Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΓΓΟΣ

Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (2.39.6-3.4.5)

ΛΟΓΟΣ Γ’
[3.1.1] Μιτυληναῖοι δὲ ὡς ᾔσθοντο τὸν ἐπίπλουν τῶν δέκα νεῶν καί τινες ἐμήνυσαν αὐτοῖς τὴν ἁρπαγὴν ἐλθόντες ἐκ τῶν ἀγρῶν, οὐκ ἀνασχετὸν νομίσαντες ταῦτα ἐκ Μηθυμναίων παθεῖν, ἔγνωσαν καὶ αὐτοὶ τὴν ταχίστην ἐπ᾽ αὐτοὺς ὅπλα κινεῖν· [3.1.2] καὶ καταλέξαντες ἀσπίδα τρισχιλίαν καὶ ἵππον πεντακοσίαν ἐξέπεμψαν κατὰ γῆν τὸν στρατηγὸν Ἵππασον, ὀκνοῦντες ἐν ὥρᾳ χειμῶνος τὴν θάλασσαν.
[3.2.1] Ὁ δὲ ἐξορμηθεὶς ἀγροὺς μὲν οὐκ ἐλεηλάτει τῶν Μηθυμναίων οὐδὲ ἀγέλας καὶ κτήματα ἥρπαζε γεωργῶν καὶ ποιμένων, λῃστοῦ νομίζων ταῦτα ἔργα μᾶλλον ἢ στρατηγοῦ· ταχὺ δὲ ἐπὶ τὴν πόλιν αὐτὴν ‹ἦγεν› ὡς ἐπεισπεσούμενος ἀφρουρήτοις ταῖς πύλαις· [3.2.2] Καὶ αὐτῷ σταδίους ὅσον ἑκατὸν ἀπέχοντι κῆρυξ ἀπαντᾷ σπονδὰς κομίζων. [3.2.3] Οἱ γὰρ Μηθυμναῖοι μαθόντες παρὰ τῶν ἑαλωκότων ὡς οὐδὲν ἴσασι Μιτυληναῖοι τῶν γεγενημένων, ἀλλὰ γεωργοὶ καὶ ποιμένες ὑβρίζοντας τοὺς νεανίσκους ἔδρασαν ταῦτα, μετεγίνωσκον μὲν ὀξύτερα τολμήσαντες εἰς γείτονα πόλιν ἢ σωφρονέστερα, σπουδὴν δὲ εἶχον ἀποδόντες πᾶσαν τὴν ἁρπαγὴν ἀδεῶς ἐπιμίγνυσθαι καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν. [3.2.4] Τὸν μὲν οὖν κήρυκα τοῖς Μιτυληναίοις ὁ Ἵππασος ἀποστέλλει, καίτοιγε αὐτοκράτωρ στρατηγὸς κεχειροτονημένος· αὐτὸς δὲ τῆς Μηθύμνης ὅσον ἀπὸ δέκα σταδίων στρατόπεδον βαλόμενος τὰς ἐκ τῆς πόλεως ἐντολὰς ἀνέμενε. [3.2.5] Καὶ δύο διαγενομένων ἡμερῶν ἐλθὼν ὁ ἄγγελος τήν τε ἁρπαγὴν ἐκέλευσε κομίσασθαι καὶ ἀδικήσαντα μηδὲν ἀναχωρεῖν οἴκαδε· πολέμου γὰρ καὶ εἰρήνης ἐν αἱρέσει γενόμενοι, τὴν εἰρήνην εὕρισκον κερδαλεωτέραν.
[3.3.1] Ὁ μὲν δὴ Μηθυμναίων καὶ Μιτυληναίων πόλεμος ἀδόκητον λαβὼν ἀρχὴν καὶ τέλος οὕτω διελύθη. Γίνεται δὲ χειμὼν Δάφνιδι καὶ Χλόῃ τοῦ πολέμου πικρότερος· ἐξαίφνης γὰρ περιπεσοῦσα πολλὴ χιὼν πάσας μὲν ἀπέκλεισε τὰς ὁδούς, πάντας δὲ κατέκλεισε τοὺς γεωργούς. [3.3.2] Λάβροι μὲν οἱ χείμαρροι κατέρρεον, ἐπεπήγει δὲ κρύσταλλος· τὰ δένδρα ἐῴκει κατακλωμένοις· ἡ γῆ πᾶσα ἀφανὴς ἦν ὅτι μὴ περὶ πηγάς που καὶ ῥεύματα. [3.3.3] Οὔτε οὖν ἀγέλην τις εἰς νομὴν ἦγεν οὔτε αὐτὸς προῄει τῶν θυρῶν, ἀλλὰ πῦρ καύσαντες μέγα περὶ ᾠδὰς ἀλεκτρυόνων οἱ μὲν δὴ λίνον ἔστρεφον, οἱ δὲ αἰγῶν τρίχας ἔπεκον, οἱ δὲ πάγας ὀρνίθων ἐσοφίζοντο. [3.3.4] Τότε βοῶν ἐπὶ φάτναις φροντὶς ἦν ἄχυρον ἐσθιόντων, αἰγῶν καὶ προβάτων ἐν τοῖς σηκοῖς φυλλάδας, ὑῶν ἐν τοῖς συφεοῖς ἄκυλον καὶ βαλάνους.
[3.4.1] Ἀναγκαίας οὖν οἰκουρίας ἐπεχούσης ἅπαντας οἱ μὲν ἄλλοι γεωργοὶ καὶ νομεῖς ἔχαιρον πόνων τε ἀπηλλαγμένοι πρὸς ὀλίγον καὶ τροφὰς ἑωθινὰς ἐσθίοντες καὶ καθεύδοντες μακρὸν ὕπνον, ὥστε αὐτοῖς τὸν χειμῶνα δοκεῖν καὶ θέρους καὶ μετοπώρου καὶ ἦρος αὐτοῦ γλυκύτερον. [3.4.2] Χλόη δὲ καὶ Δάφνις ἐν μνήμῃ γινόμενοι τῶν καταλειφθέντων τερπνῶν, ὡς ἐφίλουν, ὡς περιέβαλλον, ὡς ἅμα τὴν τροφὴν προσεφέροντο, νύκτας τε ἀγρύπνους διῆγον καὶ λυπηρὰς καὶ τὴν ἠρινὴν ὥραν ἀνέμενον ἐκ θανάτου παλιγγενεσίαν. [3.4.3] Ἐλύπει δὲ αὐτοὺς ἢ πήρα τις ἐλθοῦσα εἰς χεῖρας, ἐξ ἧς ‹συν›ήσθιον, ἢ γαυλὸς ὀφθείς, ἐξ οὗ συνέπινον, ἢ σῦριγξ ἀμελῶς ἐρριμμένη, δῶρον ἐρωτικὸν γεγενημένη. [3.4.4] Ηὔχοντο δὴ ταῖς Νύμφαις καὶ τῷ Πανὶ [καὶ] τούτων αὐτοὺς ἐκλύσασθαι τῶν κακῶν καὶ δεῖξαί ποτε αὐτοῖς καὶ ταῖς ἀγέλαις ἥλιον· ἅμα τε εὐχόμενοι τέχνην ἐζήτουν, δι᾽ ἧς ἀλλήλους θεάσονται. [3.4.5] Ἡ μὲν δὴ Χλόη δεινῶς ἄπορος ἦν καὶ ἀμήχανος· ἀεὶ γὰρ αὐτῇ συνῆν ἡ δοκοῦσα μήτηρ ἔριά τε ξαίνειν διδάσκουσα καὶ ἀτράκτους στρέφειν καὶ γάμου μνημονεύουσα· ὁ δὲ Δάφνις, οἷα σχολὴν ἄγων καὶ συνετώτερος κόρης, τοιόνδε σόφισμα εὗρεν ἐς θέαν τῆς Χλόης.

ΒΙΒΛΙΟ Γ’
[3.1.1] Όταν έμαθαν οι Μυτιληνιοί για την καταδρομή των δέκα πλοίων (ήρθαν μερικοί από τα κτήματα και τους ανάφεραν τη λεηλασία) έκριναν ότι δεν μπορούσαν ν᾽ ανεχτούν τέτοια συμπεριφορά από τους Μηθυμνιώτες. Αποφάσισαν λοιπόν να πάρουν κι αυτοί τα όπλα εναντίον τους χωρίς αναβολή, [3.1.2] επιστρατεύοντας τρεις χιλιάδες οπλίτες και πεντακόσιους καβαλάρηδες και στέλνοντάς τους, με στρατηγό τον Ίππασο, από τη στεριά — γιατί φοβήθηκαν, χειμωνιάτικα, τη θάλασσα.
[3.2.1] Στην πορεία του ο Ίππασος ούτε τα υποστατικά των Μηθυμνιωτών κούρσεψε, ούτε τα κοπάδια των βοσκών και το βιος των ζευγάδων άρπαξε, πιστεύοντας πως τέτοιες πράξεις ταιριάζουν σε ληστή κι όχι σε στρατηγό· αντί γι᾽ αυτά τράβηξε ολόισα για την ίδια τη Μήθυμνα, λογαριάζοντας να βρει τις πύλες αφύλαχτες και να εισβάλει στην πόλη. [3.2.2] Όταν έφτασε ωστόσο κάπου είκοσι χιλιόμετρα μακριά από τούτη, ήρθε να τον απαντήσει κήρυκας με πρόταση ανακωχής. [3.2.3] Οι Μηθυμνιώτες είχαν μάθει στο μεταξύ από τους αιχμαλώτους ότι ιδέα δεν είχαν οι Μυτιληνιοί για τα επεισόδια, κι ότι τούτα τα ᾽χαν δημιουργήσει ζευγάδες και βοσκοί, αγαναχτισμένοι με την αυθάδεια των νεαρών· μετανιωμένοι λοιπόν για την ασυλλόγιστα επιθετική τους στάση, οι Μηθυμνιώτες ήταν πρόθυμοι να δώσουν πίσω ό,τι είχαν αρπάξει, για να ελευθεροκοινωνήσουν και πάλι άφοβα με τη γειτονική τους πόλη και στη στεριά και στη θάλασσα. [3.2.4] Ο Ίππασος, αν και τον είχαν εκλέξει στρατηγό μ᾽ απόλυτη πληρεξουσιότητα, έστειλε τον κήρυκα στη Μυτιλήνη, ενώ ο ίδιος στρατοπέδευε κάπου δυο χιλιόμετρα έξω απ᾽ τη Μήθυμνα περιμένοντας οδηγίες από τους συμπολίτες του. [3.2.5] Ύστερα από δυο μέρες του ᾽φερε ο αγγελιαφόρος διαταγή να παραλάβει τα λάφυρα και να γυρίσει πίσω δίχως εχθροπραξίες: έχοντας να διαλέξουν ειρήνη ή πόλεμο, οι Μυτιληνιοί βρήκαν πιο συμφερτική την ειρήνη.
[3.3.1] Έτσι τέλειωσε, το ίδιο αναπάντεχα όπως κι είχε αρχίσει, ο πόλεμος ανάμεσα στη Μήθυμνα και στη Μυτιλήνη. Κατόπι όμως ήρθε ο χειμώνας, που για τον Δάφνη και τη Χλόη στάθηκε δοκιμασία χειρότερη κι από τον πόλεμο. Έπεσε ξαφνικά πολύ χιόνι, που έφραξε όλους τους δρόμους κι ανάγκασε όλους τους χωρικούς να κλειστούν στα σπίτια τους. [3.3.2] Οι χείμαρροι κυλούσαν μανιασμένοι, τα νερά πάγωναν, τα δέντρα έμοιαζαν να σκεβρώνουν. Ξέσκεπο χώμα δε φαινόταν πουθενά, εξόν κοντά στις πηγές και στα ποτάμια. [3.3.3] Κανένας δεν πήγαινε κοπάδι να βοσκήσει, μήτε έβγαινε ο ίδιος από το σπίτι του. Άναβαν μεγάλες φωτιές από τα χαράματα κι άλλος έκλωθε λινάρι, άλλος έπλεκε γιδότριχες, άλλος μηχανευόταν παγίδες για πουλιά. [3.3.4] Είχαν και την έγνοια να ταΐζουν με άχυρο τις αγελάδες στο παχνί, με φυλλωσιές τα γιδοπρόβατα στις στάνες, με πουρνάρια και με βελανίδια τα γουρούνια στα μαντριά.
[3.4.1] Κλεισμένοι καθώς ήταν όλοι θέλοντας και μη, οι άλλοι ζευγάδες και βοσκοί χαίρονταν που ξαπόσταιναν από τους κόπους, που μπορούσαν να τρων από το πρωί και να χορταίνουν ύπνο — τόσο που έβρισκαν το χειμώνα πιο γλυκό κι από το καλοκαίρι, κι από το φθινόπωρο, κι από την ίδια την άνοιξη. [3.4.2] Η Χλόη κι ο Δάφνης όμως, όσο θυμόνταν τις χαρές που ᾽χαν στερηθεί —πώς φιλιόνταν, πώς αγκαλιάζονταν, πώς έτρωγαν μαζί— περνούσαν νύχτες άγρυπνες και πονεμένες και πρόσμεναν την άνοιξη σαν ανάσταση νεκρών. [3.4.3] Τους ήταν πόνος ν᾽ αγγίξουνε ταγάρι απ᾽ όπου έτρωγαν άλλοτε οι δυο τους, να δουν καρδάρα απ᾽ όπου έπιναν — ή, παραπεταμένη, φλογέρα που είχε σταθεί δώρο αγάπης. [3.4.4] Προσεύχονταν λοιπόν στις Νύμφες και στον Πάνα να τους λυτρώσουν από τούτα τα βάσανα και να τους δείξουν επιτέλους, και στους ίδιους και στα ζώα, τον ήλιο. Ταυτόχρονα με τις προσευχές, ωστόσο, αποζητούσαν κάποιο τέχνασμα για να δουν ο ένας τον άλλον. [3.4.5] Η καημένη η Χλόη ούτε είχε ούτε μπορούσε να σκεφτεί κανέναν τρόπο: εκείνη που νόμιζε μάνα της δεν την άφηνε ούτε λεπτό από κοντά, παρά τη μάθαινε να ξαίνει το μαλλί και να γυρίζει τ᾽ αδράχτι και της μιλούσε για γάμο. Ο Δάφνης όμως, που και δουλειά δεν είχε και πιο έξυπνος από κορίτσι ήταν, σοφίστηκε την ακόλουθη πονηριά για να δει τη Χλόη.