Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΡΙΑΝΟΣ

Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.17.10-1.18.5)

[1.17.10] Τετάρτῃ δὲ ἡμέρᾳ ἐς Ἔφεσον ἀφικόμενος τούς τε φυγάδας, ὅσοι δι᾽ αὐτὸν ἐξέπεσον τῆς πόλεως, κατήγαγε καὶ τὴν ὀλιγαρχίαν καταλύσας δημοκρατίαν κατέστησε· τοὺς δὲ φόρους, ὅσους τοῖς βαρβάροις ἀπέφερον, τῇ Ἀρτέμιδι ξυντελεῖν ἐκέλευσεν. [1.17.11] ὁ δὲ δῆμος ὁ τῶν Ἐφεσίων, ὡς ἀφῃρέθη αὐτοῖς ὁ ἀπὸ τῶν ὀλίγων φόβος, τούς τε Μέμνονα ἐπαγομένους καὶ τοὺς τὸ ἱερὸν συλήσαντας τῆς Ἀρτέμιδος καὶ τοὺς τὴν εἰκόνα τὴν Φιλίππου τὴν ἐν τῷ ἱερῷ καταβαλόντας καὶ τὸν τάφον ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀνορύξαντας τὸν Ἡροπύθου τοῦ ἐλευθερώσαντος τὴν πόλιν ὥρμησαν ἀποκτεῖναι. [1.17.12] καὶ Σύρφακα μὲν καὶ τὸν παῖδα αὐτοῦ Πελάγοντα καὶ τοὺς τῶν ἀδελφῶν τοῦ Σύρφακος παῖδας ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐξαγαγόντες κατέλευσαν· τοὺς δὲ ἄλλους διεκώλυσεν Ἀλέξανδρος προσωτέρω ἐπιζητεῖν καὶ τιμωρεῖσθαι, γνοὺς ὅτι ὁμοῦ τοῖς αἰτίοις καὶ οὐ ξὺν δίκῃ τινάς, τοὺς μὲν κατ᾽ ἔχθραν, τοὺς δὲ κατὰ ἁρπαγὴν χρημάτων ἀποκτενεῖ, ξυγχωρηθὲν αὐτῷ, ὁ δῆμος. καὶ εἰ δή τῳ ἄλλῳ, καὶ τοῖς ἐν Ἐφέσῳ πραχθεῖσιν Ἀλέξανδρος ἐν τῷ τότε εὐδοκίμει.
[1.18.1] Ἐν τούτῳ δὲ ἐκ Μαγνησίας τε καὶ Τράλλεων παρ᾽ αὐτὸν ἧκον ἐνδιδόντες τὰς πόλεις· καὶ ὃς πέμπει Παρμενίωνα, δοὺς αὐτῷ δισχιλίους καὶ πεντακοσίους πεζοὺς τῶν ξένων καὶ Μακεδόνας παραπλησίους, ἱππέας δὲ τῶν ἑταίρων ἐς διακοσίους. Ἀλκίμαχον δὲ τὸν Ἀγαθοκλέους ἐπὶ τὰς Αἰολίδας τε πόλεις ξὺν δυνάμει οὐκ ἐλάττονι ἐξέπεμψε καὶ ὅσαι Ἰωνικαὶ ὑπὸ τοῖς βαρβάροις ἔτι ἦσαν. [1.18.2] καὶ τὰς μὲν ὀλιγαρχίας πανταχοῦ καταλύειν ἐκέλευσεν, δημοκρατίας δὲ [τε] ἐγκαθιστάναι καὶ τοὺς νόμους τοὺς σφῶν ἑκάστοις ἀποδοῦναι, καὶ τοὺς φόρους ἀνεῖναι, ὅσους τοῖς βαρβάροις ἀπέφερον. αὐτὸς δὲ ὑπομείνας ἐν Ἐφέσῳ θυσίαν τε ἔθυσε τῇ Ἀρτέμιδι καὶ πομπὴν ἔπεμψε ξὺν τῇ στρατιᾷ πάσῃ ὡπλισμένῃ τε καὶ ὡς ἐς μάχην ξυντεταγμένῃ.
[1.18.3] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀναλαβὼν τῶν τε πεζῶν τοὺς λοιποὺς καὶ τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τοὺς Θρᾷκας ἱππέας καὶ τῶν ἑταίρων τήν τε βασιλικὴν ἴλην καὶ πρὸς ταύτῃ τρεῖς ἄλλας ἐπὶ Μιλήτου ἐστέλλετο· καὶ τὴν μὲν ἔξω[δον] καλουμένην πόλιν ἐξ ἐφόδου ἔλαβεν ἐκλιπούσης τῆς φυλακῆς· ἐνταῦθα δὲ καταστρατοπεδεύσας ἔγνω ἀποτειχίζειν τὴν εἴσω πόλιν. [1.18.4] Ἡγησίστρατος γάρ, ὅτῳ ἡ φρουρὰ ἡ Μιλησίων ἐκ βασιλέως ἐπετέτραπτο, πρόσθεν γράμματα παρ᾽ Ἀλέξανδρον ἔπεμπεν ἐνδιδοὺς τὴν Μίλητον· τότε δὲ ἀναθαρρήσας ἐπὶ τῷ Περσῶν στρατῷ οὐ μακρὰν ὄντι διασώζειν τοῖς Πέρσαις ἐπενόει τὴν πόλιν. Νικάνωρ δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν ἄγων ὑποφθάνει τοὺς Πέρσας τρισὶν ἡμέραις πρότερος καταπλεύσας ἢ τοὺς Πέρσας Μιλήτῳ προσχεῖν, καὶ ὁρμίζεται ναυσὶν ἑξήκοντα καὶ ἑκατὸν ἐν τῇ νήσῳ τῇ Λάδῃ· κεῖται δὲ αὕτη ἐπὶ τῇ Μιλήτῳ. [1.18.5] αἱ δὲ τῶν Περσῶν νῆες ὑστερήσασαι, ἐπειδὴ ἔμαθον οἱ ναύαρχοι τῶν ἀμφὶ Νικάνορα τὴν ἐν τῇ Λάδῃ προκαταγωγήν, πρὸς τῆς Μυκάλῃ τῷ ὄρει ὡρμίσθησαν. τὴν γὰρ Λάδην τὴν νῆσον προκατειλήφει Ἀλέξανδρος, οὐ τῶν νεῶν μόνον τῇ ἐγκαθορμίσει, ἀλλὰ καὶ τοὺς Θρᾷκας καὶ τῶν ἄλλων ξένων ἐς τετρακισχιλίους διαβιβάσας ἐς αὐτήν. ἦσαν δὲ τῶν βαρβάρων αἱ νῆες ἀμφὶ τὰς τετρακοσίας.

[1.17.10] Ο Αλέξανδρος την τέταρτη μέρα έφθασε στην Έφεσο· επανέφερε στην πόλη όσους είχαν εξοριστεί εξαιτίας του και εγκατέστησε δημοκρατικό πολίτευμα καταλύοντας την ολιγαρχία· διέταξε επίσης να πληρώνουν στον ναό της Αρτέμιδος όσους φόρους πλήρωναν πριν στους βαρβάρους. [1.17.11] Μόλις λοιπόν έλειψε ο φόβος από τους ολιγαρχικούς, ο λαός της Εφέσου κινήθηκε να σκοτώσει όσους προσκάλεσαν τον Μέμνονα στην πόλη, όσους σύλησαν τον ναό της Αρτέμιδος και έριξαν κάτω το άγαλμα του Φιλίππου που βρισκόταν σε αυτόν, καθώς και όσους ανέσκαψαν και απομάκρυναν από την αγορά τον τάφο του Ηροπύθη, ο οποίος ελευθέρωσε την πόλη. [1.17.12] Λιθοβόλησαν λοιπόν τον Σύρφακα και τον γιο του Πελάγοντα καθώς και τα παιδιά των αδελφών του Σύρφακα, αφού τους έσυραν έξω από τον ναό. Ο Αλέξανδρος τους απαγόρευσε να καταδιώξουν άλλους πολίτες και να τους τιμωρήσουν, γιατί καταλάβαινε ότι, αν επιτραπεί στον λαό, μαζί με τους πραγματικά ενόχους θα εκτελέσει και μερικούς άλλους χωρίς δίκη, είτε από έχθρα είτε για να τους αρπάξει την περιουσία. Περισσότερο από καθετί άλλο η πράξη του αυτή στην Έφεσο έγινε αιτία να αποκτήσει τότε ο Αλέξανδρος μεγάλη εκτίμηση.
[1.18.1] Στο μεταξύ ήρθαν από τη Μαγνησία και τις Τράλλεις απεσταλμένοι για να του παραδώσουν τις πόλεις τους. Ο Αλέξανδρος έστειλε σε αυτές τον Παρμενίωνα με δύο χιλιάδες πεντακόσιους μισθοφόρους πεζούς, άλλους τόσους Μακεδόνες και από το ιππικό των εταίρων περίπου διακόσιους· έστειλε επίσης τον Αλκίμαχο, τον γιο του Αγαθοκλή, με όχι λιγότερες δυνάμεις, στις αιολικές πόλεις και στις ιωνικές που ήταν ακόμη στην εξουσία των Περσών. [1.18.2] Τον διέταξε να καταλύει παντού τα ολιγαρχικά πολιτεύματα και να εγκαθιστά δημοκρατικά, να αποκαταστήσει σε όλες τις πόλεις τους πατροπαράδοτους νόμους και να τις απαλλάξει από τη φορολογία που πλήρωναν πριν στους Πέρσες. Ο ίδιος καθυστέρησε λίγο στην Έφεσο, όπου πρόσφερε θυσία στην Άρτεμη και οργάνωσε πομπή με όλον τον στρατό του οπλισμένο και παραταγμένο όπως στη μάχη.
[1.18.3] Την επόμενη μέρα πήρε μαζί του τους υπόλοιπους πεζούς, τους τοξότες, τους Αγριάνες, τους Θράκες ιππείς, και από το ιππικό των εταίρων τη βασιλική ίλη και άλλες τρεις ακόμη ίλες και βάδισε κατά της Μιλήτου. Με επίθεση κατέλαβε τη λεγόμενη έξω πόλη, την οποία εγκατέλειψε η φρουρά της· στρατοπέδευσε εκεί και αποφάσισε να αποκλείσει τη μέσα πόλη με τείχος. [1.18.4] Γιατί ο Ηγησίστρατος, στον οποίο είχε ανατεθεί από τον βασιλιά των Περσών η φρούρηση της Μιλήτου, έστειλε στην αρχή γράμμα στον Αλέξανδρο παραδίνοντάς του την πόλη· μετά όμως πήρε θάρρος, επειδή οι περσικές δυνάμεις δεν ήταν μακριά, και σκεφτόταν να διαφυλάξει την πόλη για τους Πέρσες. Ο Νικάνωρ όμως οδηγώντας το ελληνικό ναυτικό πρόλαβε να καταπλεύσει τρεις μέρες πριν πλησιάσουν στη Μίλητο οι Πέρσες και να αγκυροβολήσει με εκατόν εξήντα πλοία στη νήσο Λάδη, που βρίσκεται δίπλα στη Μίλητο. [1.18.5] Τα πλοία των Περσών έφθασαν καθυστερημένα και, όταν οι ναύαρχοί τους πληροφορήθηκαν ότι τα πλοία του Νικάνορα είχαν καταπλεύσει πριν από αυτούς στη Λάδη, αγκυροβόλησαν κάτω από το όρος Μυκάλη. Γιατί ο Αλέξανδρος είχε καταλάβει από πριν τη νήσο Λάδη, όχι μόνο προσορμίζοντας τα πλοία του, αλλά και με τους Θράκες και με τέσσερις χιλιάδες περίπου άλλους μισθοφόρους που μετέφερε σε αυτήν· τα πλοία των βαρβάρων ήταν περίπου τετρακόσια.