Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ἠθικὰ Νικομάχεια (1148b-1149a)

[V] Ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶν ἔνια μὲν ἡδέα φύσει, καὶ τούτων τὰ μὲν ἁπλῶς τὰ δὲ κατὰ γένη καὶ ζῴων καὶ ἀνθρώπων, τὰ δ᾽ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ τὰ μὲν διὰ πηρώσεις τὰ δὲ δι᾽ ἔθη γίνεται, τὰ δὲ διὰ μοχθηρὰς φύσεις, ἔστι καὶ περὶ τούτων ἕκαστα παραπλησίας ἰδεῖν ἕξεις· λέγω δὲ τὰς θηριώδεις, οἷον τὴν ἄνθρωπον ἣν λέγουσι τὰς κυούσας ἀνασχίζουσαν τὰ παιδία κατεσθίειν, ἢ οἵοις χαίρειν φασὶν ἐνίους τῶν ἀπηγριωμένων περὶ τὸν Πόντον, τοὺς μὲν ὠμοῖς τοὺς δὲ ἀνθρώπων κρέασιν, τοὺς δὲ τὰ παιδία δανείζειν ἀλλήλοις εἰς εὐωχίαν, ἢ τὸ περὶ Φάλαριν λεγόμενον. αὗται μὲν θηριώδεις, αἳ δὲ διὰ νόσους γίνονται (καὶ διὰ μανίαν ἐνίοις, ὥσπερ ὁ τὴν μητέρα καθιερεύσας καὶ φαγών, καὶ ὁ τοῦ συνδούλου τὸ ἧπαρ) αἳ δὲ νοσηματώδεις ἢ ἐξ ἔθους, οἷον τριχῶν τίλσεις καὶ ὀνύχων τρώξεις, ἔτι δ᾽ ἀνθράκων καὶ γῆς, πρὸς δὲ τούτοις ἡ τῶν ἀφροδισίων τοῖς ἄρρεσιν· τοῖς μὲν γὰρ φύσει τοῖς δ᾽ ἐξ ἔθους συμβαίνουσιν, οἷον τοῖς ὑβριζομένοις ἐκ παίδων. ὅσοις μὲν οὖν φύσις αἰτία, τούτους μὲν οὐδεὶς ἂν εἴπειεν ἀκρατεῖς, ὥσπερ οὐδὲ τὰς γυναῖκας, ὅτι οὐκ ὀπύουσιν ἀλλ᾽ ὀπύονται· ὡσαύτως δὲ καὶ ὅσοι νοσηματώδως ἔχουσι δι᾽ ἔθος. τὸ μὲν οὖν ἔχειν ἕκαστα τούτων ἔξω τῶν [1149a] ὅρων ἐστὶ τῆς κακίας, καθάπερ καὶ ἡ θηριότης· τὸν δ᾽ ἔχοντα κρατεῖν ἢ κρατεῖσθαι οὐχ ἡ ἁπλῆ ἀκρασία ἀλλ᾽ ἡ καθ᾽ ὁμοιότητα, καθάπερ καὶ τὸν περὶ τοὺς θυμοὺς ἔχοντα τοῦτον τὸν τρόπον τοῦ πάθους, ἀκρατῆ δ᾽ οὐ λεκτέον. πᾶσα γὰρ ὑπερβάλλουσα καὶ ἀφροσύνη καὶ δειλία καὶ ἀκολασία καὶ χαλεπότης αἳ μὲν θηριώδεις αἳ δὲ νοσηματώδεις εἰσίν· ὁ μὲν γὰρ φύσει τοιοῦτος οἷος δεδιέναι πάντα, κἂν ψοφήσῃ μῦς, θηριώδη δειλίαν δειλός, ὃ δὲ τὴν γαλῆν ἐδεδίει διὰ νόσον· καὶ τῶν ἀφρόνων οἱ μὲν ἐκ φύσεως ἀλόγιστοι καὶ μόνον τῇ αἰσθήσει ζῶντες θηριώδεις, ὥσπερ ἔνια γένη τῶν πόρρω βαρβάρων, οἱ δὲ διὰ νόσους, οἷον τὰς ἐπιληπτικάς, ἢ μανίας νοσηματώδεις. τούτων δ᾽ ἔστι μὲν ἔχειν τινὰ ἐνίοτε μὲν μόνον, μὴ κρατεῖσθαι δέ, λέγω δὲ οἷον εἰ Φάλαρις κατεῖχεν ἐπιθυμῶν παιδίου φαγεῖν ἢ πρὸς ἀφροδισίων ἄτοπον ἡδονήν· ἔστι δὲ καὶ κρατεῖσθαι, μὴ μόνον ἔχειν· ὥσπερ οὖν καὶ μοχθηρίας ἡ μὲν κατ᾽ ἄνθρωπον ἁπλῶς λέγεται μοχθηρία, ἣ δὲ κατὰ πρόσθεσιν, ὅτι θηριώδης ἢ νοσηματώδης, ἁπλῶς δ᾽ οὔ, τὸν αὐτὸν τρόπον δῆλον ὅτι καὶ ἀκρασία ἐστὶν ἣ μὲν θηριώδης ἣ δὲ νοσηματώδης, ἁπλῶς δὲ ἡ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην ἀκολασίαν μόνη.
Ὅτι μὲν οὖν ἀκρασία καὶ ἐγκράτειά ἐστι μόνον περὶ ἅπερ ἀκολασία καὶ σωφροσύνη, καὶ ὅτι περὶ τὰ ἄλλα ἐστὶν ἄλλο εἶδος ἀκρασίας, λεγόμενον κατὰ μεταφορὰν καὶ οὐχ ἁπλῶς, δῆλον.

[5] Ορισμένα πράγματα είναι ευχάριστα εκ φύσεως· κάποια από αυτά είναι γενικά και απόλυτα ευχάριστα, ενώ κάποια άλλα είναι ευχάριστα σε ορισμένα μόνο είδη ζώων και ανθρώπων. Από την άλλη υπάρχουν πράγματα που δεν είναι ευχάριστα εκ φύσεως, γίνονται όμως ευχάριστα είτε λόγω σωματικών/οργανικών βλαβών, είτε λόγω συνηθειών, είτε λόγω κακής φυσικής ιδιοσυστασίας. Με δεδομένο ότι έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε τώρα να δούμε τις έξεις που αντιστοιχούν στο καθένα από τα τελευταία αυτά είδη ευχάριστων πραγμάτων — παρόμοια προς εκείνες για τις οποίες έχουμε ήδη κάνει λόγο. Εννοώ τις θηριώδεις έξεις, όπως στην περίπτωση εκείνης της μέγαιρας που λένε ότι ξέσχιζε την κοιλιά έγκυων γυναικών και καταβρόχθιζε τα έμβρυα, ή ενσχέσει με τα πράγματα με τα οποία λέει ο κόσμος ότι ευχαριστιούνται κάποιοι άγριοι πληθυσμοί στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου: μερικοί ευχαριστιούνται τρώγοντας ωμά κρέατα, άλλοι τρώγοντας ανθρώπινες σάρκες, ενώ άλλοι ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα παιδιά τους για τις ευωχίες τους· ας θυμηθούμε, τέλος, αυτά που διηγείται ο κόσμος για τον Φάλαρη. Όλες αυτές οι έξεις είναι θηριώδεις, ενώ κάποιες άλλες κάνουν την εμφάνισή τους ύστερα από αρρώστιες (σε μερικούς και ως αποτέλεσμα τρέλας· τέτοια ήταν η περίπτωση εκείνου που έσφαξε —σαν για θυσία— τη μητέρα του και την έφαγε· τέτοια ήταν, επίσης, η περίπτωση εκείνου που έφαγε το συκώτι του συνδούλου του)· κάποιες άλλες, πάλι, είναι αποτέλεσμα νοσηρών καταστάσεων ή συνήθειας, όπως είναι, επιπαραδείγματι, το να μαδάει κανείς τις τρίχες της κεφαλής του, να τρώει τα νύχια του, να τρώει κάρβουνα ή χώμα, ή, επίσης, να κάνει έρωτα με αγόρια — τα πράγματα αυτά σε άλλους συμβαίνουν εκ φύσεως και σε άλλους από συνήθεια, όπως, επιπαραδείγματι, σ᾽ αυτούς που είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από την πιο τρυφερή τους ηλικία. Σε όσους λοιπόν είναι η φύση η αιτία, αυτούς κανένας δεν θα μπορούσε να τους πει ακρατείς, όπως ούτε και τις γυναίκες, αφού ο ρόλος τους στη συνουσία δεν είναι ενεργητικός αλλά παθητικός· το ίδιο ούτε αυτούς που βρίσκονται σε κάποια νοσηρή κατάσταση λόγω συνήθειας. Το να έχει λοιπόν κανείς κάποια από αυτές τις έξεις είναι κάτι που βρίσκεται έξω [1149a] από τα όρια της κακίας, ακριβώς όπως και η θηριότητα. Στην περίπτωση, πάντως, που τις έχει, το να τις νικάει ή να νικιέται από αυτές δεν σημαίνει (εγκράτεια ή) ακράτεια με την καθαρή και απόλυτη σημασία της λέξης, αλλά ακράτεια κατ᾽ αναλογίαν, ακριβώς όπως και αυτόν που δεν μπορεί να επιβάλλεται στον θυμό του πρέπει να τον λέμε «ακρατή ως προς αυτό το πάθος», όχι όμως ακρατή με το καθαρό και απόλυτο νόημα αυτής της λέξης. Γιατί όλες οι περιπτώσεις υπερβολής στην αφροσύνη, στη δειλία, στην ακολασία, στη δυστροπία είναι αποτέλεσμα ή θηριώδους ιδιοσυγκρασίας ή νοσηρών καταστάσεων: αυτός που είναι έτσι καμωμένος από τη φύση ώστε να φοβάται τα πάντα, ακόμη και τον θόρυβο ενός ποντικού, είναι δειλός με μια δειλία θηριώδους τύπου, ενώ εκείνος για τον οποίο έλεγαν ότι φοβόταν τη γάτα ήταν δειλός εξαιτίας αρρώστιας. Από τους άφρονες, πάλι, ανθρώπους αυτοί που είναι εκ φύσεως ανίκανοι να σκεφθούν και ζουν μόνο με τον τρόπο που τους υπαγορεύουν οι αισθήσεις είναι θηριώδεις υπάρξεις (τέτοιες είναι κάτι φυλές μακρινών βαρβαρικών λαών), ενώ κάποιοι άλλοι, που είναι και αυτοί το ίδιο εξαιτίας ασθενειών (π. χ. επιληψίας) ή εξαιτίας τρέλας, αυτοί παρουσιάζουν νοσηρές έξεις. Μερικές φορές οι άνθρωποι μπορεί απλώς να έχουν κάποιες από τις έξεις αυτές, να μη κυβερνιούνται όμως από αυτές. Θέλω να πω ότι ένας Φάλαρης, π.χ., θα μπορούσε να συγκρατήσει την επιθυμία του να φάει ένα παιδί ή να χαρεί μια ανώμαλη σεξουαλική ηδονή. Είναι όμως επίσης δυνατό και να κυβερνιούνται από αυτές τις έξεις, όχι μόνο να τις έχουν. Όπως λοιπόν και στην περίπτωση της κακίας υπάρχει αυτή που μένει στα όρια της ανθρώπινης φύσης και λέγεται απλώς κακία, εκτός όμως από αυτήν υπάρχει και η κακία που λέγεται με μια προσθήκη (θηριώδης ή νοσηρή), όχι όμως απλά και σκέτα κακία, έτσι ακριβώς —είναι φανερό— υπάρχει η θηριώδης ή η νοσηρή ακράτεια, ενώ απλά και σκέτα ακράτεια είναι αυτή που αντιστοιχεί στην ανθρώπινη ακολασία.
Είναι λοιπόν πια φανερό ότι η ακράτεια και η εγκράτεια σχετίζονται μόνο με τα πράγματα με τα οποία σχετίζονται η ακολασία και η σωφροσύνη, και ότι ενσχέσει με άλλα πράγματα υπάρχει ένα άλλο είδος ακράτειας, που λέγεται με τη λέξη αυτή κατά μεταφορά και όχι κυριολεκτικά.