Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (7.14.4-7.17.4)

[7.14.4] «Τούτων ἐγὼ ἡδίω μὲν ἂν εἶχον ὑμῖν ἕτερα ἐπιστέλλειν, οὐ μέντοι χρησιμώτερά γε, εἰ δεῖ σαφῶς εἰδότας τὰ ἐνθάδε βουλεύσασθαι. καὶ ἅμα τὰς φύσεις ἐπιστάμενος ὑμῶν, βουλομένων μὲν τὰ ἥδιστα ἀκούειν, αἰτιωμένων δὲ ὕστερον, ἤν τι ὑμῖν ἀπ᾽ αὐτῶν μὴ ὁμοῖον ἐκβῇ, ἀσφαλέστερον ἡγησάμην τὸ ἀληθὲς δηλῶσαι. [7.15.1] καὶ νῦν ὡς ἐφ᾽ ἃ μὲν ἤλθομεν τὸ πρῶτον καὶ τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν ἡγεμόνων ὑμῖν μὴ μεμπτῶν γεγενημένων, οὕτω τὴν γνώμην ἔχετε· ἐπειδὴ δὲ Σικελία τε ἅπασα ξυνίσταται καὶ ἐκ Πελοποννήσου ἄλλη στρατιὰ προσδόκιμος αὐτοῖς, βουλεύεσθε ἤδη ὡς τῶν γ᾽ ἐνθάδε μηδὲ τοῖς παροῦσιν ἀνταρκούντων, ἀλλ᾽ ἢ τούτους μεταπέμπειν δέον ἢ ἄλλην στρατιὰν μὴ ἐλάσσω ἐπιπέμπειν καὶ πεζὴν καὶ ναυτικὴν καὶ χρήματα μὴ ὀλίγα, ἐμοὶ δὲ διάδοχόν τινα, ὡς ἀδύνατός εἰμι διὰ νόσον νεφρῖτιν παραμένειν. [7.15.2] ἀξιῶ δ᾽ ὑμῶν ξυγγνώμης τυγχάνειν· καὶ γὰρ ὅτ᾽ ἐρρώμην πολλὰ ἐν ἡγεμονίαις ὑμᾶς εὖ ἐποίησα. ὅτι δὲ μέλλετε, ἅμα τῷ ἦρι εὐθὺς καὶ μὴ ἐς ἀναβολὰς πράσσετε, ὡς τῶν πολεμίων τὰ μὲν ἐν Σικελίᾳ δι᾽ ὀλίγου ποριουμένων, τὰ δ᾽ ἐκ Πελοποννήσου σχολαίτερον μέν, ὅμως δ᾽, ἢν μὴ προσέχητε τὴν γνώμην, τὰ μὲν λήσουσιν ὑμᾶς, ὥσπερ καὶ πρότερον, τὰ δὲ φθήσονται.»
[7.16.1] Ἡ μὲν τοῦ Νικίου ἐπιστολὴ τοσαῦτα ἐδήλου, οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ἀκούσαντες αὐτῆς τὸν μὲν Νικίαν οὐ παρέλυσαν τῆς ἀρχῆς, ἀλλ᾽ αὐτῷ, ἕως ἂν ἕτεροι ξυνάρχοντες αἱρεθέντες ἀφίκωνται, τῶν αὐτοῦ ἐκεῖ δύο προσείλοντο Μένανδρον καὶ Εὐθύδημον, ὅπως μὴ μόνος ἐν ἀσθενείᾳ ταλαιπωροίη, στρατιὰν δὲ ἄλλην ἐψηφίσαντο πέμπειν καὶ ναυτικὴν καὶ πεζὴν Ἀθηναίων τε ἐκ καταλόγου καὶ τῶν ξυμμάχων. [7.16.2] καὶ ξυνάρχοντας αὐτῷ εἵλοντο Δημοσθένη τε τὸν Ἀλκισθένους καὶ Εὐρυμέδοντα τὸν Θουκλέους. καὶ τὸν μὲν Εὐρυμέδοντα εὐθὺς περὶ ἡλίου τροπὰς τὰς χειμερινὰς ἀποπέμπουσιν ἐς τὴν Σικελίαν μετὰ δέκα νεῶν, ἄγοντα εἴκοσι ‹καὶ ἑκατὸν› τάλαντα ἀργυρίου, καὶ ἅμα ἀγγελοῦντα τοῖς ἐκεῖ ὅτι ἥξει βοήθεια καὶ ἐπιμέλεια αὐτῶν ἔσται· [7.17.1] ὁ δὲ Δημοσθένης ὑπομένων παρεσκευάζετο τὸν ἔκπλουν ὡς ἅμα τῷ ἦρι ποιησόμενος, στρατιάν τε ἐπαγγέλλων ἐς τοὺς ξυμμάχους καὶ χρήματα αὐτόθεν καὶ ναῦς καὶ ὁπλίτας ἑτοιμάζων. [7.17.2] πέμπουσι δὲ καὶ περὶ τὴν Πελοπόννησον οἱ Ἀθηναῖοι εἴκοσι ναῦς, ὅπως φυλάσσοιεν μηδένα ἀπὸ Κορίνθου καὶ τῆς Πελοποννήσου ἐς τὴν Σικελίαν περαιοῦσθαι. [7.17.3] οἱ γὰρ Κορίνθιοι, ὡς αὐτοῖς οἱ πρέσβεις ἧκον καὶ τὰ ἐν τῇ Σικελίᾳ βελτίω ἤγγελλον, νομίσαντες οὐκ ἄκαιρον καὶ τὴν προτέραν πέμψιν τῶν νεῶν ποιήσασθαι, πολλῷ μᾶλλον ἐπέρρωντο, καὶ ἐν ὁλκάσι παρεσκευάζοντο αὐτοί τε ἀποστελοῦντες ὁπλίτας ἐς τὴν Σικελίαν καὶ ἐκ τῆς ἄλλης Πελοποννήσου οἱ Λακεδαιμόνιοι τῷ αὐτῷ τρόπῳ πέμψοντες· [7.17.4] ναῦς τε οἱ Κορίνθιοι πέντε καὶ εἴκοσιν ἐπλήρουν, ὅπως ναυμαχίας τε ἀποπειράσωσι πρὸς τὴν ἐν τῇ Ναυπάκτῳ φυλακήν, καὶ τὰς ὁλκάδας αὐτῶν ἧσσον οἱ ἐν τῇ Ναυπάκτῳ Ἀθηναῖοι κωλύοιεν ἀπαίρειν, πρὸς τὴν σφετέραν ἀντίταξιν τῶν τριήρων τὴν φυλακὴν ποιούμενοι.

[7.14.4] Θα μπορούσα, ίσως, να σας μηνύσω άλλα πράγματα, πιο ευχάριστα, αλλά όχι πιο χρήσιμα, αφού πρέπει να πάρετε αποφάσεις ξέροντας καλά την εδώ κατάσταση. Επειδή, όμως, ξέρω τον χαρακτήρα σας —θέλετε ν᾽ ακούτε ευχάριστα λόγια, αλλά μετά αναζητείτε υπευθύνους αν τ᾽ αποτελέσματα δεν συμφωνούν με τα λόγια— γι᾽ αυτό έκρινα ασφαλέστερο να σας πω την αλήθεια.
[7.15.1] »Και τώρα, σχετικά με τον αρχικό σκοπό, για τον οποίο μας στείλατε, πρέπει να είσαστε βέβαιοι ότι δεν έφταιξαν σε τίποτε ούτε οι στρατιώτες, ούτε οι αρχηγοί. Τώρα, όμως, που η Σικελία ολόκληρη συνασπίζεται εναντίον μας και περιμένει από την Πελοπόννησο και άλλον στρατό, πάρετε αμέσως απόφαση, έχοντας υπόψη ότι οι εδώ δυνάμεις μας δεν επαρκούν ούτε για την σημερινή κατάσταση. Πρέπει ή ν᾽ ανακαλέσετε το εκστρατευτικό σώμα ή να στείλετε άλλες δυνάμεις, όχι μικρότερες από όσες βρίσκονται κιόλας εδώ, και σε πεζικό και σε ναυτικό. Θα πρέπει να στείλετε πολλά χρήματα και να στείλετε και διάδοχό μου, επειδή είμαι άρρωστος από νεφρίτιδα και δεν μπορώ να μείνω εδώ περισσότερο. [7.15.2] Νομίζω ότι πρέπει αυτό να μου το συγχωρήσετε. Όταν ήμουν υγιής και είχα την αρχηγία, πολλές πρόσφερα υπηρεσίες στην πολιτεία. Ό,τι και αν πρόκειται να κάνετε, αποφασίσετέ το χωρίς αναβολές, μόλις μπει η άνοιξη, επειδή ο εχθρός γρήγορα θα εξασφαλίσει δυνάμεις από την Σικελία και ίσως αργότερα και από την Πελοπόννησο. Αν δεν πάρετε τα μέτρα σας, θα σας αιφνιδιάσουν, όπως και πριν, ή θα σας προλάβουν».
[7.16.1] Αυτά έλεγε η επιστολή του Νικία. Οι Αθηναίοι, αφού την άκουσαν, δεν ανακάλεσαν τον Νικία, αλλά έως ότου του στείλουν άλλους συστρατηγούς, όρισαν δύο που βρίσκονταν εκεί, τον Μένανδρο και τον Ευθύδημο, για να μην βασανίζεται μόνος του, άρρωστος καθώς ήταν. Αποφάσισαν, όμως, να στείλουν νέο εκστρατευτικό σώμα και πεζικό και ναυτικό από Αθηναίους της τακτικής στρατολογίας και από συμμάχους. [7.16.2] Όρισαν συστρατηγούς του Νικία τον Δημοσθένη του Αλκισθένους και τον Ευρυμέδοντα του Θουκλέους. Τον Ευρυμέδοντα τον έστειλαν στην Σικελία με το χειμερινό ηλιοστάσιο. Είχε δέκα καράβια και εκατόν είκοσι τάλαντα ασήμι. Είχε εντολή ν᾽ αναγγείλει στον στρατό της Σικελίας ότι θα τους έρθει βοήθεια και ότι θα τους φροντίσουν.
[7.17.1] Ο Δημοσθένης έμεινε κι ετοιμαζόταν να φύγει με την άνοιξη. Έστελνε παραγγελίες στους συμμάχους για ενισχύσεις κι ετοίμαζε χρήματα και καράβια και οπλίτες στην Αθήνα. [7.17.2] Οι Αθηναίοι έστειλαν γύρω από την Πελοπόννησο είκοσι καράβια, ώστε να μην μπορέσει κανείς να πάει από την Κόρινθο ή από την άλλη Πελοπόννησο στην Σικελία, [7.17.3] και τούτο επειδή οι Κορίνθιοι, όταν έφτασαν από την Σικελία οι πρέσβεις και τους είπαν πως η κατάσταση είχε βελτιωθεί, θεώρησαν ότι δεν είχε γίνει μάταια η προηγούμενη αποστολή καραβιών και είχαν, τώρα, πολύ καλύτερο ηθικό. Ετοίμαζαν φορτηγά για να στείλουν δικούς τους οπλίτες στην Σικελία και οι Λακεδαιμόνιοι θα έστελναν, με τον ίδιο τρόπο, οπλίτες από άλλα μέρη της Πελοποννήσου. [7.17.4] Οι Κορίνθιοι ετοίμαζαν και είκοσι πέντε πολεμικά για να προκαλέσουν σε ναυμαχία την φρουρά της Ναυπάκτου, ώστε οι Αθηναίοι που ήσαν εκεί, αναγκασμένοι να επιτηρούν τον πολεμικό στόλο, να μην μπορούν να εμποδίσουν, εύκολα, τα κορινθιακά φορτηγά να φεύγουν.