Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (1.142.1-1.143.5)

[1.142.1] «Μέγιστον δέ, τῇ τῶν χρημάτων σπάνει κωλύσονται, ὅταν σχολῇ αὐτὰ ποριζόμενοι διαμέλλωσιν· τοῦ δὲ πολέμου οἱ καιροὶ οὐ μενετοί. [1.142.2] καὶ μὴν οὐδ᾽ ἡ ἐπιτείχισις οὐδὲ τὸ ναυτικὸν αὐτῶν ἄξιον φοβηθῆναι. [1.142.3] τὴν μὲν γὰρ χαλεπὸν καὶ ἐν εἰρήνῃ πόλιν ἀντίπαλον κατασκευάσασθαι, ἦ που δὴ ἐν πολεμίᾳ τε καὶ οὐχ ἧσσον ἐκείνοις ἡμῶν ἀντεπιτετειχισμένων· [1.142.4] φρούριον δ᾽ εἰ ποιήσονται, τῆς μὲν γῆς βλάπτοιεν ἄν τι μέρος καταδρομαῖς καὶ αὐτομολίαις, οὐ μέντοι ἱκανόν γε ἔσται ἐπιτειχίζειν τε κωλύειν ἡμᾶς πλεύσαντας ἐς τὴν ἐκείνων καί, ᾗπερ ἰσχύομεν, ταῖς ναυσὶν ἀμύνεσθαι· [1.142.5] πλέον γὰρ ἡμεῖς ἔχομεν τοῦ κατὰ γῆν ἐκ τοῦ ναυτικοῦ ἐμπειρίας ἢ ἐκεῖνοι ἐκ τοῦ κατ᾽ ἤπειρον ἐς τὰ ναυτικά. [1.142.6] τὸ δὲ τῆς θαλάσσης ἐπιστήμονας γενέσθαι οὐ ῥᾳδίως αὐτοῖς προσγενήσεται. [1.142.7] οὐδὲ γὰρ ὑμεῖς μελετῶντες αὐτὸ εὐθὺς ἀπὸ τῶν Μηδικῶν ἐξείργασθέ πω· πῶς δὴ ἄνδρες γεωργοὶ καὶ οὐ θαλάσσιοι, καὶ προσέτι οὐδὲ μελετῆσαι ἐασόμενοι διὰ τὸ ὑφ᾽ ἡμῶν πολλαῖς ναυσὶν αἰεὶ ἐφορμεῖσθαι, ἄξιον ἄν τι δρῷεν; [1.142.8] πρὸς μὲν γὰρ ὀλίγας ἐφορμούσας κἂν διακινδυνεύσειαν πλήθει τὴν ἀμαθίαν θρασύνοντες, πολλαῖς δὲ εἰργόμενοι ἡσυχάσουσι καὶ ἐν τῷ μὴ μελετῶντι ἀξυνετώτεροι ἔσονται καὶ δι᾽ αὐτὸ καὶ ὀκνηρότεροι. [1.142.9] τὸ δὲ ναυτικὸν τέχνης ἐστίν, ὥσπερ καὶ ἄλλο τι, καὶ οὐκ ἐνδέχεται, ὅταν τύχῃ, ἐκ παρέργου μελετᾶσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον μηδὲν ἐκείνῳ πάρεργον ἄλλο γίγνεσθαι.
[1.143.1] «Εἴ τε καὶ κινήσαντες τῶν Ὀλυμπίασιν ἢ Δελφοῖς χρημάτων μισθῷ μείζονι πειρῷντο ἡμῶν ὑπολαβεῖν τοὺς ξένους τῶν ναυτῶν, μὴ ὄντων μὲν ἡμῶν ἀντιπάλων ἐσβάντων αὐτῶν τε καὶ τῶν μετοίκων δεινὸν ἂν ἦν· νῦν δὲ τόδε τε ὑπάρχει, καί, ὅπερ κράτιστον, κυβερνήτας ἔχομεν πολίτας καὶ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν πλείους καὶ ἀμείνους ἢ ἅπασα ἡ ἄλλη Ἑλλάς. [1.143.2] καὶ ἐπὶ τῷ κινδύνῳ οὐδεὶς ἂν δέξαιτο τῶν ξένων τήν τε αὑτοῦ φεύγειν καὶ μετὰ τῆς ἥσσονος ἅμα ἐλπίδος ὀλίγων ἡμερῶν ἕνεκα μεγάλου μισθοῦ δόσεως ἐκείνοις ξυναγωνίζεσθαι.
[1.143.3] «Καὶ τὰ μὲν Πελοποννησίων ἔμοιγε τοιαῦτα καὶ παραπλήσια δοκεῖ εἶναι, τὰ δὲ ἡμέτερα τούτων τε ὧνπερ ἐκείνοις ἐμεμψάμην ἀπηλλάχθαι καὶ ἄλλα οὐκ ἀπὸ τοῦ ἴσου μεγάλα ἔχειν. [1.143.4] ἤν τε ἐπὶ τὴν χώραν ἡμῶν πεζῇ ἴωσιν, ἡμεῖς ἐπὶ τὴν ἐκείνων πλευσούμεθα, καὶ οὐκέτι ἐκ τοῦ ὁμοίου ἔσται Πελοποννήσου τε μέρος τι τμηθῆναι καὶ τὴν Ἀττικὴν ἅπασαν· οἱ μὲν γὰρ οὐχ ἕξουσιν ἄλλην ἀντιλαβεῖν ἀμαχεί, ἡμῖν δ᾽ ἐστὶ γῆ πολλὴ καὶ ἐν νήσοις καὶ κατ᾽ ἤπειρον· [1.143.5] μέγα γὰρ τὸ τῆς θαλάσσης κράτος. σκέψασθε δέ· εἰ γὰρ ἦμεν νησιῶται, τίνες ἂν ἀληπτότεροι ἦσαν; καὶ νῦν χρὴ ὅτι ἐγγύτατα τούτου διανοηθέντας τὴν μὲν γῆν καὶ οἰκίας ἀφεῖναι, τῆς δὲ θαλάσσης καὶ πόλεως φυλακὴν ἔχειν, καὶ Πελοποννησίοις ὑπὲρ αὐτῶν ὀργισθέντας πολλῷ πλέοσι μὴ διαμάχεσθαι (κρατήσαντές τε γὰρ αὖθις οὐκ ἐλάσσοσι μαχούμεθα καὶ ἢν σφαλῶμεν, τὰ τῶν ξυμμάχων, ὅθεν ἰσχύομεν, προσαπόλλυται· οὐ γὰρ ἡσυχάσουσι μὴ ἱκανῶν ἡμῶν ὄντων ἐπ᾽ αὐτοὺς στρατεύειν), τήν τε ὀλόφυρσιν μὴ οἰκιῶν καὶ γῆς ποιεῖσθαι, ἀλλὰ τῶν σωμάτων· οὐ γὰρ τάδε τοὺς ἄνδρας, ἀλλ᾽ οἱ ἄνδρες ταῦτα κτῶνται. καὶ εἰ ᾤμην πείσειν ὑμᾶς, αὐτοὺς ἂν ἐξελθόντας ἐκέλευον αὐτὰ δῃῶσαι καὶ δεῖξαι Πελοποννησίοις ὅτι τούτων γε ἕνεκα οὐχ ὑπακούσεσθε.

[1.142.1] »Αλλά το μεγαλύτερο εμπόδιο που θα συναντήσουν θα είναι η έλλειψη χρήματος. Θα το προμηθεύονται με κόπο κι έτσι αναγκαστικά θα αργοπορούν, αλλά στον πόλεμο οι ευκαιρίες δεν περιμένουν. [1.142.2] Ούτε τα οχυρά που μπορούν να χτίσουν στο έδαφός μας ούτε η ναυτική τους δύναμη πρέπει να μας φοβίζει. [1.142.3] Όσο για το πρώτο είναι πολύ δύσκολο, ακόμα και σε καιρό ειρήνης, να χτίσει μια πολιτεία οχυρώματα ανάλογα με τα δικά μας και τούτο θα είναι ακόμα πιο δύσκολο σε χώρα εχθρική και μάλιστα όταν κι εμείς θα έχομε οχυρές θέσεις. [1.142.4] Αν χτίσουν κανένα φρούριο, θα μπορούν να λεηλατούν ένα μέρος της γης μας κάνοντας επιδρομές και να προκαλούν αυτομολίες δούλων, αλλά τούτο δεν θα μας εμποδίζει να πηγαίνομε με το ναυτικό μας στην δική τους χώρα, να χτίζομε οχυρά και να τα υπερασπίζομε με τα καράβια μας, που είναι η δύναμή μας. [1.142.5] Η πείρα μας στον κατά θάλασσα πόλεμο μας έχει δώσει εμάς αρκετή εμπειρία στον κατά ξηρά πόλεμο, ενώ η πολεμική τους εμπειρία δεν τους έχει δώσει εκείνων ανάλογη πείρα στα ναυτικά. [1.142.6] Και δεν θα κατορθώσουν εύκολα ν᾽ αποκτήσουν την αναγκαία πείρα σ᾽ αυτό, [1.142.7] αφού και σεις ακόμα, που ασκείστε από την εποχή των Μηδικών, δεν έχετε αποκτήσει την απόλυτη κυριαρχία της ναυτικής τέχνης. Πώς, λοιπόν, άνθρωποι που δεν είναι θαλασσινοί, αλλά γεωργοί, θα κατορθώσουν κάτι το αξιόλογο, αφού ούτε να ασκούνται θα μπορούν, εφόσον με τα δικά μας καράβια θα τους κρατούμε σε στενό αποκλεισμό; [1.142.8] Αν τα καράβια μας που θα εφαρμόζουν τον αποκλεισμό ήσαν λίγα, τότε ίσως θα τους αποθράσυνε η απειρία τους και ο αριθμός των καραβιών τους και θα διακινδύνευαν μια σύγκρουση. Αλλά ο στόλος μας είναι πολυάριθμος και δεν θα τολμήσουν να κάνουν τίποτε και η έλλειψη της άσκησης θα τους κάνει ακόμα πιο αδρανείς. [1.142.9] Η ναυτική τέχνη, όπως και οι άλλες, είναι δύσκολη και δεν επιδέχεται ερασιτεχνισμούς. Όσοι ασχολούνται μ᾽ αυτήν πρέπει να της αφοσιώνονται και να μην κάνουν τίποτε άλλο.
[1.143.1] »Ας υποθέσομε ακόμα ότι σηκώνουν χρήματα από τους θησαυρούς των Δελφών και της Ολυμπίας για να μας πάρουν —προσφέροντας μεγαλύτερο μισθό— τους ξένους ναύτες του στόλου μας. Θα ήταν πράγμα τρομερό αν εμείς, οι πολίτες μαζί με τους μετοίκους, δεν μπορούσαμε να επανδρώσομε τον στόλο και να τους αντιμετωπίσομε. Ευτυχώς, όμως, είμαστε σε θέση να το κάνομε και —το σπουδαιότερο απ᾽ όλα— οι κυβερνήτες των πολεμικών μας είναι πολίτες Αθηναίοι. Για τις άλλες υπηρεσίες στα καράβια, έχομε εμπειρότερους και περισσότερους ανθρώπους απ᾽ όλη την άλλη Ελλάδα. [1.143.2] Άλλωστε, κανείς από τους ξένους δεν θ᾽ αποφάσιζε, στην ώρα, μάλιστα, του κινδύνου, να εξοριστεί και να συμπολεμήσει με εκείνους που έχουν τις μικρότερες πιθανότητες νίκης, για να έχει, για λίγες μέρες, καλύτερο μισθό. [1.143.3] Αυτή νομίζω πως είναι σε γενικές γραμμές η κατάσταση των Πελοποννησίων, ενώ η δική μας δεν έχει τα μειονεκτήματα που ανάφερα και παρουσιάζει, αντίθετα, πλεονεκτήματα μεγάλα που δεν τα έχουν εκείνοι. [1.143.4] Αν έρθουν να εισβάλουν στο έδαφος μας, θα πάμε εμείς, με τα καράβια μας, στα δικά τους εδάφη. Και η λεηλασία ενός μέρους της Πελοποννήσου θα έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες από την λεηλασία ολόκληρης της Αττικής. Εκείνοι δεν μπορούν ν᾽ αποκτήσουν άλλα εδάφη χωρίς να πολεμήσουν, ενώ εμείς έχομε στην διάθεσή μας άφθονη γη και στα νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. [1.143.5] Η κυριαρχία στην θάλασσα είναι τεράστιο πλεονέκτημα. Σκεφθείτε! Αν ήμαστε νησί, ποιοί θα ήσαν πιο απρόσβλητοι από εμάς; Απ᾽ αυτό πρέπει να εμπνευσθούμε και να αποφασίζομε σαν να είμαστε νησιώτες. Ας εγκαταλείψομε τα εξοχικά και τα κτήματά μας κι ας στρέψομε όλη μας την προσπάθεια στην υπεράσπιση της πολιτείας μας και της θαλασσοκρατορίας μας. Δεν πρέπει η αγανάκτηση που θα νιώσομε από τις καταστροφές που θα πάθομε να μας παρασύρει και ν᾽ αντιπαραταχτούμε σε μάχη εναντίον των Πελοποννησίων, που είναι πολύ περισσότεροι. Αν τους νικήσομε θα πρέπει να πάλι ν᾽ αντιμετωπίσομε άλλους τόσους αλλού, και αν νικηθούμε θα χάσομε εκείνο που αποτελεί τη βάση της δύναμής μας, δηλαδή τους συμμάχους μας που δεν θα μείνουν αδρανείς αν δεν είμαστε σε θέση να εκστρατεύσομε εναντίον τους. Δεν πρέπει να θρηνούμε τα σπίτια μας και τα κτήματά μας, αλλά τους ανθρώπους μας. Δεν είναι τ᾽ άψυχα που κάνουν τους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι που κάνουν τ᾽ άψυχα. Και αν πίστευα πως μπορώ να σας πείσω, θα σας έλεγα να τρέξετε σεις οι ίδιοι να τα καταστρέψετε για να δείξετε στους Πελοποννησίους ότι δεν θα υποκύψετε για να τα σώσετε.