Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (6.21.1-6.26.2)

[6.21.1] «Πρὸς οὖν τοιαύτην δύναμιν οὐ ναυτικῆς καὶ φαύλου στρατιᾶς μόνον δεῖ, ἀλλὰ καὶ πεζὸν πολὺν ξυμπλεῖν, εἴπερ βουλόμεθα ἄξιον τῆς διανοίας δρᾶν καὶ μὴ ὑπὸ ἱππέων πολλῶν εἴργεσθαι τῆς γῆς, ἄλλως τε καὶ εἰ ξυστῶσιν αἱ πόλεις φοβηθεῖσαι καὶ μὴ ἀντιπαράσχωσιν ἡμῖν φίλοι τινὲς γενόμενοι ἄλλοι ἢ Ἐγεσταῖοι ᾧ ἀμυνούμεθα ἱππικόν [6.21.2] (αἰσχρὸν δὲ βιασθέντας ἀπελθεῖν ἢ ὕστερον ἐπιμεταπέμπεσθαι, τὸ πρῶτον ἀσκέπτως βουλευσαμένους)· αὐτόθεν δὲ παρασκευῇ ἀξιόχρεῳ ἐπιέναι, γνόντας ὅτι πολύ τε ἀπὸ τῆς ἡμετέρας αὐτῶν μέλλομεν πλεῖν καὶ οὐκ ἐν τῷ ὁμοίῳ στρατευσόμενοι καὶ ὅτε ἐν τοῖς τῇδε ὑπηκόοις ξύμμαχοι ἤλθετε ἐπί τινα, ὅθεν ῥᾴδιαι αἱ κομιδαὶ ἐκ τῆς φιλίας ὧν προσέδει, ἀλλ᾽ ἐς ἀλλοτρίαν πᾶσαν ἀπαρτήσοντες, ἐξ ἧς μηνῶν οὐδὲ τεσσάρων τῶν χειμερινῶν ἄγγελον ῥᾴδιον ἐλθεῖν. [6.22.1] ὁπλίτας τε οὖν πολλούς μοι δοκεῖ χρῆναι ἡμᾶς ἄγειν καὶ ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ξυμμάχων, τῶν τε ὑπηκόων καὶ ἤν τινα ἐκ Πελοποννήσου δυνώμεθα ἢ πεῖσαι ἢ μισθῷ προσαγαγέσθαι, καὶ τοξότας πολλοὺς καὶ σφενδονήτας, ὅπως πρὸς τὸ ἐκείνων ἱππικὸν ἀντέχωσι, ναυσί τε καὶ πολὺ περιεῖναι, ἵνα καὶ τὰ ἐπιτήδεια ῥᾷον ἐσκομιζώμεθα, τὸν δὲ καὶ αὐτόθεν σῖτον ἐν ὁλκάσι, πυροὺς καὶ πεφρυγμένας κριθάς, ἄγειν, καὶ σιτοποιοὺς ἐκ τῶν μυλώνων πρὸς μέρος ἠναγκασμένους ἐμμίσθους, ἵνα, ἤν που ὑπὸ ἀπλοίας ἀπολαμβανώμεθα, ἔχῃ ἡ στρατιὰ τὰ ἐπιτήδεια (πολλὴ γὰρ οὖσα οὐ πάσης ἔσται πόλεως ὑποδέξασθαι), τά τε ἄλλα ὅσον δυνατὸν ἑτοιμάσασθαι, καὶ μὴ ἐπὶ ἑτέροις γίγνεσθαι, μάλιστα δὲ χρήματα αὐτόθεν ὡς πλεῖστα ἔχειν. τὰ δὲ παρ᾽ Ἐγεσταίων, ἃ λέγεται ἐκεῖ ἑτοῖμα, νομίσατε καὶ λόγῳ ἂν μάλιστα ἑτοῖμα εἶναι. [6.23.1] ἢν γὰρ αὐτοὶ ἔλθωμεν ἐνθένδε μὴ ἀντίπαλον μόνον παρασκευασάμενοι, πλήν γε πρὸς τὸ μάχιμον αὐτῶν, τὸ ὁπλιτικόν, ἀλλὰ καὶ ὑπερβάλλοντες τοῖς πᾶσι, μόλις οὕτως οἷοί τε ἐσόμεθα τῶν μὲν κρατεῖν, τὰ δὲ καὶ διασῶσαι. [6.23.2] πόλιν τε νομίσαι χρὴ ἐν ἀλλοφύλοις καὶ πολεμίοις οἰκιοῦντας ἰέναι, οὓς πρέπει τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ ᾗ ἂν κατάσχωσιν εὐθὺς κρατεῖν τῆς γῆς, ἢ εἰδέναι ὅτι, ἢν σφάλλωνται, πάντα πολέμια ἕξουσιν. [6.23.3] ὅπερ ἐγὼ φοβούμενος, καὶ εἰδὼς πολλὰ μὲν ἡμᾶς δέον εὖ βουλεύσασθαι, ἔτι δὲ πλείω εὐτυχῆσαι (χαλεπὸν δὲ ἀνθρώπους ὄντας), ὅτι ἐλάχιστα τῇ τύχῃ παραδοὺς ἐμαυτὸν βούλομαι ἐκπλεῖν, παρασκευῇ δὲ ἀπὸ τῶν εἰκότων ἀσφαλὴς ἐκπλεῦσαι. ταῦτα γὰρ τῇ τε ξυμπάσῃ πόλει βεβαιότατα ἡγοῦμαι καὶ ἡμῖν τοῖς στρατευσομένοις σωτήρια. εἰ δέ τῳ ἄλλως δοκεῖ, παρίημι αὐτῷ τὴν ἀρχήν.»
[6.24.1] Ὁ μὲν Νικίας τοσαῦτα εἶπε νομίζων τοὺς Ἀθηναίους τῷ πλήθει τῶν πραγμάτων ἢ ἀποτρέψειν ἤ, εἰ ἀναγκάζοιτο στρατεύεσθαι, μάλιστ᾽ ‹ἂν› οὕτως ἀσφαλῶς ἐκπλεῦσαι· [6.24.2] οἱ δὲ τὸ μὲν ἐπιθυμοῦν τοῦ πλοῦ οὐκ ἐξῃρέθησαν ὑπὸ τοῦ ὀχλώδους τῆς παρασκευῆς, πολὺ δὲ μᾶλλον ὥρμηντο, καὶ τοὐναντίον περιέστη αὐτῷ· εὖ τε γὰρ παραινέσαι ἔδοξε καὶ ἀσφάλεια νῦν δὴ καὶ πολλὴ ἔσεσθαι. [6.24.3] καὶ ἔρως ἐνέπεσε τοῖς πᾶσιν ὁμοίως ἐκπλεῦσαι· τοῖς μὲν γὰρ πρεσβυτέροις ὡς ἢ καταστρεψομένοις ἐφ᾽ ἃ ἔπλεον ἢ οὐδὲν ἂν σφαλεῖσαν μεγάλην δύναμιν, τοῖς δ᾽ ἐν τῇ ἡλικίᾳ τῆς τε ἀπούσης πόθῳ ὄψεως καὶ θεωρίας, καὶ εὐέλπιδες ὄντες σωθήσεσθαι· ὁ δὲ πολὺς ὅμιλος καὶ στρατιώτης ἔν τε τῷ παρόντι ἀργύριον οἴσειν καὶ προσκτήσεσθαι δύναμιν ὅθεν ἀίδιον μισθοφορὰν ὑπάρξειν. [6.24.4] ὥστε διὰ τὴν ἄγαν τῶν πλεόνων ἐπιθυμίαν, εἴ τῳ ἄρα καὶ μὴ ἤρεσκε, δεδιὼς μὴ ἀντιχειροτονῶν κακόνους δόξειεν εἶναι τῇ πόλει ἡσυχίαν ἦγεν. [6.25.1] καὶ τέλος παρελθών τις τῶν Ἀθηναίων καὶ παρακαλέσας τὸν Νικίαν οὐκ ἔφη χρῆναι προφασίζεσθαι οὐδὲ διαμέλλειν, ἀλλ᾽ ἐναντίον ἁπάντων ἤδη λέγειν ἥντινα αὐτῷ παρασκευὴν Ἀθηναῖοι ψηφίσωνται. [6.25.2] ὁ δὲ ἄκων μὲν εἶπεν ὅτι καὶ μετὰ τῶν ξυναρχόντων καθ᾽ ἡσυχίαν μᾶλλον βουλεύσοιτο, ὅσα μέντοι ἤδη δοκεῖν αὐτῷ, τριήρεσι μὲν οὐκ ἔλασσον ἢ ἑκατὸν πλευστέα εἶναι (αὐτῶν δ᾽ Ἀθηναίων ἔσεσθαι ὁπλιταγωγοὺς ὅσαι ἂν δοκῶσι, καὶ ἄλλας ἐκ τῶν ξυμμάχων μεταπεμπτέας εἶναι), ὁπλίταις δὲ τοῖς ξύμπασιν Ἀθηναίων καὶ τῶν ξυμμάχων πεντακισχιλίων μὲν οὐκ ἐλάσσοσιν, ἢν δέ τι δύνωνται, καὶ πλέοσιν· τὴν δὲ ἄλλην παρασκευὴν ὡς κατὰ λόγον, καὶ τοξοτῶν τῶν αὐτόθεν καὶ ἐκ Κρήτης καὶ σφενδονητῶν, καὶ ἤν τι ἄλλο πρέπον δοκῇ εἶναι, ἑτοιμασάμενοι ἄξειν. [6.26.1] ἀκούσαντες δ᾽ οἱ Ἀθηναῖοι ἐψηφίσαντο εὐθὺς αὐτοκράτορας εἶναι καὶ περὶ στρατιᾶς πλήθους καὶ περὶ τοῦ παντὸς πλοῦ τοὺς στρατηγοὺς πράσσειν ᾗ ἂν αὐτοῖς δοκῇ ἄριστα εἶναι [Ἀθηναίοις]. [6.26.2] καὶ μετὰ ταῦτα ἡ παρασκευὴ ἐγίγνετο, καὶ ἔς τε τοὺς ξυμμάχους ἔπεμπον καὶ αὐτόθεν καταλόγους ἐποιοῦντο, ἄρτι δ᾽ ἀνειλήφει ἡ πόλις ἑαυτὴν ἀπὸ τῆς νόσου καὶ τοῦ ξυνεχοῦς πολέμου ἔς τε ἡλικίας πλῆθος ἐπιγεγενημένης καὶ ἐς χρημάτων ἅθροισιν διὰ τὴν ἐκεχειρίαν, ὥστε ῥᾷον πάντα ἐπορίζετο. καὶ οἱ μὲν ἐν παρασκευῇ ἦσαν.

[6.21.1] »Εναντίον μιας τέτοιας δύναμης, δεν αρκεί μόνο μια συνηθισμένη ναυτική δύναμη, πρόχειρα ετοιμασμένη, αλλά πρέπει να ξεκινήσει, όλος μαζί, πολυάριθμος στρατός, αν θέλομε η δράση μας να είναι ανάλογη με τα σχέδιά μας κι αν θέλομε να μην μας εμποδίζει κάθε κίνηση το πολυάριθμο ιππικό τους. Μας χρειάζεται, κυρίως, αν οι πολυάριθμες πολιτείες συνασπιστούν, από φόβο, μεταξύ τους και δεν βρεθούν άλλες, εκτός από τους Εγεσταίους, να έρθουν με το μέρος μας και να μας προμηθεύσουν το αναγκαίο ιππικό για να τους αντιμετωπίσομε. [6.21.2] Θα ήταν ταπεινωτικό ν᾽ αναγκαστούμε να φύγομε διά της βίας ή να ζητήσομε, αργότερα, ενισχύσεις, επειδή αρχικά πήραμε αποφάσεις απερίσκεπτα. Πρέπει, λοιπόν, να ξεκινήσομε, τώρα, με ισχυρές δυνάμεις και να ξέρομε ότι φεύγομε για μακρινή χώρα όπου η εκστρατεία αυτή δεν θα έχει τίποτε το κοινό μ᾽ εκείνες που αναλαμβάνατε εδώ, εναντίον κάποιου, περιστοιχισμένοι από τους συμμάχους σας, όταν σας ήταν εύκολο να προμηθεύεστε από φίλιο έδαφος ό,τι σας χρειαζόταν. Θα βρεθείτε απομονωμένοι, σε ξένη γη, από την οποία, τους τέσσερις χειμερινούς μήνες, δεν είναι εύκολο να έρθει εδώ αγγελιαφόρος.
[6.22.1] »Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει να έχομε πολλούς οπλίτες και δικούς μας και των συμμάχων μας, είτε από τις υπήκοες πολιτείες, είτε Πελοποννησίους, όσους μπορέσομε ή να πείσομε ή να προσελκύσομε με μισθό. Και τοξότες πολλούς και σφενδονιστές για ν᾽ αντιμετωπίζουν το ιππικό. Πρέπει και να έχομε απόλυτη υπεροχή στον στόλο, για να μπορούμε να εξασφαλίσομε την μεταφορά του εφοδιασμού. Θα πρέπει να μεταφέρομε μαζί μας, μ᾽ εμπορικά πλοία, δημητριακά —σιτάρι και καβουρντισμένο κριθάρι— και μυλωνάδες που θα επιστρατεύσομε κατ᾽ αναλογία από τους μύλους μας, με μισθό, ώστε, αν μας πιάσει κακοκαιρία να έχει ό,τι χρειάζεται ο στρατός ο οποίος θα είναι πολυάριθμος και η κάθε πολιτεία δεν θα μπορεί να τον δέχεται. Και για τα υπόλοιπα πρέπει να ετοιμαστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα, ώστε να μην εξαρτώμεθα από άλλους και θα πρέπει, μάλιστα, να πάρομε από εδώ όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Όσο για τα χρήματα που λέγεται ότι έχουν έτοιμα οι Εγεσταίοι, θεωρήστε ότι είναι έτοιμα κυρίως με τα λόγια.
[6.23.1] »Αν ξεκινήσομε απ᾽ εδώ με δυνάμεις (που θα έχουν μεταφερθεί από θάλασσα) όχι μόνο ίσες με τις δυνάμεις του εχθρού, σε οπλίτες τουλάχιστον, αλλά και ανώτερες σε όλα, θα είμαστε μόλις σε θέση να τους υποτάξομε και να σώσομε τον στρατό μας από την καταστροφή. [6.23.2] Πρέπει να θεωρήσομε ότι είμαστε άποικοι που πηγαίνουν να ιδρύσουν αποικία ανάμεσα σε εχθρούς και ότι, από την πρώτη μέρα, πρέπει να έχουν στον έλεγχό τους το έδαφος όπου θ᾽ αποβιβαστούν, ξέροντας ότι, αν αποτύχουν, θα προκαλέσουν την γενική εχθρότητα. [6.23.3] Αυτό είναι που φοβούμαι και βλέπω ότι αν έχομε ανάγκη από σύνεση, έχομε, όμως, μεγαλύτερη ανάγκη από τύχη, πράγμα επικίνδυνο για ανθρώπους, και θέλω να φύγω εξαρτώμενος όσο το δυνατόν λιγότερο απ᾽ αυτήν, αλλά να στηρίζομαι, όσο τούτο είναι δυνατόν, στην ασφάλεια του εξοπλισμού μας. Αυτό είναι, νομίζω, που προσφέρει σ᾽ ολόκληρη την πολιτεία την μεγαλύτερη ασφάλεια και σ᾽ εμάς που θα εκστρατεύσομε, την σωτηρία. Αν κανείς έχει διαφορετική γνώμη, του παραχωρώ την αρχηγία».
[6.24.1] Τόσα είπε ο Νικίας ο οποίος νόμιζε ότι, ζητώντας τόσα πολλά, ή θ᾽ απέτρεπε τους Αθηναίους από την εκστρατεία ή, αν αναγκαζόταν να εκστρατεύσει, θ᾽ αναλάμβανε το εγχείρημα έχοντας την μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. [6.24.2] Οι Αθηναίοι, όμως, δεν αποθαρρύνθηκαν με τις δυσκολίες της προετοιμασίας αλλά, αντίθετα, ο ενθουσιασμός τους μεγάλωσε και το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο από εκείνο που περίμενε ο Νικίας. Οι Αθηναίοι θεώρησαν ότι οι συμβουλές του ήσαν σωστές και ότι η εκστρατεία θα είχε μεγαλύτερη ασφάλεια. [6.24.3] Όλους τους έπιασε μεγάλη επιθυμία να φύγουν στην εκστρατεία. Τους πιο ηλικιωμένους επειδή νόμιζαν ότι θα κατακτήσουν την Σικελία ή ότι τουλάχιστον δεν διατρέχαν κίνδυνο με τόσο μεγάλες δυνάμεις. Τους νεότερους επειδή είχαν την επιθυμία να δουν τον μακρινό αυτόν τόπο και να τον γνωρίσουν, αλλά κι επειδή ήσαν βέβαιοι ότι θα γυρίσουν. Το πλήθος οι στρατιώτες επειδή θα έπαιρναν μισθούς αμέσως κι επειδή με την επέκταση της κυριαρχίας θα εξασφάλιζαν για πάντα την μισθοφορία. [6.24.4] Έτσι, εξαιτίας του γενικού ενθουσιασμού, ακόμα κι εκείνοι που διαφωνούσαν σώπαιναν, από φόβο μήπως, καταψηφίζοντας, θεωρηθούν κακοί πατριώτες.
[6.25.1] Τέλος, κάποιος Αθηναίος ανέβηκε στο βήμα και, γυρίζοντας στο Νικία, του είπε ότι δεν έπρεπε να προβάλλει προφάσεις, ούτε να χρονοτριβεί, αλλά να καθορίσει αμέσως, μπροστά σε όλους, πόση στρατιωτική δύναμη έπρεπε να ψηφίσουν οι Αθηναίοι. [6.25.2] Ο Νικίας αναγκάστηκε να πει ότι θα συζητούσε το πράγμα πιο ήρεμα με τους άλλους δύο στρατηγούς, αλλά ότι, όσο μπορούσε τουλάχιστον να έχει γνώμη εκείνη την στιγμή, έπρεπε ο στόλος να έχει εκατό τουλάχιστον αθηναϊκά καράβια από τα οποία θα ήσαν οπλιταγωγά όσα κρίνονταν αναγκαία και άλλα καράβια που θα ζητούσαν από τους συμμάχους. Ο συνολικός αριθμός των οπλιτών, Αθηναίων και συμμάχων, δεν θα έπρεπε να είναι λιγότερος από πέντε χιλιάδες και, αν ήταν δυνατόν, θα έπρεπε να είναι περισσότερος. Για τον υπόλοιπο οπλισμό θα φρόντιζε με τους συναδέλφους του να ετοιμαστεί ανάλογος αριθμός τοξότες, Αθηναίοι και Κρήτες, σφενδονιστές και ό,τι άλλο θα έκριναν αναγκαίο.
[6.26.1] Αφού άκουσαν τον Νικία, οι Αθηναίοι ψήφισαν αμέσως απόφαση που έδινε στους στρατηγούς απόλυτη πληρεξουσιότητα για ν᾽ αποφασίζουν ό,τι ήταν καλύτερο για το συμφέρον της Αθήνας σχετικά με τον αριθμό του στρατού και την εκστρατεία γενικά. [6.26.2] Μετά απ᾽ αυτό, άρχισαν οι προετοιμασίες, έστειλαν μηνύματα στους συμμάχους και άρχισαν την στρατολογία μέσα στην πολιτεία, που είχε πρόσφατα αναλάβει από την επιδημία και τον αδιάκοπο πόλεμο. Με την ανακωχή, οι νέες στρατιωτικές κλάσεις είχαν μεγαλώσει και χρήματα είχαν αποταμιευθεί, ώστε ήταν ευκολότερο να προμηθεύονται όλα όσα είχαν ανάγκη. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, προετοιμάζονταν.