψέματα και συκοφαντίες εκτόξευες εναντίον μου για την πολιτική μου δράση, και στη συνέχεια, αν αυτοί εδώ οι δικαστές επιθυμούν να με ακούσουν, θα αναφερθώ στον εκ μέρους σου γνωστό και ασύστολο διασυρμό.
[12] Τα εγκλήματα λοιπόν για τα οποία με κατηγορεί είναι πολλά και για μερικά από αυτά οι νόμοι επιβάλλουν αυστηρές ποινές και ακόμη και την εσχάτη των ποινών. Ο στόχος όμως της σημερινής δίκης είναι ο ακόλουθος: ενέχει κακία και αποβλέπει σε εξευτελισμό, λοιδορία, προπηλακισμό και μαζί όλα τα παρόμοια· αλλά για τις κατηγορίες και τις αιτιάσεις που έχουν διατυπωθεί, αν πράγματι ήταν αληθείς, δεν μπορεί η πόλη να μου επιβάλει ικανοποιητική τιμωρία, ούτε κατά προσέγγιση. [13] Γιατί δεν πρέπει να αφαιρείται από κάποιον το δικαίωμα να παρουσιαστεί στο λαϊκό δικαστήριο και να πάρει τον λόγο, ούτε ακόμη να γίνεται αυτό από κακεντρέχεια και φθόνο. Μά τους θεούς, Αθηναίοι, δεν είναι ούτε σωστό ούτε δημοκρατικό, ούτε δίκαιο. Αλλά, αν με έβλεπε να διαπράττω σε βάρος της πόλης αδικήματα, και μάλιστα τόσο φοβερά όσο αυτά που τώρα περιέγραφε και ανέπτυσσε με τρόπο δραματικό, όφειλε να επωφεληθεί από τις τιμωρίες που προβλέπονταν από τους νόμους την ώρα που διαπράττονταν αυτά τα αδικήματα, καταγγέλλοντάς με και με αυτόν τον τρόπο εισάγοντάς με σε δίκη ενώπιόν σας, αν βέβαια με έβλεπε να διαπράττω αδικήματα άξια καταγγελίας, ή μηνύοντάς με για εισήγηση παράνομων ψηφισμάτων, αν με έβλεπε να κάνω παράνομες προτάσεις. Γιατί σίγουρα δεν μπορεί για λογαριασμό μου να διώξει δικαστικά τον Κτησιφώντα, αλλά ούτε αυτόν θα είχε καταγγείλει, αν πράγματι πίστευε ότι θα μπορούσε να αποδείξει την ενοχή μου. [14] Επίσης, αν με έβλεπε να διαπράττω εις βάρος σας κάποιο από τα άλλα αδικήματα που μόλις τώρα συκοφαντικά απαριθμούσε ή ακόμη οποιοδήποτε άλλο, υπάρχουν για όλα νόμοι, τιμωρίες, νομικές διαδικασίες και δικαστικές αποφάσεις, που επισύρουν σκληρές ποινές και βαριά πρόστιμα, και όλα αυτά μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μου. Και, εάν είχε κάνει φανερά αυτά και, ακολουθώντας αυτόν τον τρόπο, είχε χρησιμοποιήσει τα νόμιμα μέσα που ταίριαζαν στην περίπτωσή μου, τότε η κατηγορία του θα συμφωνούσε με τα έργα του. [15] Τώρα όμως, αφού βγήκε από τον σωστό και δίκαιο δρόμο και απέφυγε να παρουσιάσει τις αποδείξεις την ώρα που συνέβησαν τα ίδια τα γεγονότα, ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα συσσώρευσε αιτιάσεις, σκώμματα και λοιδορίες και τις απαγγέλλει σαν θεατρίνος. Έπειτα, ενώ κατηγορεί εμένα, εισάγει σε δίκη τον Κτησιφώντα. Θεωρεί ως κυριότερη αιτία της όλης αντιπαράθεσης την έχθρα του προς εμένα, αλλά, χωρίς να έχει αναμετρηθεί μαζί μου πουθενά γι᾽ αυτή την έχθρα, είναι φανερό ότι επιδιώκει να στερήσει τα πολιτικά δικαιώματα κάποιου άλλου. [16] Και όμως, κοντά σε όλα τα άλλα επιχειρήματα που θα μπορούσε κάποιος να επικαλεσθεί, Αθηναίοι, υπέρ του Κτησιφώντος, εγώ τουλάχιστον νομίζω πως πολύ δικαιολογημένα θα μπορούσε να αναφέρει τούτο, ότι έντιμο θα ήταν να αντιμετωπίζουμε την προσωπική μας έχθρα εμείς μεταξύ μας και όχι να παραμερίσουμε τον ανταγωνισμό μας και να αναζητούμε κάποιον άλλον για να του κάνουμε κακό· γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολική αδικία.